Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

"Τελευταία μέρα" του Αργύρη Γιαμάλογλου

     Ήμουν 9 χρονών όταν πέθανε ο παππούς μου. Ο αγαπημένος μου παππούς. Νομίζω ότι είναι μια μέρα που δε θα ξεχάσω ποτέ όσο ζω. Ήταν τόσο έντονη, τόσο ξεχωριστή, σαν διαφορετική απ’ τις υπόλοιπες. Λες και εκείνη η χρονιά είχε μία παραπάνω μέρα, τη μέρα του θανάτου του. 

     Μ’ αγαπούσε πολύ. Γενικά είχε πολύ αγάπη στην καρδιά του. Δε θυμάμαι ποτέ... να έλεγε κακό λόγο για κανέναν ή να σχολιάζει, να κριτικάρει. Δεν του άρεσαν αυτά. Κοιτούσε μόνο τη δουλειά του και την οικογένεια του. Η γιαγιά μου τον είχε μεγάλη έννοια. Ανησυχούσε πολύ για εκείνον. Βλέπετε δούλευε εργάτης στη ΔΕΗ, στα καλώδια και είχε πάθει ατύχημα, μία πολύ άσχημη ηλεκτροπληξία που του είχε στερήσει τα μαλλιά και του είχε αφήσει αρκετά εγκαύματα στο πρόσωπο. Αλλά το χειρότερο, αρρυθμίες στην καρδιά. Οι γιατροί είχαν πει ότι είναι θαύμα που σώθηκε και πρέπει να προσέχει πολύ και θυμάμαι μια μέρα που έλεγε η γιαγιά μου σε μια θεία:

«Oι γιατροί του είπαν ότι δεν έχει πολλά χρόνια ζωής, ίσως δεν καταφέρει να δει εγγόνι».

     Βέβαια, όχι μόνο με είδε, αλλά μου έδωσαν και το όνομα του. Θυμάμαι κάποιες μέρες του μήνα που ο παππούς ήταν στο κρεβάτι και δε με άφηναν να τον δω για να μην τον κουράσω αλλά τότε δεν καταλάβαινα γιατί. 

     Το βράδυ που πέθανε έκανε το πρώτο του τσιγάρο και ήπιε το πρώτο του ουίσκι. Σιχαινόταν ποτό και τσιγάρο όπως ο διάολος το λιβάνι. Ακόμα θυμάμαι τη γιαγιά μου να ουρλιάζει:

«Μα καλά τρελάθηκες σήμερα; Τι είναι αυτά που κάνεις;» 

     Εμένα μου φαινόταν πολύ αστείο όλο αυτό το σκηνικό. Ο παππούς στο μπαλκόνι, αν τολμούσε ας έμπαινε μέσα, να καπνίζει και να πίνει και η γιαγιά μου μέσα να έχει φτιάξει τρία γλυκά απ’ τα νεύρα της. Είχε πάθος με τα γλυκά. Κάποια στιγμή ο παππούς με φώναξε στο μπαλκόνι. Είχε σβήσει το τσιγάρο και έπινε την τελευταία του γουλιά όταν μ’ έβαλε να κάτσω στα γόνατα του. Τότε μου είπε αν πάθει κάτι εκείνος να προσέχω τη γιαγιά κι εγώ τον ρώτησα τι εννοεί. Θυμάμαι ότι τον είδα να δακρύζει και για να αποφύγει τις ερωτήσεις μου άρχισε να μου λέει μία ιστορία για του άγιους Αναργύρους. Ποιοι ήταν, πως πήραν το όνομα τους και διάφορα άλλα που μου φαίνονταν ακαταλαβίστικα. Η γιαγιά τότε βγήκε στο μπαλκόνι, Φεβρουάριος ήταν, κι άρχισε να του τα ψάλλει γιατί κάθεται στο μπαλκόνι μες το κρύο και μου είπε να πάω μέσα. Εγώ φυσικά γνωστό πνεύμα αντιλογίας και πειραχτήρι, αποφάσισα να κρυφτώ πίσω απ’ την κουρτίνα για ν’ ακούσω τι θα πουν. Η γιαγιά συνέχισε να του τα ψάλλει για την περίεργη συμπεριφορά του κι άρχισα να κρυφοκοιτάζω απ’ την κουρτίνα. Ήθελα να δω την αντίδραση του παππού μου. Απλά χαμογελούσε και την κοιτούσε μες τα μάτια. Κάποια στιγμή έβαλε τα δυο του δάχτυλα στο στόμα της για να την κάνει να σωπάσει. Εκείνη τον κοίταξε απορημένη. 

«Σ’ αγαπώ πολύ, να το θυμάσαι αυτό». 

     Η γιαγιά μου τρόμαξε, σα να κατάλαβε τι εννοούσε και άρχισε να τον ταρακουνάει, 

«Τι βλακείες λες βραδιάτικο, άντε όλο θες να με τρομάζεις, έλα μέσα να δούμε λίγο τηλεόραση με το παιδί, θα κοιμηθεί μαζί μας σήμερα». 

«Θα κάτσω δυο λεπτά να χαζέψω απ’ το μπαλκόνι και έρχομαι». 

«Όπως θες»,  του είπε εκείνη και την άκουσα να μπαίνει μέσα. 

     Προσπάθησα να τρέξω προς την κουζίνα αλλά ήταν αργά, με είχε δει και είχε καταλάβει ότι κρυφάκουγα. Ευτυχώς ήταν απασχολημένη με άλλα και δε μου έδωσε πολύ σημασία. 

     Την επόμενη μέρα με ξύπνησαν τα ουρλιαχτά της. Ήταν νεκρός δίπλα της. Κρατώντας και τους δυο μας αγκαλιά.

Συγγραφέας: Αργύρης Γιαμάλογλου -  φοιτητής Tabula Rasa

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...