Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

"Η ασπρουλιάρα" του Αργύρη Γιαμάλογλου

     «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις», τον παρακάλεσα κλαίγοντας. «Εγώ είμαι, η ασπρουλιάρα σου. Σε παρακαλώ όχι εδώ, γιατί δε μ’ ακούς». Το αφεντικό μου που τόσο με είχε αγαπήσει και φορέσει χωρίς να μου δώσει καμία σημασία, άνοιξε το χέρι του και με άφησε να πέσω στο καλάθι με τα υπόλοιπα άπλυτα ρούχα. Ήμουν πια καταδικασμένη. Το ήξερα ότι δε θα την έβγαζα καθαρή εκεί μέσα. Δε θα άντεχα ούτε μία μέρα με τις μαύρες. 

     Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα...
η ωραία μου μυρωδιά είχε καλυφθεί από μία μυρωδιά σαπίλας και ιδρώτα. Και για όλα έφταιγαν εκείνες. Που έχασα την αδερφή μου, που έγινα γκρι, που έπαψε να με αγαπάει το αφεντικό, που μου χάλασε το λάστιχο μου, για όλα εκείνες. Από την πρώτη μέρα που ήρθαν στο σπίτι μας με ζήλευαν. Με έβλεπαν έτσι άσπρη, κάτασπρη και έλεγαν, «κοίτα πως είναι αυτή, σα νεκρή» και γελούσαν. Εγώ και η αδερφή μου δεν τους δίναμε σημασία. Εμείς εξάλλου ήμασταν κυρίες. Είχαμε τη φινέτσα μας, την ομορφιά μας και εκτός των άλλων ήμασταν και οι αγαπημένες του κάλτσες. Μέρα παρά μέρα εμάς φόραγε. Του είχαμε κάνει συντροφιά σε αγώνες ποδοσφαίρου, σε ραντεβού, στην κηδεία της μαμάς του, παντού εμείς. Στεγνές, πεντακάθαρες και μοσχοβολιστές. Πάντα δίπλα του. Και στα εύκολα και στα δύσκολα. Μέχρι που ήρθαν αυτές. 

     Θυμάμαι ακόμα την πρώτη μέρα που έσκασαν μύτη στο σπίτι και βγήκαν από μία φτηνοσακούλα. Το αφεντικό είχε μείνει άνεργο εδώ και δύο μήνες αλλά ποτέ δεν περίμενα να πάρει αυτές τις βρωμιάρες. Και ήταν και αλλοδαπές. Κινέζες. Σχιστομάτες. Και τάχα μου δήθεν αυτοκαθαριζόμενες. «Τι είναι καλέ αυτοκαθαριζόμενες;» ρώτησα την αδερφή μου όλο απορία. Εκείνη γύρισε και με κοίταξε χωρίς να έχει απάντηση. Μετά από καιρό έμαθα ότι λέει αν της βάλεις σε νερό βγάζουν μία ουσία και καθαρίζονται μόνες τους, ούτε πλυντήριο, ούτε ρεύμα, ούτε χρήματα κατ’ επέκταση. Σαν τις σουπιές που αμολάνε μελάνι ένα πράγμα. Και ξέρετε τι σήμαινε αυτό; Εμείς λερωνόμασταν πολύ εύκολα. Και θέλαμε μέρα παρά μέρα πλύσιμο. Και το αφεντικό έτρεχε από το πρωί μέχρι το βράδυ να βρει δουλειά. Που καιρός για πλύσιμο. Από τότε εκείνες έγιναν κολλητές του. Σε όλα τα σπουδαία γεγονότα εκεί, πίσω του. Μη χάσουν. Κι εγώ του έλεγα, «αφεντικό αυτές βρωμάνε, είναι ξένες» τίποτα αυτός, τη μέρα της φόραγε, το βράδυ στο νερό και τσουπ πάλι στεγνές το πρωί. Και ξέρετε πως στεγνώνανε; Γιατί ήταν λεπτές. Τόσο λεπτές, σα φύλλο χαρτί. Όχι σαν κι εμάς τις βαμβακερές. Εγώ θέλω τουλάχιστον δέκα ώρες να στεγνώσω. Αφού κάποια στιγμή δεν άντεξα και ρώτησα τη μία απ’ αυτές, τη λίγο πιο ξεπεταγμένη που την έβλεπα έπαιζε το μάτι της, «μήπως έχεις νευρική ανορεξία;». «Δεν κοιτάς τα χάλια σου» μου είπε. «Χοντρή, ε χοντρή». Από εκείνη τη μέρα ξεκίνησε πόλεμος. Ευτυχώς που το αφεντικό ήξερε την αξία της καθεμιάς μας και δε μας έβαζε στο ίδιο συρτάρι. Πρώτο εμείς, τελευταίες αυτές. Άσε που τον περισσότερο καιρό ήταν ή στο νερό ή πεταμένες στο πάτωμα. Και ήθελαν να μας πάρουν το σπίτι, το μικρό μας συρταράκι. Τις έβλεπα καμιά φορά που έκανα δήθεν ότι κοιμάμαι από τη χαραμάδα της ντουλάπας. Έφτιαχναν σχέδια για να μας εξοντώσουν. Κι όλο μουρμουρίζανε κι όλο ψιθυρίζανε και κοιτούσαν γύρω τους μήπως τους ακούει κανείς. Μέχρι που το έκαναν. Δεν το περίμενα ότι θα έφταναν μέχρι αυτό το σημείο. 

     Τη συγκεκριμένη μέρα είχα κοιμηθεί λίγο παραπάνω γιατί ήξερα ότι το αφεντικό δε θα με ξυπνήσει για να με φορέσει, είχε πλύνει αυτές από βραδίς. Και με ξύπνησαν οι κραυγές της αδερφής μου. «Βοήθεια, βοήθεια», ούρλιαζε και η φωνή της χανόταν, σαν να πνιγόταν μέσα σε ένα τεράστιο ωκεανό με απορρυπαντικό. Δεν μπορούσα να την ακούω. Μετά από λίγο έκλεισα τ’ αυτιά μου και τα μάτια μου γιατί τη σκεφτόμουν χτυπημένη κάτω στο πάτωμα γεμάτη αίματα. Αυτές ευθύνονταν, είμαι σίγουρη. Η αδερφή μου δε θα πήγαινε ποτέ μόνη της στο σπιτάκι του σκύλου. Αφού τον ήξερε πως δαιμονίζεται με τις καθαρές κάλτσες. Αυτές την απήγαγαν το πρωί. Όταν έκανε την πρωινή της γυμναστική την απήγαγαν και την έδωσαν στο σκύλο. Μέχρι να γυρίσει το αφεντικό η αδερφούλα μου είχε μείνει μισή. Όταν αντίκρισα το θέαμα δεν άντεξα. Τα δάκρυα μου έτρεξαν καυτά πάνω στο άψυχο κομματιασμένο σώμα της αδερφής μου. Αλλού το κεφάλι, αλλού τα χέρια… Και τότε θύμωσα. Θύμωσα πολύ. Εξοργίστηκα. «Τι σας κάναμε;» ρώτησα σταυρώνοντας τα χέρια μου και κλείνοντας τους το δρόμο ενώ εκείνες ήταν έτοιμες να κάνουν το γύρο του θριάμβου. «Τι σας έκανε, ε; Τι σας έφταιξε; Απαντήστε μου. Επειδή εσείς δεν είστε όμορφες; Επειδή είστε του σωρού;» Με είχε πνίξει το παράπονο, το μίσος, ο θυμός, η αγανάκτηση, τα δάκρυα. Όλα μαζί ανακατεμένα σα φρούτα σε μπλέντερ. «Τα ήθελε και τα έπαθε» μου απάντησε η Κινέζα και μου γύρισε την πλάτη. Αμέσως η αδερφή της την ακολούθησε και με μία κίνηση πιαστήκαν αγκαζέ και απομακρύνθηκαν συνάμενες κουνάμενες οι κυρίες. Κυρίες, τρόπος του λέγειν. Μπορεί να είχαν νιάτα και τσαχπινιά αλλά ήταν ξένες, αλλοδαπές και άσχημες. Και βρώμαγαν. Αυτό μου έδινε κουράγιο. 
 

     Το αφεντικό πήρε την αδερφή μου και με μία κίνηση σαν να ήταν άψυχη κούκλα την πέταξε στα σκουπίδια. «Και τώρα;» αναρωτήθηκα. «Τώρα θα την ακολουθήσεις κι εσύ κουκλίτσα» μου απάντησαν οι μαύρες με μία φωνή λες και διάβασαν τη σκέψη μου. Κι άρχισαν να γελάνε. Ένα γέλιο ενοχλητικό που μου τρυπούσε το τύμπανο. Κάπως έπρεπε να τις εκδικηθώ. Κάτι να κάνω. Δε γινόταν να μείνω με σταυρωμένα χέρια μετά το φόνο που διέπραξαν. Μα το θεό αν υπήρχε αστυνομία της κάλτσας θα της είχα πάει μέσα σηκωτές. Το αφεντικό κινήθηκε νωχελικά κι άρχισε να ψάχνει. «Τι ψάχνει;» αναρωτήθηκα. Κάτω από κρεβάτια, κάτω από έπιπλα, μέσα στα συρτάρια. «Καλά δεν έχεις καταλάβει; Εσένα ψάχνει». Είχαν δίκιο. Έψαχνε να με βρει να με πετάξει, δίπλα στο άψυχο σώμα της αδερφής μου μαζί με τα χρησιμοποιημένα χαρτιά υγείας. «Κάτι πρέπει να κάνω, πρέπει να κρυφτώ» σκέφτηκα κι άρχισα να τρέχω. «Εδώ είναι, εδώ, να τη, πάει να ξεφύγει» φώναζαν υστερικά οι μαύρες και κούναγαν τα μικρά χεράκια τους δείχνοντας εμένα που ήμουν ακάλυπτη γιατί δεν ήξερα μέσα στον πανικό μου που να κρυφτώ. Και τότε με είδε. Με σήκωσε από το πάτωμα και με κοίταξε. Κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα έχοντας με στα χέρια του και άνοιξε το καλάθι των αχρήστων. Η αδερφή μου κείτονταν μέσα νεκρή και εγώ σε λίγο θα ήμουν ζωντανή, ολοζώντανη, δίπλα της. Με ξανακοίταξε κι έκλεισε το καλάθι. Για λίγο το σκέφτηκα. Όχι, έπρεπε να με πετάξει. Τουλάχιστον να είμαι με την αδερφούλα μου. Να θαφτούμε μαζί. Ήμουν αχάριστη. Εκείνη θα έδινε και τη ζωή της για μένα κι εγώ παρακαλούσα το αφεντικό να μη με πετάξει δίπλα της. Για να ζήσω λίγο παραπάνω. Πώς; Αφού χωρίς την αδερφή μου ήμουν ήδη νεκρή. «Πέταξε με δίπλα της, θέλω να είμαι μαζί της» ούρλιαξα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Εκείνος αγνοώντας με άνοιξε το καλάθι με τα άπλυτα. 

     Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί το έκανε αυτό. Γιατί με έβαλε εκεί μέσα. Μάλλον κατά λάθος. Αλλά ευχαριστώ το θεό που ήταν τόσο αφηρημένος κι έκανε αυτό το λάθος. Εκεί ήταν κι αυτές. Με περίμεναν. Και πλέον ήμουν απροστάτευτη. Με έπιασαν και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Η μία έριξε χρώμα πάνω μου και με έκανε γκρι και η άλλη άρχισε επιδεικτικά να μου μασάει το λάστιχο μέχρι που το έκοψε. Είχα παραδοθεί σε έναν αργό και βασανιστικό θάνατο. Χωρίς να φταίω. Μόνο και μόνο επειδή ήμουν λίγο πιο ωραία, λίγο πιο αγαπητή, μόνο και μόνο επειδή ήμουν ο εαυτός μου. 

     Όταν τέλειωσαν μαζί μου είχα ήδη αφήσει την τελευταία μου πνοή και βάδιζα σε ένα λευκό μονοπάτι, σε ένα μεγάλο τούνελ. Έτρεχα προς εκείνη, προς την αδερφούλα μου. Ήμουν σίγουρη ότι θα την ξανάβλεπα. Και όλα θα ήταν όπως πριν. Λευκά. Άσπρα. Σαν κι εμάς. Τις ασπρουλιάρες.





Συγγραφέας: Αργύρης Γιαμάλογλου - φοιτητής Tabula Rasa

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...