Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

"Ο Φουσκίτσας" της Ηρώς Μπέη



     Ο Φουσκίτσας ζούσε στη Σιδηρούπολη. Ήταν ορφανός και δε γνώριζε κανείς, πώς βρέθηκε σε αυτήν την πόλη. Μάλλον η Φούσκα-μαμά του τον έχασε, επειδή ήταν πολύ ελαφρύς και με τον αέρα έφτασε ως στα σκαλιά του ορφανοτροφείου από την Φουσκόπολη. Εκείνος το μόνο που θυμάται ως μωρό, ήταν...
ένα τραγούδι που έλεγε μια γυναικεία φωνή:
«Πέτα μωρό μου ψηλά και μη φοβάσαι αν πέσεις. Έχεις αντανακλαστικά, είσαι σκληρός, να ξέρεις!»
      Όλα του τα χρόνια, τα έζησε εκεί. Όλοι οι φίλοι του ήταν σίδερα. Δυνατοί και σκοτεινοί. Ήταν καλοί, μα δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν. Η φύση του ήταν εύθραυστη και εκείνος αόρατος σχεδόν. Έπρεπε να προσέχει κάθε του κίνηση για να μη σκάσει και επίσης να μην έχει ποτέ το ίδιο σχήμα, γιατί τότε δε θα το διέκριναν οι άλλοι και θα τον πατούσαν. Όμως όλα αυτά τα χρόνια έμαθε να ζει με τους κανόνες της πόλης κι ας του ήταν δύσκολο. Καταλάβαινε πως το μόνο που είχε να κάνει ήταν να μην πετάει πολύ ψηλά, μα ούτε να σέρνεται στη γη. Όσο θα ήταν μετριοπαθής, τόσο θα επιβίωνε.
     Είχε και δύο πολύ καλούς φίλους στο ορφανοτροφείο, την Μελίσα που ήταν υγρή και κίτρινη σα μέλι και το ρούχο της ήταν ένα βάζο. Ο άλλος, ο Ροδάνης, που ήταν σιδερένια ρόδα, είχε μπαστούνι για να φρενάρει και να μη φεύγει μακριά. Αυτοί όμως, δεν ήταν μετριοπαθείς και χαθήκανε. Ο Ροδάνης μια μέρα τους είπε, πως δεν αντέχει άλλο και θέλει να τρέξει μια κατηφόρα να δει πως είναι Το έκανε, μα δε μπόρεσε να σταματήσει. Δε ξέρει κανείς που να βρίσκεται τώρα κι αν είναι καλά. Η Μελίσα μόλις είδε τον φίλο της να χάνεται θέλησε να πάει μαζί του και χύθηκε από το ρούχο της. Δε κατάφερε να πάει μακριά. Την μάζεψαν από το ορφανοτροφείο, γεμάτη χόρτα κολλημένα πάνω της και έτσι βρώμικη που ήταν, την έβαλαν να πλυθεί με νερό. Δεν ήξεραν ότι κι εκείνης της κάνει κακό και μέσα από τους υπονόμους χάθηκε στη θάλασσα. Δε τους ξέχασε ποτέ και η ιστορία τους τον δίδαξε πως είναι καλό να υπάρχουν όρια. Αυτό που δεν είχε καταλάβει είναι πως ο καθένας πρέπει να βάζει στον εαυτό του τα όρια που ταιριάζουν στο υλικό που είναι φτιαγμένος.
     Θα το καταλάβαινε όμως, σε λίγο, όπου θα χρειαζόταν να σώσει την πόλη από κάτι περίεργα πλάσματα που θα ήθελαν το κακό της. Η πόλη γιόρταζε τα εκατό χρόνια χωρίς σκουριά. Ντυμένη με καφετιά κουρέλια, ξόρκιζε έτσι, με το ίδιο νόμισμα, το παρελθόν. Όλος ο κόσμος ετοιμαζόταν για τις απόκριες αυτές και όλοι χαίρονταν. Μια μέρα πριν ξεκινήσουν άρχισε να συννεφιάζει αρκετά: 
«Θα βρέξει μάλλον», σκέφτηκε ο ανυποψίαστος Φουσκίτσας. 
      Όλοι κλείστηκαν έντρομοι στα σπίτια τους. Μια σταγόνα αρκούσε για να τους κάνει πιο άσχημους και άρρωστους. Εκείνος έμεινε έξω, η βροχή τον έτρεφε. Ο ουρανός γέμισε σύννεφα, αλλά αυτή τη φορά διαφορετικά, από ότι είχαν συνηθίσει ως τότε. Δεν ήταν μαύρα, μα ροζέ. Ήταν όλο φούσκες μέσα. Το σύννεφο κατέβηκε ακριβώς πάνω από τον Φουσκίτσα κι εκείνος θαύμαζε σαστισμένος την ενότητα τους. 
«Ήρθαμε να σε σώσουμε», ακούστηκε μια φωνή κι ο φουσκίτσας ρώτησε: 
«Από τι ακριβώς;» 
«Από την Σιδηρούπολη», του είπε. 
«Ζεις σε κόσμο που δεν είναι φτιαγμένος για σένα, δε θες να σε βοηθήσουμε να έρθεις μαζί μας; Είμαστε από το ίδιο υλικό, τα σίδερα είναι μαύρα και άσχημα, κακά και πονηρά.»
    Τότε ο Φουσκίτσας θύμωσε πολύ κι άρχισε να φουσκώνει από το θυμό του. Δεν είχε ξανασυμβεί αυτό. Θυμήθηκε ότι πρέπει να είναι μετριοπαθής και τους είπε πως εκείνη είναι η πόλη του και δε θέλει να φύγει. Τότε το σύννεφο έφυγε μονομιάς από τον ουρανό και δεν το είδε πουθενά. Τα σίδερα βγήκαν δειλά από τα σπίτια τους χωρίς να καταλάβουν γιατί δεν έβρεξε. Παρόλα αυτά φοβήθηκαν και ακύρωσαν τις απόκριες.
     Το Σάββατο που ήταν η πιο γιορτινή μέρα ο Φουσκίτσας πήγε να φάει στο σπίτι των Σιδηρόπουλων. Ήταν πολύ φιλόξενοι. Άκουγαν μουσική από ένα σταθμό της Φουσκόπολης και ένα κομμάτι του θύμισε τη μελωδία εκείνου του τραγουδιού που τον νανούριζε από μωρό εκείνη η γυναίκα. Μα δεν είναι δυνατόν, ήταν η ίδια φωνή! Δεν έκανε λάθος. Αυτή η φωνή ήταν μοναδική, ξεχωριστή με ένα γαργαλιστικό ήχο που έφτανε στα αυτιά του και τον έκανε μωρό ξανά. Έπρεπε να μάθει ποια είναι, μπορεί να ήταν η μητέρα του. Ένα φούσκωμα ένιωθε πάλι, μα αυτό τελείως διαφορετικό, δεν το είχε ξανανιώσει. Ζήτησε συγγνώμη και έτρεξε χοροπηδηχτά ως το σπίτι του. 
     Έκανε όλες τις προετοιμασίες και πήρε την απόφαση να κάνει κάτι παράνομο και επίφοβο, να φύγει από την πόλη για να ψάξει το στόχο του. Το Σιδερικό, ο φίλος του από εκείνη την οικογένεια κατάλαβε την τρέλα που πήγαινε να κάνει κι έτρεξε να τον σταματήσει. Του είπε ότι θα τον λιώσει αν προσπαθήσει να φύγει. Εννοείται δε θα το έκανε ποτέ, μα προσπαθούσε να τον κάνει να μετανοήσει. Ο Φουσκίτσας δεν άκουγε τίποτα, πήρε φόρα και πήδηξε πάνω από το Σιδερικό και κατευθύνθηκε στην έξοδο. 
     Μόλις είχε βγει από την πόλη στο δάσος και άκουσε κάτι τριξίματα. Ήταν κάτι φοβερά μεταλλικά άτομα με κοφτερές πλευρές και συζητούσαν. Η φωνή τους ήταν στριγκή και άσχημη. Τους άκουσε να λένε πως θα πάνε να τους κόψουν όλους στα σχήματα που θα τους ήταν χρήσιμα. Ήθελαν να επιτεθούν στα σιδερικά για να τα χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους. Δεν το χωρούσε το μυαλό του πως υπάρχουν τόσο κακοί, γύρω και έξω από την πόλη, αφού τόσο καιρό ήταν με τους δικούς του φίλους, προστατευμένος. Έπρεπε να τους προειδοποιήσει. 
     Μπήκε σε ένα τεράστιο δίλημμα. Θα ακολουθούσε το στόχο που μόλις είχε βάλει, για πρώτη φορά στη ζωή του ή θα γύριζε πίσω, να προσπαθήσει να σώσει τους δικούς του; Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει πως δε θα είχε άλλη ευκαιρία να δει εκείνη τη γυναίκα. Το σκέφτηκε καλά και δε μπορούσε παρά να γυρίσει πίσω στους αγαπημένους του. Τους ειδοποίησε να κλειστούν μέσα στα σπίτια με μεγάλες σιδερένιες κλειδαριές. Αυτός θα πήγαινε να ζητήσει βοήθεια σε άλλα μέρη. Τον παρακάλεσαν να προστατευτεί μαζί τους. Ήταν ανένδοτος. Πηδούσε δυνατά, σκόνταφτε σε ψηλά δέντρα και έπεφτε στη γη που ήταν μαλακή από χώμα και χόρτα κι έτσι δεν πάθαινε κακό. Έφτασε στην Φουσκόπολη, ήταν πανέμορφη! Μπήκε σε μια δημόσια λίμνη, που όλοι έπαιζαν και γλεντούσαν. Τους ζήτησε βοήθεια. Εκείνοι δε μπορούσαν να καταλάβουν τι τον έκανε να πιστεύει, ότι μπορούσαν να νικήσουν τα τρομερά, κοφτερά πλάσματα και για ποιο λόγο, για να σώσουν τα σίδερα που τους έκαναν πόλεμο επί αιώνες; Μάλλον ήταν τρελός ο μικρός. Τότε ευτυχώς μια γυναικεία γλυκιά φωνή μίλησε. 
«Φουσκίτσα είσαι εσύ; Αλήθεια είσαι εσύ; Επιτέλους σε βρήκα!»
     Ο Φουσκίτσας αναγνώρισε πολύ εύκολα τη φωνή ήταν εκείνη που τον νανούριζε. 
«Ναι εγώ είμαι, εσείς ποια είστε;»
     Δεν είπε τίποτα για αυτό η Φούσκα, μα έπεισε τους πάντες πως είναι δυνατοί και πως με μια σαπουνοβροχή τους μπορούν να σκουριάσουν τα κακά, σιδερικά πλάσματα. Δεν είχαν χρόνο, αν είχαν μπει ήδη στα σπίτια, θα ήταν πολύ αργά. Έφτασαν όμως, εγκαίρως στη Σιδηρόπολη. Ακόμα τα σιδερικά προσπαθούσαν να ανοίξουν τις κλειδαριές από τα σπίτια. Κραυγές φόβου ακούγονταν παντού. Τότε έριξαν μια μεγάλη σαπουνοβροχή και όλα τα ασχημομούρικα άρχισαν να τρέχουν να σωθούν. Δεν ξαναγύρισαν ποτέ. 
     Ο Φουσκίτσας μίλησε με εκείνη η γυναίκα και έμαθε πως ήταν η αδερφή του. Η μητέρα τους πέθανε για να τους προστατεύσει στον πόλεμο με τη Σιδηρόπολη. Μικρή η Φούσκα, δεν ήξερε τι να κάνει και τον άφησε να γίνει δυνατός στον αέρα. Έψαχνε να τον βρει μα δεν τον έβρισκε, δε μπορούσε να πιστέψει πως ζούσε με τους εχθρούς τους. Τελευταία δοκίμασε μήπως είναι στη Σιδηρούπολη μα εκείνος τους αρνήθηκε και έφυγε στεναχωρημένη. 
     Από εκείνη τη στιγμή, δε χωρίστηκαν ποτέ ξανά κι οι δύο πόλεις αδελφοποιήθηκαν.
 Συγγραφέας: Ηρώ Μπέη - φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...