Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

"Ο πρίγκιπας που έγινε παπούτσι" του Γιάννη Κιρλή

       Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας βασιλιάς καλός και δίκαιος που ζούσε μαζί με το γιο του στο νησί του φωτός. Εκεί οι άνθρωποι δεν ήξεραν τι είναι το κακό, γι’ αυτό και πάντα έκαναν ότι τους ζητούσαν και έτσι δεν  ήταν μόνο πολύ  ευτυχισμένοι αλλά και πολύ πλούσιοι. Το φως του ήλιου τους  φώτιζε  όλη μέρα και το βαθύ σκοτάδι της νύχτας δεν πλησίαζε ποτέ. Γύρω από το νησί  υπήρχαν πελώρια τείχη όπου το προστάτευαν από τους κακούς και ιδιαίτερα από την μοχθηρή αδελφή του βασιλιά Κακιοζήλη. 

   Η Κακιοζήλη ζούσε στην άλλη άκρη της γης στη παγωμένη χώρα. Ήταν πολύ κακιά και μισούσε το φως, γι’ αυτό και στη χώρα της  επικρατούσε πάντα το σκοτάδι. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί...
ήταν υποχθόνιοι, τεμπέληδες και δυστυχισμένοι. Και επειδή κανένας δεν δούλευε, όλες τις δουλειές τις έκαναν οι καλοί άνθρωποι από το νησί του φωτός που είχε απαγάγει η Κακιοζήλη πριν χτιστούν τα τείχη, τον καιρό που μάλωσε με τον αδελφό της γιατί δεν άντεχε τη καλοσύνη του.
        Μια μέρα που ο βασιλιάς έφυγε από το παλάτι με το πλοίο του και μερικούς έμπιστους υπηρέτες του για να προμηθευτεί εμπορεύματα ξέχασε τη μυστική πόρτα, που οδηγούσε στην έξοδο, ανοιχτή. Ο πρίγκιπας την ανακάλυψε και ακολούθησε το μονοπάτι που οδηγούσε στη κρυφή έξοδο. Δεν γνώριζε τίποτα για την Κακιοζήλη και για πιο λόγο δεν έπρεπε να βγει έξω από το παλάτι και έτσι δεν κατάλαβε το κίνδυνο που διέτρεχε. Όταν βγήκε στην ακροθαλασσιά μαγεύτηκε από την ομορφιά του τοπίου και άρχισε να κολυμπάει στη καταγάλανη θάλασσα παρέα με τα δελφίνια. Εκεί γνώρισε και μια πανέμορφη γοργόνα την οποία  ερωτεύτηκε αμέσως. Ήθελε να τη πάρει μαζί του στο παλάτι και να τη γνωρίσει στον πατέρα του, όταν θα γυρνούσε από το ταξίδι του, όμως αυτό δεν γινόταν γιατί η γοργόνα δεν μπορούσε να ζήσει έξω από το νερό. Έτσι περνούσαν κάθε μέρα ευτυχισμένα μαζί  κολυμπώντας  στη θάλασσα χωρίς να σκέφτονται τίποτα. Η Κακιοζήλη όμως που πάντα έψαχνε τρόπο να μπει στο όμορφο νησί και να το κυριαρχήσει,  έμαθε για την έξοδο του πρίγκιπα και τον έρωτα του για την γοργόνα. Έτσι το άλλο πρωί προτού συναντηθούν οι δυο ερωτευμένοι νέοι, πλησίασε τη γοργόνα που περίμενε το πρίγκιπα να βγει από το παλάτι και της είπε με ύπουλη καλοσύνη, ότι μπορεί να τη μεταμορφώσει σε άνθρωπο και έτσι θα μπορούσε άνετα… να   παντρευτεί το  καλό της. Εκείνη χάρηκε πολύ και δέχτηκε αμέσως το δώρο της κακιάς γυναίκας. 

       Όταν η γοργόνα έγινε άνθρωπος η Κακιοζήλη τη συμβούλεψε να μπει κρυφά στο παλάτι για να κάνει έκπληξη στον αγαπημένο της και φυσικά η κοπέλα το έκανε. Δεν ήξερε η καημένη  όμως το κακό που θα ακολουθούσε . Η πανούργα μάγισσα την ακολούθησε και έτσι κατάφερε να μπει στο παλάτι. Σε μια μόνο στιγμή τα πάντα άλλαξαν., μαύρο σκοτάδι και πυκνό χιόνι πλάκωσε τα πάντα οι καλοί άνθρωποι αιχμαλωτίστηκαν και τους έστειλε όλους στα έγκατα της γης να μαζέψουν το χρυσάφι και να το πάνε στη χώρα της. Τη στιγμή εκείνη επέστρεψε και ο βασιλιάς από το ταξίδι του, είδε το σκοτάδι και χωρίς να δειλιάσει έτρεξε γρήγορα μέσα στο παλάτι να δει τη συμβαίνει. Δεν πίστευε στα μάτια του όταν είδε την αδελφή του  να κάθεται στο θρόνο του και δίπλα αλυσοδεμένο το γιο του. Εκείνη  γελούσε θριαμβευτικά  και κορόιδευε τον δύστυχο βασιλιά ο οποίος προσπαθούσε μάταια  να την πείσει να συνετιστεί και να τους αφήσει ελεύθερους. Τότε θύμωσε ακόμη πιο πολύ και μεταμόρφωσε από εκδίκηση το γιο του σε ένα ζευγάρι αντρικά παπούτσια. Ο καημένος ο βασιλιάς λυπήθηκε πολύ και  τη παρακαλούσε να πάρει πίσω τα μάγια της αλλά αυτή δεν άκουγε. Μάλιστα του έδωσε μια κατάρα να μην μπορεί να γίνει άνθρωπος παρά μόνο εάν έβαζε τα παπούτσια μια γυναίκα. Και για να κάνει αδύνατη την επίλυση των μαγικών πέταξε μακριά το ένα παπούτσι στην άλλη άκρη της γης, στη παγωμένη χώρα. Ύστερα μεταμόρφωσε τον Βασιλιά σε σκύλο για να μην μπορεί να μιλήσει και σταθεί εμπόδιο στα καταχθόνια σχέδια της.

        Στην παγωμένη χώρα το παπούτσι έσκασε κυριολεκτικά στο κεφάλι ενός μεθυσμένου άντρα που εκείνη την στιγμή  ροχάλιζε δυνατά. Από το πολύ μεθύσι που είχε δεν κατάλαβε τίποτα, πήρε το παπούτσι από το κεφάλι του και το κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά του νομίζοντας ότι είναι μια όμορφη γυναίκα.  Ο καλός υπηρέτης του που ήταν παλιός κάτοικος του νησιού και τον έλεγαν Καλίστο προσπάθησε να πάρει το παπούτσι για να το βάλει, μπας και ζεσταθεί λιγάκι. Μετά από αρκετή ώρα τελικά τα κατάφερε και  αμέσως το φόρεσε. Εκείνη τη στιγμή μια γλυκιά ζεστασιά  κύκλωσε  όλο του το σώμα και ένοιωσε  μια απίστευτη επιθυμία να ψάξει να βρει και το άλλο παπούτσι. Έψαξε σε όλο το σπίτι αλλά τίποτα, γύρισε όλη τη παγωμένη χώρα και πουθενά δε βρήκε παρόμοιο παπούτσι. Έτσι αποφάσισε να ψάξει σε όλο τον κόσμο προκειμένου να το  βρει. 

     Περιπλανήθηκε για πολύ καιρό πέρασε όλες τις χώρες και τις πολιτείες μα μάταιος κόπος. Τελικά τρύπωσε κρυφά σε ένα πλοίο για να πάει και στα νησιά μήπως εκεί έβρισκε κάτι. Όμως έπιασε μια δυνατή θύελλα και το καράβι βούλιαξε, οι επιβάτες πνίγηκαν και μόνο ο  Καλίστος  τη τελευταία στιγμή κρατήθηκε από ένα ξύλο και έμεινε ζωντανός να θαλασσοδέρνετε στα λυσσασμένα κύματα. Την επόμενη μέρα το παλικάρι, βρήκε  στην ακροθαλασσιά λιπόθυμο η γοργόνα φίλη του πρίγκιπα που τώρα πια ήταν άνθρωπος και κρυβόταν για να μη τη βρει η Κακιοζήλη. Τον μάζεψε και τον πήγε σε μια σπηλιά για να μη τους δει κανένας. Όταν ο άντρας  συνήλθε και έμαθε που βρίσκεται χάρηκε πάρα πολύ που ξαναβρήκε το αγαπημένο του νησί μα στενοχωρήθηκε  σαν του είπε η κοπέλα ότι  είναι κυριευμένο από την κακιά βασίλισσα της χώρας που ήταν αιχμάλωτος τόσα χρόνια. Του είπε επίσης ότι δεν γνώριζε τι απέγιναν ο βασιλιάς και ο γιος του και ότι τους ψάχνει απεγνωσμένα. Στη συνέχεια  ο Καλίστος ενημέρωσε τη γοργόνα το σκοπό της δικής του περιπλάνησης και εκείνη θυμήθηκε ότι ο αγαπημένος της σκύλος είχε βρει ένα παπούτσι και κάπου το είχε κρύψει. Τον φώναξε και μόλις ο σκύλος μύρισε τον Καλίστο αναγνώρισε τη μυρωδιά του γιου του και γρήγορα του έφερε και το άλλο παπούτσι. Ο Καλίστος τρελάθηκε από τη χαρά του , το πήρε στα χέρια του το φίλησε και το φόρεσε στο πόδι του. Τότε αμέσως έγινε αόρατος και η κοπέλα δίπλα του μπορούσε μόνο να τον ακούσει. Της ήρθε  όμως μια πάρα πολύ καλή ιδέα. Ζήτησε από τον Καλίστο να της δανείσει για λίγο τα παπούτσια για να μπορέσει να μπει στο παλάτι μήπως έτσι βρει που έχει κρυμμένους η Κακιοζήλη τον αγαπημένο της και τον πατέρα του. Ο Καλίστος δεν ήθελε να αποχωριστεί τα αγαπημένα του παπούτσια που μόλις είχε βρει όμως επειδή ήταν για καλό σκοπό πείστηκε και της τα έδωσε. Μόλις η όμορφη κοπέλα τα έβαλε μέσα σε λίγα λεπτά πρόβαλε ζωντανός ο πρίγκιπας της. Όλα τα μάγια λύθηκαν το νησί ξαναέγινε όπως πριν και το πλούσιο και ζεστό φως του ήλιου έλαμψε και πάλι. Η κακιά βασίλισσα έγινε στάχτη και αποροφήθηκε στα έγκατα της γης. Επιτέλους όλοι γλύτωσαν  και οι παλιοί κάτοικοι του νησιού που είχαν απαχθεί επέστρεψαν. 

     Ο βασιλιάς πάντρεψε το γιο του με τη γοργόνα και ένα τρελό γλέντι ξεκίνησε που κράτησε πολλές μέρες και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!       

Συγγραφέας: Γιάννης Κιρλής - φοιτητής Tabula Rasa

  
    

2 σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...