Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

"O δικηγόρος" του Αργύρη Γιαμάλογλου

     Ο Πέτρος, ως συνήθως ήταν κλεισμένος στο δικηγορικό του γραφείο στο Κολωνάκι. Σοβαρός, λιγομίλητος και θυμωμένος, για ανεξήγητο λόγο, μιλούσε στο τηλέφωνο με τη γυναίκα του την τελευταία μισή ώρα. Αποφάσισε να το κλείσει με την πρόφαση ότι χτυπάει δεύτερη γραμμή. Άναψε το πούρο του και βυθίστηκε στις σκέψεις του. Εκείνη τη στιγμή ξαναχτύπησε το τηλέφωνο. Αγανακτισμένος, το σήκωσε απότομα νομίζοντας ότι θα είναι για μια ακόμα φορά η γυναίκα του. Είχε βαρεθεί να μαλώνουν για λεφτά. Τη θεωρούσε σπάταλη. Απ’ την άλλη ένας τρίτος θα τον θεωρούσε τσιγκούνη με τόσα λεφτά που κέρδιζε απ’ τη δουλειά του. Όχι ότι εκείνη δεν ήταν σπάταλη.

     Στο τηλέφωνο ήταν...
η γραμματέας του. Ήταν τόσο εκνευρισμένος που δεν αναγνώρισε την εσωτερική κλήση. Είχε έρθει το ραντεβού των 12. Μανώλης Δεϊγάτης. Χιλιάδες ευρώ στον τραπεζικό του λογαριασμό. Εστιατόρια και ξενοδοχεία σε Αθήνα και Μύκονο. Ο Πέτρος ένιωσε λίγο καλύτερα μόλις τον είδε. Οι κόρες των ματιών του έγιναν μεγαλύτερες κατά ελάχιστα χιλιοστά. Αυτό συνέβαινε πάντα όταν σκεφτόταν λεφτά. Πολύ συχνά δηλαδή. Ίσως συχνότερα κι απ’ ότι σκεφτόταν τον εαυτό του. Για να μην πούμε τη γυναίκα του ή ακόμη και την κόρη του. Δεν τις έβλεπε συχνά. Καμία απ’ τις δύο. «Όταν δουλεύεις 18 ώρες το 24ωρο, 6 μέρες τη βδομάδα δεν είναι εύκολο», συνήθιζε να τους λέει όποτε παραπονούνταν. Παλιότερα δηλαδή γιατί πλέον είχαν συμβιβαστεί. Η γυναίκα του είχε αρκεστεί στις πιστωτικές του κάρτες και η κόρη του σε 1 χρόνο τέλειωνε το Λύκειο, είχε δική της ζωή πια να ασχοληθεί.

     Το προηγούμενο βράδυ είχε ξενυχτήσει για να διαβάσει όλη τη δικογραφία του ανθρώπου που είχε μπροστά του. Μεγάλη υπόθεση. Βιασμός 14χρονης. Όλο αυτό δεν ήταν ευχάριστο, όπως δεν θα ήταν για κανένα άνθρωπο, ειδικά πατέρα που είχε κόρη. Πόσο μάλλον για τον Πέτρο. Η κόρη του 2 χρόνια πριν παραλίγο να πέσει θύμα βιασμού. Στα 15 της. Στο ίδιο τους το σπίτι. Ευτυχώς κατάφερε να ξεφύγει πριν συμβεί οτιδήποτε.

     Τώρα μπροστά του είχε έναν άνθρωπο κοντά στην ηλικία του, που κι ο ίδιος θα μπορούσε να έχει μια κόρη 16 ετών ή ακόμα και μεγαλύτερη και κατηγορούνταν για βιασμό. Ο Πέτρος όμως ήταν επαγγελματίας. Έκανε στην άκρη το προσωπικό του πρόβλημα και άρχισε να ρωτάει το Μανώλη πράγματα για τη δίκη, ότι απορία του είχε γεννηθεί από τη χθεσινοβραδινή του μελέτη. Ο Μανώλης ήταν ένας άνθρωπος της νύχτας που δεν είχε μάθει στις πολλές κουβέντες. Το μόνο που είπε στον Πέτρο ήταν. «Το κοριτσάκι έχει δίκιο, τη βίασα. Δεν έφταιγα εγώ όμως. Τα έχεις δει πως κυκλοφορούν τον τελευταίο καιρό, έχεις κι εσύ μια κόρη, δεν έχεις; Λοιπόν, εγώ ήρθα σε σένα επειδή μου είπαν ότι δε χαμπαριάζεις και είσαι top στη δουλειά σου. Απλά θέλω να φύγει κάθε κατηγορία από πάνω μου, με οποιοδήποτε κόστος. Θα πληρώσω».

     Ο Πέτρος δεν πίστευε στα αυτιά του. Ήταν σίγουρος ότι ο Μανώλης ήταν αθώος, Οκ, άνθρωπος της νύχτας αλλά δεν πίστευε ποτέ ότι θα το είχε κάνει. Δεν είχε μούρη βιαστή, αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Ήταν σίγουρος από τη δικογραφία ότι η μικρή έλεγε ψέματα για να του φάει λεφτά. Ένας λόγος παραπάνω επειδή η μάνα της δούλευε λαντζιέρα σ’ ένα από τα εστιατόρια του Μανώλη και είχε απολυθεί. Και εκείνη τη στιγμή ο Μανώλης ήταν μπροστά του και χωρίς κανένα ίχνος μεταμέλειας, κοιτώντας τον στα μάτια και χωρίς να σκύβει το κεφάλι, χωρίς καν να ιδρώνει του ομολογούσε ότι το έκανε, βίασε το μικρό κοριτσάκι. Της πήρε την παρθενιά πάνω στον υγρό πάγκο του εστιατορίου ένα βροχερό βράδυ Δευτέρας.

     Ο Πέτρος κοκκίνισε από θυμό και πίεση. Ήθελε να μιλήσει, να τον βρίσει, να τον χτυπήσει, να του ζητήσει τα ρέστα, σαν να ήταν αυτός ο πατέρας του κοριτσιού,  αλλά δεν έκανε τίποτα απ’ όλα αυτά. Απλά κοκκίνισε και σφίχτηκε. Πετάχτηκαν οι φλέβες στο λαιμό του. Έπιασε το ποτήρι με το νερό και ήπιε 2 σταγόνες. Ο Μανώλης τον είδε που δυσανασχετούσε και έβγαλε από τη μέσα τσέπη του σακακιού του το καρνέ των επιταγών. Του έκοψε μια επιταγή και του την έδωσε απλόχερα.

     Ο Πέτρος τον κοίταξε στα μάτια. «Είσαι κάθαρμα και θα έπρεπε να σαπίσεις στη φυλακή», του είπε χωρίς να κουνήσει το στόμα του. «Το ξέρω. Αλλά νομίζω ότι είμαστε φτιαγμένοι απ’ την ίδια πάστα. Εσένα σ’ αρέσει το χρήμα και μένα η σάρκα. Πάρτα», του απάντησε ο Μανώλης μ’ ένα του βλέμμα. «Θα σε αναλάβω», του είπε ο Πέτρος. Τέλειωσε το υπόλοιπο νερό του και του έσφιξε το χέρι.

Συγγραφέας: Αργύρης Γιαμάλογλου - φοιτητής Tabula Rasa

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...