Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

"Το ιδανικό τοπίο" της Ναταλίας Dalheimer


     Πάνω ψηλά στο βουνό ζούσε μια νεαρή κοπέλα. Ήταν ορφανή και το μόνο που είχε ήταν το μεγάλο διώροφο σπίτι χτισμένο από χοντρά ξύλα. Ήταν ένα ωραίο και εντυπωσιακό αρχοντικό στη μέση της πρασινάδας. Στο σπίτι είχε δύο υπηρέτες που στην ουσία της ήταν σαν γονείς που έχασε μικρή. Η κυρία Ματούλα ήταν οικονόμος και ο κύριος Θανάσης έκανε όλες τις ανδρικές δουλειές, τάιζε τα άλογα στο στάβλο, πρόσεχε τον κήπο του σπιτιού. Για την Ειρήνη το σπίτι της ήταν ο παράδεισός της. Το αγαπούσε πολύ. Με τις ώρες περπατούσε στο δάσος και συχνά κοιτούσε από ψηλά την κωμόπολη που απλωνόταν σε όλα την κοιλάδα στους πρόποδες του βουνού. Εκεί πήγαινε σχολείο. Ήταν πάντα καλή μαθήτρια. Έτσι κατάφερε να μπει με υποτροφία στο Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης στις ΗΠΑ και να τελειώσει Ιστορία και Ξένες γλώσσες με αριστεία. Γύρισε στο σπίτι και αμέσως άρχισε δουλειά με συγγραφή και μεταφράσεις, η οποία ήταν κυρίως στο σπίτι και μερικές φορές το μήνα ταξίδευε στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων για να βοηθήσει ως αναπληρώτρια στο μάθημα της ιστορίας. 

     Μια μέρα...
έλαβε τηλέφωνο από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων, το οποίο ζητούσε άδεια για να φιλοξενήσει η Ειρήνη τέσσερεις επαγγελματίες αρχαιολόγους για να αποκαταστήσουν και συντηρήσουν τον αρχαίο οικισμό Γιτάνη, το οποίο από τις κακοκαιρίες είχει πάθει ζημιές. Η Αρχαία Γιτάνη ήταν στο πλάι του βουνού που ζούσε η κοπέλα και το σπίτι της ήταν το μόνο μέρος κοντά σε αυτήν. Η Ειρήνη συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μετά από μια βδομάδα κατέφτασαν οι αρχαιολόγοι. Ο αρχηγός της ομάδας ήταν ο Σωκράτης, ένας ωραίος άνδρας γύρω στα 35. Η Ειρήνη από τη φύση της ντροπαλή και κλειστή, δεν έδειξε τα αισθήματα που ξύπνησε ο άνδρας μέσα της. 

     Η παραμονή των αρχαιολόγων "ζωντάνεψε" το σπίτι. Κάθε βράδυ μαζεύονταν όλοι για το δείπνο και η κυρία Ματούλα κόπιαζε με ώρες στην κουζίνα για να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Ένα βράδυ στο τραπέζι ο Σωκράτης είπε για έναν μύθο που λέγεται ότι έγινε στην Αρχαία Γιτάνη. "Κάποτε ο βασιλιάς της Γιτάνης παντρεύτηκε μια κοινή γυναίκα αλλά ο λαός ήταν εναντίον της. Αυτή γέννησε δύο αγόρια, τα οποία της τα έκλεψαν και ποτέ δε βρέθηκαν. Ο βασιλιάς με τη βασίλισσα έψαχναν όλη τη ζωή τους για τα παιδιά τους και δεν έκαναν άλλα. Όταν ήταν ήδη γέροι η πόλη λεηλατήθηκε από άγνωστους εχθρούς και σκότωσαν το βασιλιά με τη βασίλισσα. Από τότε κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν τα αγόρια και αν έζησαν και είχαν απογόνους." Η Ειρήνη άκουγε με πολύ ενδιαφέρον την ιστορία, η οποία την παρακίνησε να κάνει έρευνα πάνω στο μύθο. Περνούσε πολλές ώρες στο γραφείο της διαβάζοντας για την Αρχαία Γιτάνη. Ο Σωκράτης, όταν έβρισκε χρόνο, της έκανε παρέα. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε αμοιβαία συμπάθεια και ο άνδρας δεν έκρυβε πως νιώθει για τη νεαρή κοπέλα. Καμιά φορά η Ειρήνη ζητούσε από τον κύριο Θανάση να ετοιμάσει τα άλογα για να πάνε βόλτα στο δάσος. Αλλά κανείς τους δεν είπε ανοιχτά για αυτά που ένιωθαν.

     Μετά από έναν μήνα ο Σωκράτης με την ομάδα του βρήκαν στη Γιτάνη μια πλάκα με επιγραφή. Την έστειλαν αμέσως σε ειδικό, ο οποίος αφού την αποκρυπτογράφησε, πήρε τηλέφωνο τον Σωκράτη για να του πει πως η πλάκα έλεγε για δύο αγόρια που δόθηκαν σε μια οικογένεια ονόματι Λυσίμαχου. Τότε η Ειρήνη έστρεψε αλλού την έρευνα και αναγκάστηκε να ταξιδέψει στην Αθήνα και να επισκεφτεί την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Μετά πήγε στο Λονδίνο για να βρει και εκεί ένα έγγραφο ενός άγγλου αρχαιολόγου που είχε κάνει ανασκαφές στην Αρχαία Γιτάνη τον 18ο αιώνα.

     Όταν επέστρεψε σπίτι, ο Σωκράτης με τους υπόλοιπους αρχαιολόγους είχαν τελειώσει τη δουλειά τους και ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν για τα Ιωάννινα. Είχαν περάσει τρεις μήνες και η Ειρήνη δεν κατάλαβε καν πως πέρασε τόσο γρήγορα ο χρόνος. Στενοχωρήθηκε που θα έφευγε ο Σωκράτης. Σκέφτηκε πως με την έρευνά της έχασε την ευκαιρία να αφιερώσει λίγο χρόνο στην προσωπική της ζωή. Πάντα έκανε έτσι και είχε βάλει τη δουλειά της πάνω απ΄όλα. Τώρα όμως συνειδητοποιούσε πως αυτό που ένιωθε για τον όμορφο αρχαιολόγο ήταν παραπάνω από μια απλή συμπάθεια. Ο Σωκράτης την αποχαιρέτησε ευχόμενος επιτυχία με την έρευνά της και της είπε να τον παίρνει τηλέφωνο για οποιαδήποτε βοήθεια. Και εκείνη δεν κατάφερε για άλλη μια φορά να πει κάτι. Αφού όλοι τους ευχαρίστησαν θερμά την κυρία Ματούλα για την περιποίησή της, τον κύριο Θανάση και την Ειρήνη, έφυγαν με το μεγάλο τζιπ τους. 

     Η κοπέλα έχασε την όρεξή της για την έρευνα και γενικά για τη δουλειά. Έκανε κάθε μέρα βόλτες είτε με το άλογό της είτε απλά περπατούσε όπως συνήθιζε να κάνει. Η κυρία Ματούλα άρχισε να ανησυχεί για τη μικρή της και προσπάθησε να ρωτήσει τι την απασχολούσε. Ο κύριος Θανάσης φάνηκε πιο παρατηρητικός και είπε στην κυρία Ματούλα το λόγο που είναι έτσι η μικρή τους, άλλωστε εκείνος έβλεπε το ζευγάρι να περνάει πολλές ώρες μαζί πάνω στα άλογα.  Οι δύο τους όμως δεν τολμούσαν να πουν τίποτα στην Ειρήνη και εύχονταν να γίνει κάτι για το καλό της. 

     Μετά από δύο βδομάδες η Ειρήνη αποφάσισε να ξαναδουλέψει και να συνεχίσει την έρευνα για την οικογένεια Λυσίμαχου. Από τα βιβλία και διάφορα έγγραφα είχε κάνει σημειώσεις και έτσι ξανακλείστηκε στο γραφείο της. Μετά από ένα μήνα η κοπέλα χαμογέλασε χαρούμενη. Μπήκε στο αμάξι της και πήγε απευθείας στην Πρέβεζα. Με την έρευνά της ανακάλυψε πως η οικογένεια των Λυσίμαχου, οι οποίοι κατά τη διάρκεια των αιώνων μετονομάστηκαν σε Γρηγορίου, ζούσαν στην περιοχή της Πρέβεζας. Εκεί στη βιβλιοθήκη βρήκε ένα οικογενειακό δέντρο των Γρηγορίου αλλά οι πληροφορίες έλεγαν πως υπήρχε μεγάλο κενό και έτσι δεν ήταν σίγουρο αν το συγκεκριμένο δέντρο ανήκε στην ιστορική οικογένεια Λυσίμαχου. Η Ειρήνη έμεινε στη Πρέβεζα λίγες μέρες για να προλάβει να μελετήσει το οικογενειακό δέντρο. Για μεγάλη της έκπληξη ανακάλυψε πως ο Σωκράτης μπορεί να ανήκει στο ίδιο δέντρο. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά στη θύμησή του προσώπου του. Έπρεπε να τον δει, μπορεί και ο ίδιος να μη γνωρίζει ότι υπάρχει μια τόσο μεγάλη πιθανότητα να είναι ένας από τους απογόνους.

     Τον πήρε τηλέφωνο και εκείνος χάρηκε όταν την άκουσε. Την επόμενη μέρα πήγε στα Ιωάννινα και τον βρήκε στο γραφείο του στο σπίτι. Δεν άλλαξε καθόλου, της φάνηκε όμως πιο όμορφος από ποτέ. Ένα ζεστό κύμα την πλημμύρισε όταν εκείνος της έπιασε τα χέρια για να την χαιρετήσει. Κάθισαν και συζήτησαν για το οικογενειακό του δέντρο. Η μητέρα του είχε το επίθετο Γρηγορίου και ήταν μια μεγάλη πιθανότητα να ήταν απόγονος αλλά δεν ήταν σίγουρο αφού τα αρχεία είχαν τόσα κενά. Ο Σωκράτης την παρακολουθούσε με χαμόγελο και η Ειρήνη παραξενεύτηκε γιατί εκείνος δεν εκπλήσσεται. Της είπε τότε πως και εκείνος έκανε έρευνα τόσο καιρό γιατί ήθελε να τη βοηθήσει και γιατί κατά βάθος ήλπιζε ότι θα ήταν μια καλή αφορμή να την δει ξανά. Βέβαια, δεν περίμενε πως όλη η έρευνα είχε να κάνει με τον ίδιο στην τελική. Η Ειρήνη έμεινε άναυδη, δεν ήξερε τι να πει σε μια τόσο ειλικρινή εξομολόγηση. Εκείνος όμως ήθελε απάντηση και την κοιτούσε επίμονα. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει μετά από κάποια ώρα είναι πως και εκείνη ευχόταν να τον δει. Ο Σωκράτης πλησίασε την κοπέλα και τη φίλησε. 

     Μετά από μήνες όρισαν την ημερομηνία του γάμου τους και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο σπίτι της Ειρήνης. Εκείνη επέμενε για αυτό, δεν ήθελε να ζει στην πόλη ούτε να αφήσει μόνους τον κύριο Θανάση και την κυρία Ματούλα. 

     Η Ειρήνη είχε να γράψει μια νέα ιστορία και ο Σωκράτης ήταν δίπλα της συνεχώς. Έφευγε μόνο όταν είχε δουλειά. Όταν έλειπε εκείνος, η κοπέλα καθόταν στο πράσινο χορτάρι εκεί που φαινόταν η κοιλάδα. Κάπου ψηλά άκουγε φτερούγισμα πουλιών.  Ρουφούσε τη φρεσκάδα του αέρα και την έντονη μυρωδιά του χορταριού. Την ταξίδευε  πολλά χρόνια πριν, τότε που ήταν παιδί..

Συγγραφέας: Ναταλία Dalheimer - φοιτήτρια Tabula Rasa 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...