Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

"Το σκοτεινό δάσος" του Μάνου Μπάρτη


     Ήταν το μοναδικό μέρος στον κόσμο, που ήθελε να πάει, αλλά και δεν ήθελε να το δει ποτέ στη ζωή της. Το πώς ήταν το Σκοτεινό Δάσος, κανένας δεν ήξερε και κανένας δεν επρόκειτο ποτέ να μάθει. Όποιος έμπαινε εκεί μέσα, δεν τον ξανάβλεπε ποτέ κανένας! Στα σαράντα της, και έχοντας φωτογραφίσει όλα τα σκοτεινά μέρη του κόσμου, η φωτογραφίες από εκεί, ήταν το άπιαστο όνειρό της. Ένα άπιαστο όνειρο, το οποίο ήθελε να αρπάξει! Κι έτσι έκανε…
   Ήταν Παρασκευή. Η απόφασή της ήταν άμεση και αποφασιστική. Πήρε την φωτογραφική της, τρία τριανταεξάρια φιλμ, τη σκηνή της, λίγα πράγματα πρώτης ανάγκης και ξεκίνησε για το μεγάλο όνειρο της ζωής της! Τρεις μέρες και δυο νύχτες στο Σκοτεινό δάσος. Να φωτογραφήσει όσα μπορούσε περισσότερα και να γυρίσει με αποδείξεις πως όλα ήταν απλό παραμύθι! Ένα φιλμ την ημέρα ήταν το ιδανικό, ώστε να μπορεί να κάνει και τις εξερευνήσεις της!

    Tην πρώτη μέρα, φτάνοντας στο Σκοτεινό Δάσος...
το πρώτο που έκανε ήταν να στήσει τη σκηνή της σε ένα ξέφωτο. Εκεί, θα ήταν η βάση της. Το μέρος ήταν τέλειο. Τριγύρω τα δέντρα, έφτιαχναν μια πολύ όμορφη φωλιά, ενώ το τραγούδι των πουλιών κάλυπτε κάθε της κίνηση που πιθανώς να έφερνε ανεπιθύμητο «κόσμο». Το αεράκι σε συνδυασμό με τις ηλιαχτίδες, την χάιδευαν απαλά, σα να την καλωσόριζαν, ενώ η πρασινάδα σε εκείνο το σημείο ήταν το καλύτερο κρεβάτι. Η ίδια η φύση, είχε φροντίσει ακόμα το στολισμό και τον αρωματισμό της ιδανικής αυτής περιοχής, τυλίγοντάς την με αρώματα από θυμάρι, αγριόκρινα και μυρτιάς.

    Μετά το στήσιμο της σκηνής, ξεκίνησε για την περιπλάνησή της στο δάσος, αγκαλιά με την φωτογραφική της μηχανή. Ξεκίνησε να φωτογραφίζει τα μαγικά τοπία που συναντούσε. Ήταν πέρα από κάθε φαντασία η ομορφιά αυτού του δάσους!

   Περνώντας πίσω από κάτι θάμνους, έπεσε σε ένα μαγικό τοπίο. Ήταν μια λιμνούλα. Τα νερά της ήταν σε μια περίεργη πορτοκαλο-κίτρινη απόχρωση. Λίγο μετά έγιναν μωβ και μετά από λίγο σε όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου! Πιο χαμηλά, υπήρχε σκόνη… χρυσή σκόνη. Μόλις την έπιασε, έγινε ένας χρυσός καπνός και εξαφανίστηκε. Όλα αυτά τα υπέροχα τοπία, τα είχε απαθανατίσει. Ήταν όλα ασφαλή στην φωτογραφική της μηχανή. Τριανταέξι υπέροχες φωτογραφίες.

    Η νύχτα έπεσε. Γύρισε στη σκηνή της.Έβγαλε αμέσως το γεμάτο φιλμ από τη μηχανή της, και το έβαλε στην θήκη του σάκου της. Έφαγε πρόχειρα μια κονσέρβα, μάζεψε προσεχτικά τα σκουπίδια, τα τοποθέτησε σε μια σακούλα απορριμμάτων και αποκοιμήθηκε με τους ήχους από τα νυχτοπούλια.

   Την άλλη μέρα το πρωί, έφτιαξε γρήγορα-γρήγορα ένα καλό πρωινό και ξεκίνησε πάλι την περιπλάνησή της. Αυτή τη φορά η λίμνη δεν ήταν πολύχρωμη. Την κοίταξε προσεχτικά. Δεν είχε αλλάξει κανένα χρώμα. Έριξε μέσα μια μικρή πετρούλα, αλλά τίποτα. Πλησίασε την όχθη της. Έσκυψε να δει καλύτερα. Ξαφνικά πετάχτηκε ένα περίεργο πλάσμα από μέσα. Τρόμαξε κι έπεσε πίσω. Καθισμένη στην υγρή πρασινάδα, είδε να πετάγονται πολλά από αυτά τα περίεργα πλάσματα και να παίζουν πάνω στα νερά! Ήταν κάτι υπέροχα ζωάκια, με σώμα ιππόκαμπου, κεφάλι σαν μικρό αρκουδάκι και ποδαράκια χήνας. Ήταν σε διάφορα χρώματα. Μωβ, κίτρινα, πράσινα, μπλε. Έβγαζαν κάτι πολύ περίεργους ήχους, οι οποίοι ήταν τόσο χαρούμενοι που δεν μπορούσε να αντισταθεί. Τράβηξε μερικές φωτογραφίες, και αμέσως μετά έβγαλε τα παπούτσια της κι άρχισε να παίζει μαζί τους. Τελειώνοντας το παιχνίδι, έβγαλε τα μικρά πλασματάκια φωτογραφίες, ώστε να τερματίσει το φιλμ. Δύο από αυτά, τη συνόδευσαν στο ξέφωτο που ήταν η σκηνή της. Την άφησαν να φάει και να αποθηκεύσει το φιλμ, κι έφυγαν.

   Την τρίτη μέρα, την ξύπνησε ένα υπέροχο τραγούδι. Ήταν από μια πανέμορφη νεράιδα. Η νεράιδα την πλησίασε, την χάιδεψε στο κεφάλι τρυφερά, της έδωσε τη φωτογραφική της μηχανή. Πόζαρε για να την βγάλει φωτογραφίες. Τριανταέξι φωτογραφίες. Τις έβγαλε όλες. Έβαλε και το τελευταίο φιλμ στην τσάντα, αποχαιρέτισε τη νεράιδα κι έφυγε ευτυχισμένη. Βγήκε από το δάσος, μπήκε στο αυτοκίνητό της και ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής. Έβαλε μουσική και προσπάθησε να απολαύσει όσο μπορούσε περισσότερο τη μαγεία που είχε ζήσει. Μόλις απομακρύνθηκε λιγάκι, το δάσος από πράσινο, έγινε κατάμαυρο. Μουντά σύννεφα το κύκλωσαν και ένας μοχθηρός καγχασμός δόνησε τη γη. Εκείνη δεν κατάλαβε το παραμικρό. Οδηγούσε ανέμελη και ανυπομονούσα να εμφανίσει τα φιλμ.

    Φτάνοντας στο εργαστήρι της, το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν ακριβώς αυτό. Έβαλε μπρος την εμφάνιση των φιλμ. Τρία τριανταεξάρια, τα οποία όμως δεν είχαν τριανταέξι φωτογραφίες όπως εκείνη πίστευε. Με μεγάλη της έκπληξη, ανακάλυψε πως οι φωτογραφίες ήταν και στα τρία φιλμ, τριάνταεπτά! Η τελευταία από κάθε φιλμ, ήταν μια φωτογραφία με την ίδια πρωταγωνίστρια. Στην πρώτη ήταν εκείνη πολύχρωμη. Στην δεύτερη, αγκαλιά με ένα πολύχρωμο πλάσμα, το οποίο όμως είχε τεράστια σαρκοφάγα δόντια. Στην τρίτη, ήταν μέσα στο αμάξι της και οδηγούσε σε μια τεράστια σκοτεινή τρύπα. Μια τρύπα που άνοιξε εκείνη τη στιγμή μέσα από τη φωτογραφία. Δεν την ξαναείδε ποτέ κανένας. Ούτε εκείνη, ούτε τις φωτογραφίες της!



Συγγραφέας: Μάνος Μπάρτης - φοιτητής Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...