Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

"Στα βήματα της απληστίας" της Εύης Μαραγκουδάκη

     Περνώντας μέσα από την πύλη του κάστρου ο Μάνος αισθάνθηκε ένα παγωμένο και υδατώδες αεράκι να τον τσιμπάει στις αμυγδαλές. Προσπάθησε να καταπιεί, να υγράνει με σάλιο τον λαιμό του. Δεν τα κατάφερε. Χρειάστηκε να βήξει για αρκετή ώρα κρατώντας το στήθος του. Η ανάσα του έβγαινε με δυσκολία. Έριξε ένα βλέμμα γύρω του. Τα τείχη του κάστρου έσταζαν υδρατμούς από την πρωινή αύρα και τα φυλλώματα των δέντρων ήταν νοτισμένα, με τα περισσότερα από αυτά να γέρνουν παρακλητικά στο χώμα. Μόνο οι μυρτιές  ευθυτενείς και αγέρωχες  ελευθέρωναν με περισσή ματαιοδοξία το ξεχωριστό άρωμα τους κάνοντας τα ρουθούνια του Μάνου να ανοίξουν σαν μπουκαπόρτες. Στάθηκε για  μερικά δευτερόλεπτα να κόψει μερικές αλλά...
τα λογχοειδή φύλλα τους τρύπησαν την παλάμη του. Έβγαλε γρήγορα- γρήγορα ένα μαντήλι από την τσέπη και τύλιξε τα δάχτυλα του. Ο τσαλακωμένος χάρτης έπεσε κάτω. Τον άρπαξε με βιάση, κοιτάζοντας συνωμοτικά γύρω του σαν να φοβόταν ότι κάποιος θα μάθαινε τον λόγο ύπαρξης του εκεί. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια ή δόλο πιο συγκεκριμένα για να αποσπάσει τον χάρτη από έναν παλαιοπώλη. Αυτόν για τον οποίο άκουσε τόσο πολλά από τους θαμώνες του καφενείου. Και δεν ήταν διατεθειμένος να μοιραστεί με κανέναν το μυστικό του. Τίναξε την σκόνη από πάνω του και μέτρησε ξανά αποστάσεις και συντεταγμένες. Ήθελε να επαληθεύσει τα δεδομένα. Όλα ήταν σωστά.

     Μ’ ένα ανάλαφρο αίσθημα ανακούφισης και με πόδια που δεν πατούσαν στη γη, ξεκίνησε την εξερεύνηση του στο κάστρο. Το χρυσοποίκιλτο οικόσημο και η μετόπη με τα τρίγλυφα δεξιά και αριστερά στην κύρια πύλη αναδείκνυαν την σπουδαιότητα του κάστρου και τον ρόλο που έπαιξε σε μεγάλες ιστορικές εξελίξεις της εποχής. Ίχνη από πυρίτιδα και βλήματα ήταν σκορπισμένα παντού. Βαριές εβένινες πόρτες, παραθυρόφυλλα σφραγισμένα και φθαρμένα από τον χρόνο καθώς και μεταλλικά μάνταλα, που αγκομαχούσαν στην περιστροφή τους, παρέμεναν πιστοί θεματοφύλακες και μάρτυρες μιας ιστορίας βαθιά θαμμένης στο χρόνο των ιπποτών και των βασιλείων με τους χαμένους θησαυρούς. Αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός του Μάνου, να ξεθάψει έναν τέτοιο θησαυρό. Να γίνει πλούσιος και τρανός σε όλο τον κόσμο. Κυρίως όμως να γίνει αντάξιος συνεχιστής του ονόματος που άφησε πίσω του ο χρυσοθήρας πατέρας του.

     Απορροφημένος από τις σκέψεις του, δεν άκουσε τον  θόρυβο από το σύρσιμο των χοντρών αλυσίδων, που ακολουθούσαν τα βήματα του. Πριν το καταλάβει, έφτασε στο υψηλότερο σημείο του κάστρου δίπλα στο σκουριασμένο κανόνι. Το κόκκινο σημάδι στον χάρτη υποδείκνυε ξεκάθαρα το σημείο. Τελικά ήταν πολύ εύκολο, σκέφτηκε ο Μάνος. Σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό και του φάνηκε προς στιγμή ότι είδε την μορφή του πατέρα του να του χαμογελάει. Με ικανοποίηση μικρού παιδιού που βρήκε το βάζο με τις καραμέλες, άρχισε να απομακρύνει με χέρια σαν φτυάρια το χώμα για να βρει το κούφιο μέρος του τσιμέντου, αυτό που θα τον οδηγούσε στην καταπακτή. Τα νύχια του σαν  της γάτας έξυναν με μανία κάθε πιθανή σχισμή, μέχρι που κάποια μάτωσαν ενώ δυο βγήκαν τελείως από την ρίζα. Ο πόνος τον χτύπησε σαν ρεύμα στην καρδιά. Τινάχθηκε σαν ελατήριο, η ανάσα του ούτε που ακουγόταν. Τα δάχτυλα του μούδιασαν τόσο, που νόμιζε ότι αποκόπηκαν από την παλάμη. Η διάθεση του άλλαξε, το πρόσωπο σκοτείνιασε από μορφασμούς οδύνης. Έκανε κουράγιο σφίγγοντας τα δόντια για να συνεχίσει. Τίποτα δεν θα του στεκόταν εμπόδιο.

     Ο θόρυβος από τις αλυσίδες δυνάμωνε, εκείνος όμως δεν τις άκουγε. Με τα γόνατα να γδέρνονται από την τριβή και την αποφασιστικότητα να τον θεριεύει, εντόπισε το μέρος εκείνο του τσιμέντου. Δεν πίστευε στην τύχη του. Μια κραυγή θριάμβου ξεπήδηξε από το στήθος του αποπροσανατολίζοντας τα πουλιά από την πορεία τους. Ένας παρατεταμένος καγχασμός άπλωσε τα δίχτυα του στον ουρανό σαν αράχνη. Ο Μάνος δεν έδωσε σημασία, νόμιζε ότι έκραζε η καλιακούδα που τον παρατηρούσε από μακριά. Το σήκωσε με δύναμη και τότε άκουσε για πρώτη φορά τις αλυσίδες να τυλίγονται σφιχτά γύρω από τα πόδια του. Προσπάθησε να ξεφύγει κουνώντας  τα πάνω- κάτω, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι αλυσίδες έφτασαν μέχρι τα γόνατα του. Ο ουρανός μαύρισε ξαφνικά και ένας αέρας, ορμητικός σαν κύμα και σκληρός σαν μαστίγιο, τον χτυπούσε χωρίς έλεος σε όλο το κορμί του. Τα ουρλιαχτά του ανταγωνίζονταν σε δύναμη και ένταση τον αέρα ενώ τα χέρια του αδυνατούσαν να προστατεύσουν το πρόσωπο. Γδαρμένος και με πληγές παντού, ένιωσε το σώμα του να κατρακυλάει σαν πέτρα σε βουνοπλαγιά. Οι κινήσεις του μαλάκωσαν, δεν μπορούσε να αντισταθεί για πολύ μέχρι που έπεσε ανάποδα με το κεφάλι στην καταπακτή, βουτώντας το σε μια λίμνη από αίμα, λάσπη και περιττώματα ζώων για τρία λεπτά, προτού χάσει τελείως τις αισθήσεις του. Έπειτα σαν μια τροχαλία να τον τραβά από ψηλά, βγήκε από εκεί αιωρούμενος και καταπονημένος. Παρέμεινε στην ίδια κατάσταση για αρκετή ώρα.  Χαμένος στην παραζάλη του αδυνατούσε να καταλάβει πού βρισκόταν και τι γινόταν. Ωστόσο η αναγουλιαστική μυρωδιά ανθρώπινης καμένης σάρκας τον συνέφερε για τα καλά.  Έστρεψε το βλέμμα με απελπισία γύρω του. Το μαύρο κουφάρι ενός ανθρώπου που  ξεψυχούσε και το θέαμα απολιθωμένων σκελετών, παραταγμένων σε σειρά δίπλα σε ένα σεντούκι, τον έκανε να ανατριχιάσει. Αμέσως συνειδητοποίησε τον λόγο, για τον ίδιο ακριβώς που βρισκόταν και εκείνος εκεί. Ένα δάκρυ σταμάτησε στην άκρη του ματιού του. Δεν θα τα κατάφερνε ποτέ να γλιτώσει. Εξάλλου οι αποδείξεις βρίσκονταν μπροστά του. Αναθεμάτιζε την μοίρα του, αυτή που λίγο πριν εξυμνούσε.

     Η τροχαλία άρχισε να τον κουνά ξανά σαν εκκρεμές πάνω από έναν λάκκο με σαύρες και φίδια, έτοιμα να τον ποτίσουν με το δηλητήριο τους. Ανακατεύτηκε. Ένας γύπας κεντούσε το κορμί του, την στιγμή που ένα κοράκι έριχνε αλάτι στις πληγές του. Οι αρθρώσεις των ποδιών του πονούσαν από το σφίξιμο. Πρήζονταν σιγά- σιγά και μελάνιαζαν. Βογκούσε σαν κουτάβι στην παγωνιά. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν, σαν το ποντίκι που πηδάει από το πλοίο πριν βυθιστεί.  Άρχισε να εκλιπαρεί σπαρακτικά  για λύτρωση από τα βασανιστήρια, ήθελε να πεθάνει αμέσως. Έπειτα από λίγο σταμάτησε, ο λαιμός του στράγγιξε, οι φωνητικές του χορδές έλιωσαν. Δεν είχε νόημα να συνεχίσει. Ησυχία επικράτησε. Ανησυχητική δίχως άλλο.

     Τότε εμφανίστηκε το τέρας που φύλαγε το σεντούκι από τους ληστές για εκατοντάδες χρόνια, ένα θηρίο με μορφή δεινόσαυρου, σώμα καμηλοπάρδαλης, πόδια γουρουνιού και ουρά κροκόδειλου. Έριξε καταπάνω του νερό παγωμένο. Ο Μάνος δεν συνήλθε. Τρίχα από το σώμα του δεν κουνήθηκε. Του έριξε και άλλο νερό, ανακατεμένο με οινόπνευμα αυτή την φορά, με μεγαλύτερη δύναμη. Τα βλέφαρα τρεμόπαιξαν, η ανάσα του ήταν μετρημένη, υποτονική. Σχεδόν δεν έβγαινε. Το τέρας στάθηκε από πάνω του να μετράει τους σφυγμούς του περιμένοντας να εμφανιστεί ο αφέντης του, ο μέγα μάγος, Γκρέτος Μαγίκιος. Σε αυτόν άνηκε ο θησαυρός, βουλιάζοντας καράβια με πραμάτεια ζηλευτή. Ο βυθός ήταν το βασίλειο του για αιώνες, καταδικάστηκε όμως από τον θεό του σκοταδισμού, Νταρκίσιο, να ζει απομονωμένος στην κρυφή καταπακτή του κάστρου, εξαιτίας της αλαζονείας και της φαυλότητας του. Ο μοναδικός τρόπος να διατηρήσει τον θησαυρό και την ύπαρξη του ήταν να βασανίζει και να θανατώνει ανθρώπους, το ίδιο άπληστους με εκείνον. Ο χάρτης ήταν απλώς το δόλωμα, που έπεφτε δήθεν τυχαία στα χέρια τους μέσω του παλαιοπώλη. Κανείς δεν γλίτωσε από τις ορέξεις του.  Ο αριθμός των θυμάτων του μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο προς μεγάλη του ευχαρίστηση και έτσι όταν έφτασε η ώρα του Μάνου, είχε την δυνατότητα να επιλέξει την τύχη του. Αποφάσισε λοιπόν χατιρικά να τον αφήσει να ζήσει. Εξάλλου υπήρχαν μεγαλύτεροι πλεονέκτες από αυτόν. Και αυτούς σκόπευε να παγιδεύσει.

     Δεν θα τον ελευθέρωνε όμως έτσι απλά. Δεν ήταν τόσο γενναιόδωρος άλλωστε. Επιπλέον θα έχανε το κύρος και την υπόληψη του. Του στέρησε λοιπόν την μιλιά και σταμάτησε το μυαλό του στην ηλικία των οκτώ ετών. Αναμνήσεις από την ενήλικη ζωή του δεν θα είχε. Ούτε κάποιον συνδετικό κρίκο με τον παρελθόν του. Με ένα σφύριγμα διέταξε τους υπηρέτες του, τα όρνεα, να τον ανεβάσουν ξανά στο υψηλότερο σημείο του κάστρου  ρακένδυτο και ταλαιπωρημένο.

     Θα έμενε εκεί μέχρι την στιγμή που θα ξυπνούσε μόνος του και θα τριγύριζε σαν αγρίμι, σαν τρελός ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, που θα τον απέφευγαν από φόβο. Κανείς  δεν θα του άπλωνε χέρι βοηθείας και θα αργόσβηνε τελικά από την πείνα και τις κακουχίες. Ίσως να ήταν καλύτερα να πέθαινε στην καταπακτή. Θα ήταν λιγότερο βασανιστικός ο θάνατός του.

     Άφησε την τελευταία του πνοή έξω από το μαγαζί του παλαιοπώλη. Εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα. Ο χάρτης εξείχε από την τσέπη του. Ένας καλοντυμένος κύριος, ο άρχοντας του χωριού, έσκυψε να τον πιάσει με προσεκτικές κινήσεις για να μην τον αντιληφθεί κανείς. Τον έχωσε βιαστικά στην τσέπη του. Ένα τεράστιο χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του με την ιδέα ότι η περιουσία του θα μεγάλωνε ακόμα περισσότερο. Τα μάτια του έλαμψαν από πονηριά. Σύντομα θα κατάστρωνε τα σχέδια με απόλυτη μυστικότητα. Αγνοούσε όμως ότι το ίδιο σύντομη θα ήταν η ζωή του πάνω στη γη. Ένας μακρόσυρτος καγχασμός αντήχησε και πάλι. Ο άρχοντας δεν τον άκουσε. Η κράτηση της θέσης του στην κόλαση επιβεβαιώθηκε.
Συγγραφέας: Εύη Μαραγκουδάκη - φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...