Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

"Η μέρα μιας απλής κάλτσας" της Ελίνας Λαγουδάκη

Πανικοβλήθηκα. Δεν με πιστεύετε; Είναι επειδή δεν ξέρετε τι έπαθα. Ήταν απόγευμα Κυριακής, αξέχαστα, ο ήλιος έξω έλαμπε και μόλις είχα τελειώσει την ηλιοθεραπεία μου και βρισκόμουν στο συρτάρι με τις υπόλοιπες κάλτσες. 

Εκεί, λοιπόν που λέγαμε τα νέα της απλώστρας παρέα με φίλους, οικογένεια και λοιπούς συγγενείς, έρχεται...
ο μικρός Νικόλας, ανοίγει το συρτάρι και με πιάνει στα μικρά του χεράκια.

-  Που πας καλέ; Πάρε με και εμένα, φώναζε η αδερφή μου από το συρτάρι.
-    Δεν ξέρω που πάω. Καλέ μικρέ, άσε με. Που με πας; Άσε με κάτω, του φώναξα με όλη την δύναμη αλλά δεν με άκουσε.

Φοβήθηκα πολύ. Ο Θεός ξέρει πάλι τι σκέφτηκε το μικρό μυαλουδάκι του. Φυσικά, σαν κάθε παιδί, σκέφτηκε το χειρότερο. Με πιάνει και με πετάει στο καλάθι με τα άπλυτα. Ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης έγινε μια εφιαλτική πραγματικότητα. Εγώ, η κάλτσα νούμερο 38, τόσο όμορφη και πολύχρωμη με τις ρίγες μου, ναι εγώ, παρέα σε ένα σκοτεινό καλάθι μαζί με εσώρουχα και ρουχαλάκια μικρών και μεγάλων που μυρίζουν άσχημα. Ενώ εγώ μοσχοβολούσα σαν λεβάντα, η πιο ανεκτή μυρωδιά στο καλάθι ήταν η ψαρόσουπα πάνω στο φορμάκι του Νικόλα. Πρέπει να το παραδεχτώ, με έπιασαν τα κλάματα. Τότε ήταν που...  ένα μπλουζάκι του μικρού με κρέμα με άγγιξε. Το κλάμα εξελίχθηκε σε λυγμό.

 
   - Καλά, εσύ γιατί κλαις; με ρώτησε με απορία ένα εσώρουχο της κυρίας. Έχεις κλειστοφοβία; Δε μπορώ τις φωνές!
  -  Όχι. Απλά να. Εγώ είμαι καθαρή.
   - Νομίζεις, γλυκιά μου! Για να είσαι εδώ, μάλλον κάνεις λάθος.
    - Δεν με έβαλαν για πλύσιμο. Ο μικρός Νικόλας με πήρε από το συρτάρι.
-     Όπως και να χει , τώρα πια είσαι μαζί μας. Ετοιμάσου λοιπόν και σταμάτα τη γκρίνια. Θα κάνω ριτίδες και θα φταις εσύ!
-      Ευτυχώς το πλυντήριο συνήθως είναι καλό μαζί μας. 
-     Καλά, ρε guys, από τι κόσμο ήρθε αυτή; φώναξε ένα φανελάκι. Καλό το πλυντήριο μαζί μας; Do you see me? Ήμουν του κυρίου και τώρα I fit οριακά στον Αλέξη.
-      Τι; Δεν αντέχω, θα λιποθυμήσω. 
-      Πω πω. Πολύ κοκέτα είσαι εσύ. Μην φοβάσαι, μπορεί να είσαι τυχερή.
-     Τυχερή; Να με βάλουν σε πρόγραμμα και ξαφνικά να κάνω μόνο στον μικρό Νίκο;
-     Κοίτα, μου απαντάει το εσώρουχο της κυρίας, αν βάλει μπουγάδα η κυρία θα την γλιτώσεις. Ξεχωρίζει τα ρούχα ένα ένα. Αν βάλει μπουγάδα κανείς άλλος, κλάψτα Χαράλαμπε.
-      Ασπασία με φωνάζουν. Αλλά ότι πεις. Και πότε θα μάθουμε σε ποια χέρια θα πέσουμε; 
-     Σε λίγο. Να άκου. Έρχεται κάποιος.

Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκα όσο τίποτα στην ζωή μου. Ούτε όταν είχε πιαστεί το ροζ φιογκάκι μου στο μανταλάκι τόσος φόβος. Τα βήματα ήταν αργά αλλά σταθερά. Για μια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα τακούνι. Η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει. Μα να, το τακούνι ακουγόταν καθαρά. Ήμουν σίγουρη γι’ αυτό. Άκουγα τακούνι να πλησιάζει. Και πλησίαζε πολύ. «Ευτυχώς θα βάλει εκείνη πλυντήριο και θα την γλιτώσω» , σκέφτηκα.
 
-    Λοιπόν, την άκουσα να λέει, κατάλαβες πως θα βάλεις πλυντήριο; Όχι πάλι όπως προχθές που ξέχασες να βάλεις το απορρυπαντικό. 
-     Εντάξει αγάπη μου. θα το κάνω σωστά.
-    Τι κακό με βρήκε; , μονολόγησα. Τόσο νέα και να χαθώ έτσι ξαφνικά; 

Αυτό θυμάμαι μόνο. Μετά έχασα τις αισθήσεις μου. το μόνο που θυμάμαι είναι μια φωνή που ακούστηκε ως τα άστρα!
- Αυτό ήταν που θα πρόσεχες αυτή τη φορά; Κοίτα πως έγινε η κάλτσα μου;
-   Πως έγινα καλέ; Τι έπαθα; Τι νούμερο είμαι τώρα;
-    Μην σκας καλή μου, μου απάντησε το φορμάκι, είσαι ίδια με πριν απλά να, το χρώμα σου λίγο άλλαξε. Μην σκας. Τώρα θα ξεχωρίζεις από την αδερφή σου.

Τελικά το φορμάκι είχε δίκιο. Πλέον ξεχώριζα. Έτσι είναι η ζωή. Αν είναι όλοι ίδιοι, τίποτα δεν πάει μπροστά...


Συγγραφέας: Ελίνα Λαγουδάκη - φοιτήτρια Tabula Rasa


1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...