Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

"Της Πόπης" της Βούλας Σαρητζόγλου


     «Οk, πάμε απ’ την αρχή. Έχω φάει κόλλημα με αυτή τη συγκεκριμένη σπανακόπιτα -την πουτάνα-, μ’ έχει στείλει αδιάβαστο. Ααα, ρε Πόπη... Θεός σχωρέσ’ την! Θες το κριτσανιστό της φύλο, τα καμένα γωνιακά της, την οξύτητα, το μέλωμα, το αλατάκι της, πιπεράτη όσο πρέπει, το λάδι, τη ζεστασιά, το βάρος της -τι μυρωδιά ήταν αυτή! Άσε με χάμω με τα τυριά. Πού έμαθες εσύ...
να τρως; Στου βρωμιάρη; Σκέτη, σου λέω. Από μέσα τσιγαριστό το χόρτο με μπόλικο κρεμμυδάκι καρέ, καλογυαλισμένο, για να χοροπηδάει στη γλώσσα, κι απ’ έξω το χωριό στα ώπα του! Τι με κοιτάς, ρε συ, σα χάνος; Η πιο σιροπιασμένη σπανακόπιτα της πιάτσας! Τι να ξεπλύνω, ρε άσχετε και τι να ξεχάσω;  Για λέγε. Τον οργασμό ή την καύλα; Πλατεία Κουμουνδούρου, είπαμε. Της κυρά Πόπης το σπίτι ήταν γωνία με Ευριπίδου, πάνω απ’ τους κινέζους. Πόσους φούρνους και πόσα τυροπιτάδικα να έχει εκεί γύρω; Δέκα; Είκοσι; Τριάντα; Μεγάλη γυναίκα ήτανε, δεν περπάταγε κι εύκολα... Εσύ πες τριάντα, ωραία. Πού είναι το πρόβλημά σου;» Μπορούσα να του απαντήσω -είμαι παλιά καραβάνα- ότι αν του συνέβαινε, το οτιδήποτε και δεν ήμουνα εγώ ο ίδιος εκεί να τον μεταφέρω, θα με στήνανε στο ένα μέτρο, αλλά η εμπειρία μου έλεγε να μη βγάλω τσιμουδιά. Το αφεντικό συνέχισε: « Άσε, μόνος μου πρέπει να το λύσω. Φώναξέ μου τη Μάρθα.» 

     Επιτέλους! Τέρμα το μπίρι-μπίρι σκέφτηκε ο Παύλος. Ανάπαυση! Έκανε μια στροφή κι άνοιξε την πόρτα να πάρει αέρα. Στα καλά καθούμενα –δεν είχαν περάσει ούτε δυό ώρες που είχε χτυπήσει μια τζάμπο σπέσιαλ- και το στομάχι του, σειόταν μέσα-έξω απ’ την πείνα!  Η Μάρθα έβγαζε φωτοτυπίες. Κάτι απλό δηλαδή, για να μη το ξύνει όλη μέρα. Της έκανε νόημα να μπει στο γραφείο του αφεντικού. Ενοχλήθηκε η κυρία που δε σηκώνει διαταγές, διάολε, αλλά και τι να πεις άμα σε φωνάζει ο Βαγγέλης; Όχι δε μπορώ; Δεν έχει τέτοια. Κάνε τις κόνξες σου και παίζε το κυρία γραμματέας αλλά άπαξ και σε ζητήσει ο μεγάλος, το βουλώνεις και σπιντάρεις. Τόσο απλά. Ή, παίρνεις πόδι. Καλά, λίγο δύσκολο αυτό για τη Μάρθα, λέμε τώρα.. Κοτούλα, έ κοτούλα λειράτη! Πέταξε τα χαρτιά της στον αέρα -είναι υστερικιά η γυναίκα, δεν παίζεται- και μουρμουρίζοντας κάτι αλανιάρικα, πέρασε στο πριβέ του Βαγγέλη. Εντωμεταξύ, προσγειώθηκαν ανώμαλα στο πάτωμα πολύχρωμες φωτοτυπίες με γόβες... φεράγκαμο; Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Το πιάσαμε το υπονοούμενο κυρία Μάρθα μας. «Κλείσε την πόρτα και πες του Παύλου να περιμένει, να μη φύγει.» «Εντάξει κύριε Βαγγέλη, ό,τι θέλετε, θα είμαι...» δεν πρόλαβα να το ολοκληρώσω ο πούστης. Χριστέ και Παναγίτσα μου! Τραβάει η Μάρθα μια ξέστροφη στην πόρτα, πώς δεν κατέβασε την κάσα, να λες. Για μένα; Καλύτερα. Θα’λεγα: «απ’ έξω» και θα ήμουνα υποχρεωμένος να βαράω προσοχή μέχρι να τελειώσουνε, ενώ τώρα, φέρνω βόλτα το μέγαρο κι ας με ψάχνει. Ρε συ, πώς δε το σκέφτηκα; Θα πω στη Σωτηρία να μου βάζει τάπερ για τη λιγούρα. Αλλιώς δε συμφέρει... Ό,τι παίρνω θα το ρίχνω στο στομάχι; Κάνα μεζέ απ’ την προηγούμενη, κάτι λίγο να στανιάρω. Αλλά αυτό, από αύριο. Σήμερα...

     «Οk, ο Παύλος είναι βλάκας. Εδώ που τα λέμε, δε γίνεται να λείψει για πολύ. Έχει ευθύνη. Λοιπόν, πάρε ένα ταξί και τράβα στην πλατεία Κουμουνδούρου... Δε θα τ’ αφήσεις το ταξί... Όσο χρεώσει, δεν πειράζει. Ρώτα στα περίπτερα να σου πούνε... Αυτοί είναι ρουφιάνοι, τα ξέρουν όλα. Πόσους φούρνους και πόσα τυροπιτάδικα να έχει η περιοχή; Δυό-τρία το πολύ. Από ένα κομμάτι -μην πάρεις παραπάνω- να το δοκιμάσω πρώτα.» Πώς τον κοίταζε έτσι; Σιγά, τι της ζήτησε; Τον ουρανό με τ’ άστρα; Μια σπανακόπιτα! Θα τα πάρω τώρα, σκέφτηκε και θα σε στείλω σπίτι σου να ψάχνεσαι Μαρθούλα, που μου κάνεις τη δύσκολη. Η Μάρθα δεν έβγαζε άχνα. Φόρτωνε, φόρτωνε μέχρι που... «Άντε γαμήσου Βαγγέλη που θες να με στείλεις στους κωλομπαράδες. Να φύγω απ’ τον Πειραιά και να πάω στην Κουμουνδούρου για να σου πάρω σπανακόπιτα, έέέ; Δεν υπάρχει αυτό που λες! Τράβα μόνος σου, με τον Παύλο. Εσύ να κατεβαίνεις να ρωτάς στα περίπτερα και ο Παύλος να σε περιμένει στ’ αυτοκίνητο. Έχεις δικό σου οδηγό και μου λες να πάρω ταξί; Και για να’χουμε καλό ρώτημα, τα δεκαπέντε χιλιάρικα που σου ζήτησα για το σχολείο του Αλέξανδρου, πότε θα μου τα δώσεις;» 

     Ο Βαγγέλης άλαλος, με το κεφάλι καργαρισμένο στο αίμα, σηκώθηκε με τέτοια φόρα που πέφτοντας πίσω, η καρέκλα του, διέκοψε οριστικά το διαλογισμό ενός κρυστάλινου βούδα. Να την πιάσει απ’ το λαιμό ήθελε, να τη στραγγαλίσει αλλά δεν ήτανε στη φύση του. Α, ρε Πόπη, καιρό που πήγες να πεθάνεις!  Ας μου’λεγες πρώτα ποιός την πουλάει τη σπανακόπιτα και μετά άστο να σβήσει το καντήλι σου. Με τον κάθε γελοίο που’χω μαζέψει εδώ μέσα... «Πόσες φορές μου ζήτησες φέτος τα δίδακτρα του σχολείου;» Είχε σταθεί μπροστά της με τη μαύρη βαλβίδα του κεφαλιού του, τεντωμένη κι ασάλευτη. Προμηνυότανε... Όχι, ας μη το χαρακτηρίσω γιατί, η Μάρθα που είχε κάνει μεταπτυχιακό στη βαλβίδα του Βαγγέλη, την άλλαζε απότομα τη συνθήκη. «Τι θες να σου πω Βαγγέλη, που μ’ έχεις στο φτύσιμο μια βδομάδα τώρα; Σου έβαλε φρένο η γυναίκα σου; Εγώ τι είμαι; Έχω ανάγκες Βαγγέλη. Εσύ, με υποχρεώνεις κύριε να σου λέω ψέματα. Δε βλέπεις ότι δεν έχω παπούτσι να βάλω; Πότε μου ψώνισες τελευταία φορά; Και μη μου πεις για τα ρετάλια που’φερες απ’ την Ιταλία, γιατί εδώ γελάνε αγόρι μου. Ή νόμιζες ότι μασάω ταραμά; Όλο ψου-ψου και μου-μου με την καινούργια.  Το σπίτι πότε θα πάμε να το δούμε; Εγώ Βαγγέλη, μέχρι τέλος του μήνα φεύγω απ’ το διαμέρισμα. Κανόνισε να μας πληρώνεις ξενοδοχείο. Κερατιάτικα λεφτά, δηλαδή. Τι πιο εύκολο, αγόρι μου, απ’ το να δώσεις μια εντολή να πληρωθεί η επιταγή  αύριο και να το καπαρώσω; Ο Αλέξανδρος έχει αρρωστήσει.  Η υγρασία....» Βαριέμαι και να τα γράφω τα υπόλοιπα, γιατί είναι γνωστά στην αγορά. Μια μονότονη κλάψα που τους άλλαζε μόνο τα ουσιαστικά και τα κύρια ονόματα. Το σπίτι γινότανε νοσοκομείο, ο Αλέξανδρος γινότανε Ασπασία (η μάνα της με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα) κ.λ.π. Αυτή ήτανε η Μάρθα και ο Βαγγέλης τη γούσταρε πολύ. Αλλά πιο πολύ κι απ’ τη Μάρθα, τούτη τη στιγμή γούσταρε τη σπανακόπιτα που η καημένη η καθαρίστρια -ένα κέρασμα έκανε και μετά τα κακάρωσε- δεν πρόλαβε να του πει από πού την αγόρασε. Η βαλβίδα του Βαγγέλη υποχώρησε. Για να μη φανεί όμως ηττημένος, με μια σπασμωδική κίνηση την προσπέρασε κι άνοιξε επιδεικτικά την πόρτα του γραφείου του (αυτή ήταν δουλειά δική της). «Πέρνα από την τράπεζα αύριο και πήγαινε για ψώνια μετά», της είπε με μια ανάλαφρη σαδιστική διάθεση. Η Μάρθα γούρλωσε τα μάτια της. «Τι εννοείς; Να μην έρθω στη δουλειά; Με απολύεις;» Καλά, δεν ήτανε και καμιά έξυπνη, εδώ που τα λέμε. «Σε παρακαλώ, δεν έχω όρεξη για λόγια. Αρκετά δεν είπες; Θα πάρω τον Ματθαίου να σου δώσει λεφτά αύριο και τράβα κλείσε το σπίτι. Πήγαινε στο γραφείο σου τώρα, μη μπει και κάνας άνθρωπος...» 

     Εκεί που της μίλαγε τα αφεντάδικα -στο εντελώς πουθενά- παθαίνει έναν ερεθισμό  η μύτη του από μια απειροελάχιστη ιδέα τσίκνας. Αν έχεις δίπλα σου τη Μάρθα που λούζεται με γαλλικά αρώματα, βέβαια, αυτή την ποσότητα καμένης λαδίλας δε την αντιλαμβάνεσαι, όσο υποχόνδριος και να’σαι. Η μύτη του όμως ήταν δρομέας μικρών αποστάσεων -λόγω που ήταν αφεντικός και τα’χε όλα στο χέρι- οπότε ανέβαζε γρήγορα ταχύτητες. Κάτι τέτοιες στιγμές τον λυπάμαι. Δεν πα’ νά ’χεις όλα τα λεφτά του κόσμου, άμα το θέλει η μύτη σου, θα σε ξεφτιλίσει. Τη γκόμενα την κουμαντάρεις. Τη μύτη σου και τον κώλο σου, ποτέ! Τέντωσε τα χέρια του μπροστά, για να της ανοίξει δρόμο, κι έπειτα, προς τα πού πήγαινε η μύτη του; Στο κατόπι της αυτός και πίσω από το Βαγγέλη η Μάρθα, που δεν του είχε εμπιστοσύνη.  Κατεβήκανε στον τέταρτο, στον τρίτο, στο δεύτερο δίπλα απ’ τις σκάλες είχε ένα κουζινάκι. Εκεί, τερματίσανε! Τέλος της κούρσας... «Παύλο; Τι είναι αυτό που τρως;» Πίκρα! Τι θα μπορούσε δηλαδή να τρώει ο χριστιανός; Κακαβιά; Τον είχες πόση ώρα και του πιπίλαγες το μυαλό με τη σπανακόπιτα της Πόπης, ρε Βαγγέλη... Ε, πήγε κι αυτός απέναντι στο βρωμιάρη και χτύπησε μία από δαύτες, έτσι ίσα-ίσα για τη λιγούρα. Έλεος, ρε φίλε! 

     «Κύριε Βαγγέλη, είναι η σπανακόπιτα του βρωμιάρη... Eσείς, δεν τρώτε από...» «Φέρ’την εδώ!» Την τράβηξε απ’ τα χέρια του κι έπεσε με τα μούτρα στα λάδια. «Αυτό είναι... Μπόλικο κρεμμυδάκι, καλογυαλισμένο!» Α, ρε Πόπη με τη σπανακόπιτά σου... Θεός σχωρέσ’ την! Κουμουνδούρου, είπαμε. Έέέ;

Συγγραφέας: Βούλα Σαρητζόγλου - φοιτήτρια Tabula Rasa

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...