Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

"Ο τελευταίος κάτοικος" της Γιούλας Μπούρα

«Καλημέρα σας. Ο κ. Δημητρίου;».

     Η άσπρη μπλούζα ένευσε ίσως καταφατικά, κοιτώντας ημι-ενοχλημένα, καρά-αδιάφορα κάπου πέρα από εκείνη, πίσω αριστερά.

«Το βιβλιάριό σας δώστε μου», είπε βαριεστημένα στο παράθυρο πίσω αριστερά, λες και είχε βαρύ στραβισμό και στα δυο μάτια.

     Η κ. Ζωή έτεινε το βιβλιάριο ΙΚΑ προς το μέρος του και...
ξεκίνησε δειλά να μιλά, αφού έκατσε άκρη-άκρη στην καρέκλα μπροστά του, η κομμάρα γαρ, αλλιώς σιγά μην καθόταν η χριστιανή έτσι που δεν την κοίταζε καν:

«Ξέρετε …έρχομαι από τον κ. Σωφρόνη, ξέρετε το γιατρό στο Ιπποκράτειο, εκείνος με έστειλε από 2 μήνες που βγήκε η νιοψία και …»

     Η άσπρη μπλούζα σκέφτηκε αθόρυβα «σιγά μην βγήκε και η απαγόρευση απόπλου» αλλά δεν μίλησε. Είχε ακούσει άπειρες κοτσάνες τόσα χρόνια στο νοσοκομείο, απλός κόσμος συχνά αμόρφωτος, πολλές φορές έχει μετανιώσει που δεν έγραψε ποτέ τα διαμάντια σε εκείνο το βιβλίο που πάντα σκεφτόταν.

«Και τώρα ήρθατε;», τόνισε εμφατικά το τώρα λες και δεν ήξερε.

«Τώρα είχατε ραντεβού εδώ, είπε η νύφη μου, γιατρέ. Πήρε πολλές φορές, της είπαν και μια βδομάδα πριν αλλά να, δεν είχε και πλοίο και τα αεροπλάνα πολύ ακριβά και που να τα βρω γιατρέ … Έχω φέρει και ένα τενεκέ λάδι γιατρέ, εδώ απ’ έξω το έχω, θα το φέρει ο γιος μου αμέσως…»

     Αρχίσανε να ανάβουνε τα λαμπάκια του Δημητρίου, στραβοκοίταξε την κλειστή πόρτα, αν έβλεπε να μπαίνει κανένας με τενεκέ θα τον έπαιρνε και θα τον σήκωνε πρωί-πρωί.

«….Ο κ. Σωφρόνης είπε να με δείτε εσείς, γιατί είμαστε από το ίδιο χωριό γιατρέ και λέει πως εσείς ξέρετε καλά και πως είναι βιαστικό το πρόβλημα αλλά δεν είχε και πλοίο και τα αεροπλάνα πολύ ξέρετε… Μου έγραψε  να μου ξεκινήσετε την φυσιοθεραπ…»

«Ξέρω, ξέρω τι θα κάνω κυρία μου, φτάνει», τη διέκοψε άγρια και εκείνη σχεδόν αναπήδησε από την θέση της. «Δεν είστε η πρώτη που βλέπω στη ζωή μου, δεν το καταλαβαίνετε επιτέλους; Δεν χρειάζεται να μου πείτε τι να κάνω.», έφτυσε τις λέξεις κοιτώντας την ψυχρά, σαν νούμερο σε χαρτί, ίσως το 8.655 στην καριέρα του.

     Συνέχισε να γράφει ποσότητες Χ μέρες σε ένα χαρτί του νοσοκομείου με το όνομα του πάνω-πάνω και το πέταξε σχεδόν στην νοσοκόμα. Εκείνη πετάχτηκε από το γραφειάκι και πήρε το γραμμένο χαρτί.

«Ελάτε από εδώ», είπε επίσης ψυχρά κι εκείνη (κολλητικό θα ήταν) στη γυναίκα που μαζεμένη ακόμη πιο πολύ στεκόταν πια όρθια, πέντε βήματα πιο μακριά από το γραφείο του. Την πήρε προς μια αίθουσα για την πρώτη χημειοθεραπεία.

     Ο Δημητρίου αγανάκτησε ξανά με τον κάθε έναν που του ‘στελνε συστημένους αρρώστους, επειδή ήταν καλός γιατρός. Επειδή αυτός «ήξερε καλά», που είπε και η αμόρφωτη επαρχιώτισσα. Όσο και αν προσπαθούσε να αποτρέψει συναδέλφους και αρρώστους να στέλνουν αβέρτα, η βαθειά γνώση της ογκολογίας, οι σπουδές που πλήρωσε ο πατέρας του για να τελειώσει στην Ιταλία και μετά στην Αμερική ειδικότητα και κυρίως το μεγαλύτερο χάρισμά του, το ιατρικό του ένστικτο, μια μείξη γνώσης και 6ης αίσθησης που ξεχωρίζει τον διαβασμένο-σκέτο, από τον διαβασμένο-λαγωνικό, όλα συνέτειναν στην ραγδαία ανοδική εξέλιξη της φήμης του και την αναρρίχηση στις βαθμίδες του πανεπιστημίου. 50 και αναπληρωτής καθηγητής, καλά τα είχε καταφέρει. Εντάξει τα ‘παιρνε εννοείται για να δεχτεί τον πάσα ένα γνωστό του γνωστού, να κάνει άψογες διαγνώσεις,  να βγάλει τις χημειοθεραπείες, πολύπλοκα σχήματα, να δώσει προσδόκιμο ζωής. Όταν επέλεγε ειδικότητα στην Αγγλία, ήξερε τι έκανε ο Δημητρίου.

     Τέλειωσε το μεσημέρι και ξεκίνησε. Παρασκευή και θα πήγαινε όπως πάντα στο χωριό του, 2 ώρες από την Αθήνα, έξω από το Ναύπλιο. Έφτασε κατά τις 5.00 στην πόλη. Η πλακόστρωτη μεγάλη πλατεία στο κέντρο της πόλης μόλις ξύπναγε για τον απογευματινό καφέ της. Ο γιατρός πάρκαρε όπως πάντα όταν πέρναγε για το χωριό του και κατέβηκε. Πρώτη κίνηση να περάσει μια ώρα στη πλατεία Συντάγματος, με το ενετικό κτίριο και το παλιό τζαμί, πρώτη βουλή των Ελλήνων, ένιωθε την ιστορία να σκιάζει σιγά-σιγά τις απογευματινές του σκέψεις. Η θύμησή του ελεύθερη πέρασε την Πελοπόννησο και την Αδριατική σε ένα λεπτό και ανέβηκε στα βόρεια της Ιταλίας, σε μια παρόμοια αν και τεράστια πλατεία της Σιένα, την Πιάτσα Ντελ Κάμπο.

     Η Ζωή του χαμογέλασε μπροστά στα σκαλιά του Duomo και ο Χρήστος ένιωσε την καρδιά του να ρέει σαν το μέταλλο των γλυπτών της πλατείας στα καλούπια τους. Θα την παντρευόταν σε αυτόν τον ίδιο τον μεγάλο καθεδρικά της πλατείας, είχαν πετάξει άπειρες λίρες κι οι δυο μαζί και χώρια με την ίδια ευχή στην Fonte Gaia. Στις 15 Αυγούστου ήταν στην Ελλάδα κι οι δυο και γυρνάγανε το επόμενο πρωί στην Ιταλία μαζί για να δουν την μεγάλη ιπποδρομία, το ιστορικό γεγονός της πόλης εδώ και αιώνες. Η Ζωή δεν έφτασε από την Αθήνα στην Πάτρα για να μπει στο καράβι, στην εθνική έγινε ένα μεγάλο δυστύχημα. 26 χρόνια μετά ο Χρήστος συντηρεί το Palazzo που ονειρεύονταν περνώντας κάθε βράδυ απέξω  πως τάχα θα αγόραζαν όταν θα γίνονταν σπουδαίοι γιατροί.

     Εκείνη θα γινόταν παθολογοανατόμος, είχε εμμονή με την ανάλυση, τα διαγνωστικά πλακάκια ήταν για αυτήν ότι για άλλους το μολύβι. Αναρωτιόταν πάντα πως ένα μυαλό σαν τα δικό του ελκυόταν από την …παιδιατρική! Πολλές φορές το είχαν συζητήσει. Ο Χρήστος έλεγε πως έχει την μεγαλύτερη αξία από όλες τις ειδικότητες, να κάνεις πράξη το κέντρο της ιατρικής επιστήμης δίνοντας όλο σου τον εαυτό για ό,τι έχει μόνο μέλλον, ούτε λίγο παρελθόν, σαν να γράφεις σε άγραφη πλάκα, πρώτος και με ανεξίτηλα γράμματα.

     Φυσικά μετά το ατύχημα της Ζωής δεν έγινε παιδίατρος. Το Palazzo κόστισε κάτι εκατομμύρια, το ίδιο και η συντήρηση της Ζωής, το μετέτρεψε σε ειδικό ιατρικό κέντρο τεχνητής υποστήριξης, τα μηχανήματα και το προσωπικό κρατάνε την αναπνοή της ακόμη. Έμαθε τα πάντα για αυτό που ο απλός κόσμος λέει «έμεινε φυτό». Δεν πίστεψε ποτέ πως θα επανέλθει, ίσως τον πρώτο χρόνο μόνο που εκείνη ήταν ακόμη στην Ελλάδα και ο Χρήστος τέλειωνε τη βασική εκπαίδευση στην Σιένα. Άλλωστε άφησε τόσο πολύ την ζωή του να τρέξει κάτω από την σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού που αν ξύπναγε η Ζωή,  θα ντρεπόταν για ό,τι έγινε τελικά ο αγαπημένος της. Πώς να της εξηγήσει πως έχασε την Ζωή και την ελπίδα, πως μόνο τα λεφτά απέκτησαν πια αξία για αυτόν; Στην αρχή ήταν το Palazzo, μετά τι; Πως την κυρία Ζωή που ήλθε το πρωί πάλι καλά που δεν την πέταξε στα χέρια κανενός ειδικευόμενου πρωτοετούς. Κι αυτήν και το λάδι της. Έχε χάρη που την έλεγαν Ζωή. Άκου ένα τενεκέ λάδι!

     Τέλειωσε τον καφέ του και ξεκίνησε για το πατρικό του. Κανείς δεν περίμενε, οι γονείς του είχαν πεθάνει από χρόνια και για δική του οικογένεια ούτε λόγος. Παιδιά και φασαρίες… Πλησίαζε Αύγουστος και θα ετοιμαζόταν να φύγει ένα μήνα διακοπές όπου να ’ναι, όπως κάθε χρόνο. Στη Σιένα. Είχε και τις ιπποδρομίες.

     Χτύπησε το κινητό. Ο Σωφρόνης από το Ιπποκράτειο. Θα ‘θελε να τον ευχαριστήσει για την θεια του, συντοπίτισσα, ό,τι ήταν. Δεν το σήκωσε. Το Μπούρτζι φάνταζε μυστηριώδες μες το μεγαλείο του εκεί απέναντι πια, πότε νύχτωσε, ούτε που το κατάλαβε. Κανείς δεν πήγαινε νύχτα με το τουριστικό καραβάκι στο οχυρό. Κανείς επίσης δεν κατοικούσε χρόνια, τελευταίος κάτοικος, λέει η ιστορία, ο  δήμιος της γκιλοτίνας στα τέλη το προπερασμένου αιώνα. Μοναξιά.

Συγγραφέας: Γιούλα Μπούρα - φοιτήτρια Tabula Rasa

 

1 σχόλιο:

  1. Η Γιουλα Μπουρα που ηταν καποτε σε διαφημιστικη εταιρια???

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...