Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

"Εκείνη τη μέρα" της Ναταλίας Dalheimer



     Η Ρεγγίνα έλαβε γράμμα μετά από 24 χρόνια. Κάθισε στο μπαλκόνι , έσπασε τη σφραγίδα που είχε για λογότυπο έναν αρουραίο και άνοιξε το φάκελο. Μέσα υπήρχε ένα κλειδί πολύ μικρό, τόσο μικρό που μόλις που το έβλεπε το ανθρώπινο μάτι. Μόνο που εκείνη δεν ήταν άνθρωπος, αλλά μια ξωτικιά που είδε όλες τις λεπτομέρειες πάνω στο μικροσκοπικό κλειδί. «Χμμμ…» κοίταξε το καταπράσινο δάσος και τη γυαλιστερή λίμνη στα αριστερά του κάστρου της « Αυτός ο Μισορατός έχει πολύ θράσος να με καλέσει στο πάρτι του!» είπε μέσα από τα δόντια της. 

     Την επόμενη μέρα στεκόταν μπροστά στην τεράστια κόκκινη πύλη. Γούρλωσε τα μάτια της
«Έλεος! Φως φανάρι την έκανε!» Η πύλη άνοιξε και καθώς περπατούσε έβλεπε τις αλλαγές που έκανε ο Μισορατός στη βίλλα του. Οι κήποι άνθιζαν, παντού σιντριβάνια με το νερό με χάρη να πέφτει. Καθόλου άσχημα, σκέφτηκε η ξωτικιά. Στην τεράστια κόκκινη ξύλινη πόρτα την υποδέχτηκε ένας από τους υπάλληλους, πήρε την πράσινη κάπα της και τη συνόδευσε στην άλλη πλευρά της βίλλας. Είδε κάποιους ανθρώπους που ακόμα πίστευαν στη μαγεία και πάρα πολλούς ανάνθρωπους. Τα στρόγγυλα τραπέζια καλυμμένα με κόκκινα τραπεζομάντηλα ήταν γεμάτα με διάφορες νοστιμιές. Πάνω από το κάθε τραπέζι αιωρούταν μια καρδούλα που η μια συνέχεια χαμογελούσε, η άλλη χτυπούσε παλαμάκια, η τρίτη έστελνε φιλάκια. «Φουριόζα!! Ήρθες!!» άκουσε πίσω της τη φωνή που τόσο αγάπησε. Μόνο εκείνος την αποκαλούσε φουριόζα. «Μισορατέ! Πως είσαι;» απάντησε και κοίταξε τη μισή δεξιά πλευρά του, αυτή που ήταν ορατή δηλαδή. Ήταν το ίδιο όμορφος. Της φίλησε το χέρι «Τώρα που είσαι εδώ είμαι πανευτυχισμένος!» Εκείνη αγνόησε τα λόγια του «Προς τι όλο αυτό το κόκκινο που στόλισες το σπίτι;», «Είναι του Αγίου Βαλεντίνου αγαπημένη μου, αγόρασα όλα ειδικά για αυτή τη μέρα... Ε και με λίγη μαγεία ειδού το αποτέλεσμα!» Έδειξε με το ορατό του χέρι γύρω-γύρω. Η ξωτικιά κοίταξε τις κόκκινες κορδέλες που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων «Πρέπει να ξοδεύτηκες» χαμογέλασε, «Α μπα καθόλου!», απάντησε με ενθουσιασμό ο Μισορατός. Χτύπησε τα δάχτυλά του και εμφανίστηκε ένα παγώνι με κόκκινη ουρά «Αυτό είναι το δώρο σου Φουριόζα μου» είπε. Ήξερε ότι λάτρευε αυτά τα πανέμορφα πουλιά και ως φουριόζα που ήταν νευρίασε αμέσως «Από πού κι ως πού μου κάνεις δώρα;  Τώρα ξαφνικά σε έπιασε; Μετά από 24 ολόκληρα χρόνια!» Από τις φωνές της άρχισαν να σπάνε τα κρυστάλλινα ποτήρια και οι ναζιάρες καρδούλες κρύφτηκαν πίσω από τα τραπέζια. Τα χρυσά μαλλιά της ξωτικιάς άρχισαν να κυματίζουν και μέσα από τις μπούκλες της εμφανίστηκε ένας μωβ σκίουρος, ο οποίος είχε κρεμασμένη μια ταμπέλα που έγραφε ΠΩΛΕΙΤΑΙ. «Αχχχ πουλήθηκα ή ακόμα;» είπε ενώ χασμουριόταν. Η Ρεγγίνα τον πήρε στα χέρια «Πόσες φορές θα σου πω ότι δε σε πουλάω!», ο σκίουρος κοίταξε λυπημένα «Το ξέρω, δε θα απαλλαχτώ ποτέ από σένα..» είπε και εξαφανίστηκε μέσα στα μαλλιά. «Ο Σκι θέλει να σε αφήσει;;» εκπλάγηκε ο άνθρωπος που φαινόταν μόνο η δεξιά πλευρά του «Αυτός σε έχει αδυναμία!» Η ξωτικιά χαμογέλασε και τότε σήκωσε το χέρι ψηλά-ψηλά και πήρε ένα αστέρι από τον ουρανό. Άνοιξε την παλάμη και ο Μισορατός είδε το αστέρι να χάνει τη λάμψη του μέχρι που έσβησε τελείως. «Αυτό παθαίνει κανείς όταν του παίρνεις το φως του» είπε και έβαλε το αστέρι πίσω στο ουρανό. Εκείνο έλαμψε ξανά. «Τι εννοείς όμορφη Φουριόζα μου;» απόρησε εκείνος. «Εννοώ ότι δεν είμαι πια το ίδιο όπως πριν και ο Σκι νομίζει ότι αν με αφήσει, θα διορθωθώ και αρχίσω να γελάω πάλι» είπε η Ρεγγίνα, ενώ έβλεπε ένα ζευγάρι χρωματιστών να χορεύουν. Είχαν τέσσερα χέρια και τρία πόδια, τα οποία μπλέκονταν στο χορό με αποτέλεσμα να ποδοπατούν ό ένας τον άλλον. Άρχισε να την πιάνει το γέλιο από το θέαμα. Οι συγκεκριμένοι ήταν κίτρινου και γαλάζιου χρώματος και λαμπύριζαν σαν την πυγολαμπίδα. Ο Μισορατός χαμογέλασε - μόνο η φουριόζα μπορούσε να νευριάσει τόσο εύκολα και τόσο εύκολα αμέσως να γελάσει. Ξαφνικά το κίτρινο χρωματιστό γλίστρησε, τυλίχτηκε με όλα τα πόδια και χέρια γύρω από το γαλάζιο με αποτέλεσμα να χάσουν την ισορροπία τους και να πέσουν με δύναμη στο γρασίδι. Το γέλιο της Ρεγγίνας αντήχησε σε όλη την έκταση της βίλλας, σε όλο το δάσος και έφτασε μέχρι τη Μεγάλη Άχαρη, όπου ζούσαν μόνο άνθρωποι και η μαγεία είχε χαθεί. Όλοι οι καλεσμένοι σταμάτησαν στον ήχο του γέλιου της και είδαν γύρω τους τα δέντρα να ανθίζουν, τα πουλιά να βγαίνουν από τις φωλιές τους και να κελαηδούν, τον ήλιο να βγαίνει και να χορεύει με το φεγγάρι. Όλα γύρω έγιναν φωτεινά και τύφλωναν τα μάτια. Ο μωβ σκίουρος εμφανίστηκε στα μαλλιά της ξωτικιάς «Αγαπημένη μου επιτέλους!» αναφώνησε με χαρά και άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της, τα οποία μάκρυναν-μάκρυναν και έγιναν χρυσό χορταράκι. Η Ρεγγίνα γύρισε και άρχισε να περπατάει πάνω του και στο τέλος του εξαφανίστηκε. Αμέσως όλα έγιναν όπως πριν, το φως χάθηκε και οι χρωματιστοί ήταν ακόμα στο έδαφος πεσμένοι με στόματα ανοιχτά. Τα μάτια του Μισορατού είχαν μείνει παγωμένα στο σημείο όπου χάθηκε η αγαπημένη του ξωτικιά «Αγαπημένη...» είπε με σβηστή φωνή σηκώνοντας τα δύο του χέρια. Μέσα από τα θολά του μάτια είδε το αριστερό του χέρι. «Έγινες ορατός!!» φώναξε μια μικρή κάμπια που ζούσε σε έναν θάμνο. Οι χρωματιστοί, οι ασύμμετροι,  οι κυματιστοί, οι φουσκαλωτοί και οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω του «Ορατός! Απίστευτο!», «Κοιτάξτε, είναι ολόιδιες και οι δύο πλευρές!» ακούγονταν οι φωνές τους. Ο Μισορατός- Ορατός δεν άκουγε τίποτα, είχε μόνο ένα πράγμα στο μυαλό του και έτσι σηκώθηκε στον αέρα και πέταξε μακριά. 

     Προσγειώθηκε στη γυαλιστερή λίμνη. Εκεί είδε δύο ταλαντευόμενους που προσπαθούσαν να αγκυροβολήσουν τη βάρκα τους. Έχαναν συνέχεια ισορροπία τους όμως και δεν το κατάφερναν. Ο ένας αγανάκτησε «Καλά βρε αδερφέ, δε βλέπεις Ντισκάβερι; Να μάθαινες πως τραβούν το σκοινί οι ναυτικοί!», ο άλλος τον αγριοκοίταξε «Όταν σταματήσεις να βλέπεις γιόγκα!», «Ε πως αλλιώς θα μάθω να ισορροπώ;» του θύμωσε ο πρώτος. Ο Μισορατός-Ορατός γέλασε και ξανάκανε άλμα. Βρέθηκε στο χρυσό κάστρο της Ρεγγίνας. Οι κήποι της ήταν γεμάτοι με εξωτικά φυτά και κάποια δεν τα είχε ξαναδεί. Καθώς περπατούσε κουδούνιζαν τα λουλούδια και άκουγε σιγανές φωνές που αντάλλαζαν τα ζουζούνια. Ήταν όλα ήσυχα, μπήκε μέσα στο τεράστιο σαλόνι, δεν ήταν κανείς. Περπάτησε σε όλο το κάστρο, σε όλα τα 437 δωμάτια. Κανείς. Κάθισε στο μπαλκόνι και όσο περίμενε τη Φουριόζα του, θυμήθηκε πόσο ευτυχισμένοι ήταν μαζί πριν 24 χρόνια και πως τους χώρισαν οι γονείς τους επειδή εκείνη ήταν ξωτικιά και ο ίδιος από το γένος των μισορατών. Πως τον φυλάκισαν και δε τον άφηναν να τη βλέπει. Μέχρι που έφυγαν για τη Μισαορατόχωρα και εκείνος ελευθερώθηκε.

     Η Ρεγγίνα επιτέλους έκανε το ταξίδι στους σοφούς ξωτικούς και γύρισε σπίτι. Είδε τον Μισορατό-Ορατό να κοιμάται στην αιώρα στο μπαλκόνι. Δεν εκπλάγηκε που ήταν ορατός. Ήξερε ότι το γέλιο της του έδινε ολόκληρη μορφή, το ήξερε και ο ίδιος. Αυτό άλλωστε φόβισε τότε τους γονείς του και δεν την ήθελαν για νύφη. Ήταν αδιανόητο για τους μισορατούς να γίνονται ορατοί. «Σήκω» τον σκούντηξε. Εκείνος άνοιξε τα μάτια «Φουριόζα μου, που ήσουν;» τη ρώτησε νυσταγμένα. «Γιατί δε με αναζήτησες τόσα χρόνια;» τον ρώτησε χωρίς να του απαντήσει. «Δε μπορούσα.. Ήμουν φυλακισμένος», τον κοίταξε «Ναι.. σωστά μου το είπαν οι σοφοί. Και εγώ ήμουν θυμωμένη μαζί σου τόσα χρόνια νομίζοντας ότι άκουσες τους γονείς σου και με απέρριψες!» Ο μωβ σκίουρος εμφανίστηκε στα μαλλιά της «Και εγώ!» αναφώνησε «Δεν άκουγα το γέλιο της και χάσαμε το δρόμο για το νησί των ξωτικών! Και αποχωρίστηκα την αγαπημένη σκιουρίνα Ικς!» συνέχιζε χωρίς να πάρει ανάσα «Ευτυχώς που δεν ξέρουν να χορεύουν οι χρωματιστοί και έκαναν την ξωτικιά μου να γελάσει και στρώσαμε τα μαλλί της μέχρι το νησί των σοφών!» «Σταμάτα Σκι, μας έχεις ζαλίσει με τη φλυαρία σου!» είπε η Ρεγγίνα. Ο Μισορατός-Ορατός κοίταξε την ταμπέλα που κρεμόταν στο λαιμό του μωβ σκίουρου, ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ. «Σκι, τι είναι αυτό;» τον ρώτησε και εκείνος, αφού κοίταξε τα γράμματα, απάντησε «Α αυτό! Ε να τόσα χρόνια με ταμπέλα στο λαιμό, τη συνήθισα και τώρα που δε θέλω να πουληθώ, την άλλαξα..» «Και τι θες να πεις με αυτήν;» ο Ορατός επέμενε, ενώ την Ρεγγίνα έπιαναν ξανά τα γέλια. «Ε να, έχει πολλές απεργίες η τηλεόραση, είπα να υποστηρίξω τους αγρότες» απάντησε πολύ σοβαρά ο Σκι. Το γέλιο της ξωτικιάς ακούστηκε παντού κάνοντας όλα να ζωντανέψουν. Ο Ορατός άκουγε καθαρά πια τα ζουζούνια, τα λουλούδια να κουδουνίζουν πολύ δυνατά και στη γυαλιστερή λίμνη οι ταλαντευόμενοι να φωνάζουν «Τα καταφέραμε! Δέσαμε το σκοινί!»

     Από τότε η Ρεγγίνα έζησε ευτυχισμένη με το Μισορατό -Ορατό και το μωβ σκίουρό της που δεν ήθελε πια να πουληθεί και έβλεπε φανατικά τις ειδήσεις των ανθρώπων. Τώρα πια μπορούσε να ταξιδεύει στο νησί των σοφών ξωτικών με το γέλιο της και το Σκι να στρώνει χορταράκι με το μαλλί της ως το νησί και να επισκέπτεται την Ικς. Το παγώνι με την κόκκινη ουρά ήταν εκεί επίσης, την ημέρα έκανε βόλτες στο χρυσό κήπο και τη νύχτα κοιμόταν στο μπαλκόνι.

...Στον κήπο ξωτικό έπλεξα παραμύθι χρυσό. 

Συγγραφέας: Ναταλία Dalheimer - φοιτήτρια Tabula Rasa


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου