Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

"Μια καρέκλα θυμάται" του Αργύρη Γιαμάλογλου



      Καλησπέρα. Μη με ρωτήσετε γιατί ήρθα απόψε να σας μιλήσω, δε θέλω να σας πω. Δε μπορώ καν να το ξεστομίσω. Με λένε Τζούλια και όπως μπορείτε να διακρίνετε όλοι σας δεν είμαι μία απλή κοινή καρέκλα. Ποτέ δεν ήμουν μια απλή κοινή καρέκλα...

     Κατασκευάστηκα για ένα και μόνο σκοπό, να διακοσμήσω το σπίτι της κυρίας μου. Θα σας έλεγα και του κυρίου μου αλλά η κυρία φρόντισε να τον ξεπαστρέψει γρήγορα οπότε δεν έχω κύριο, έχω μόνο κυρία. Αχ, όχι όχι θα πάρω τα πράγματα απ’ την αρχή γιατί θα σας μπερδέψω και δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεση μου. Μπορεί να μπει από στιγμή σε στιγμή κι αν με βρει εδώ να σας μιλάω… δε θέλετε να ξέρετε τι μπορεί να κάνει, είναι ικανή για όλα. Για όλα.

   Γεννήθηκα πριν 6 χρόνια περίπου. Ο κατασκευαστής μου ήταν ένας κίτρινος, σχιστομάτης που το στόμα του μύριζε λίγο αλλά δεν με πείραζε αυτό τόσο πολύ. Αυτό που με πείραζε ήταν αυτό που μου έκανε. Μη με βλέπετε έτσι, παλιότερα ήμουν μία κανονική καρέκλα. Γεννήθηκα αρτιμελής. Αλλά η κυρία μου, που αυτή με είχε παραγγείλει στο σχιστομάτη ήθελε λέει να έχω τρία πόδια. Από τότε έπρεπε να καταλάβω το ποιόν της.
«Θα ταίριαζε καλύτερα στο ήδη μεταμοντέρνο σαλόνι μου», του είχε πει και εγώ είχα ιδρώσει από το φόβο μου για το τι θα απαντούσε ο σχιστομάτης.
«Κανένα πρόβλημα» της είπε αυτός και με μιας την επόμενη μέρα βρέθηκα να είμαι κουτσή και να πρέπει να σταθώ σε τρία πόδια. Έχετε ξαναδεί εσείς καρέκλα με τρία πόδια;

   Τότε δεν καταλάβαινα τώρα όμως το έχω πιάσει το σκηνικό. Είσαι πλούσιος; Είσαι σημαντικός; Είσαι διάσημος; Κάνεις ότι θέλεις. Μέχρι και καρέκλα με 3 πόδια μπορείς να έχεις, αρκεί να πέσει το χρήμα. Και έπεσε. Όχι, να το παινευτώ αλλά είμαι η πιο ακριβή κουτσή καρέκλα. Η κυρία μαγεύτηκε. Άρχισε να με χαϊδεύει, να με ζουλάει με τον τεράστιο πισινό της, τόσο που ένιωθα ότι θα φύγει κι άλλο πόδι και θα γίνω ένα με το ακριβό χαλί της. Αυτό να δείτε τι είχε περάσει. Μου την είχε πει μια μέρα την ιστορία του και είχα ανατριχιάσει. Αλλά το χαλί δεν είναι της παρούσης, μην ξεφεύγω από το θέμα.

    Δεν πέρασαν 3 μέρες και η κυρία ξανάρθε στον σχιστομάτη δυστυχισμένη.
«Τη βαρέθηκα» του είπε, «όλοι οι πλούσιοι φίλοι μου στην αρχή ήταν εκστασιασμένοι και τώρα τίποτα, κανείς δεν της δίνει σημασία». Εμένα ήταν η καλύτερη μου, μετά από 3 μέρες κανείς δεν ήθελε να κάτσει πάνω μου και είχα βρει την ησυχία μου. Μόνο τα σκυλιά με χέζανε, μάλλον τους άρεσε το ξύλο μου. Αλλά κι εκεί αντί να με υπερασπιστεί η κυρία μου και να μαλώσει το μαλλιαρό κακομαθημένο διάβολο, εκείνη αντίθετα του έλεγε «μπράβο μικρούλι μου που δε λέρωσες το περσικό χαλί. Η καρέκλα καθαρίζεται πιο εύκολα». Και δώστου να μου βάζει στη μούρη κάτι απαίσια σκευάσματα του εμπορίου δήθεν πανάκριβα όλο φρου φρου κι αρώματα κι από ποιότητα μηδέν. Τότε κατάλαβα πόσο χαζή πρέπει να είναι η κυρία μου. Αγοράζει ότι της πασάρουν στο εμπόριο, τα πιο ακριβά μόνο και μόνο για να μπορεί να λέει ότι καθαρίζει τις καρέκλες της με το τάδε καθαριστικό από Αμερική που είναι χλωρίνη σκέτη. Έτσι απέκτησα και τα δύο εγκαύματα που βλέπετε στη μούρη μου.

    Τέλος πάντων να μην τα πολυλογώ η κυρία είχε πάει στον σχιστομάτη αποφασισμένη. «Δεν έδωσα τόσα λεφτά για τη βρωμοκαρέκλα σου για να μην της δίνει κανείς σημασία μετά από 3 μέρες. Θέλω κάτι καινούργιο». Πανικοβλήθηκα, έχασα το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου. Δε λέω μου συμπεριφερόταν άσχημα αλλά τουλάχιστον ήταν ζεστή, τα πόδια μου δεν κρύωναν γιατί ήμουν στο περσικό χαλί, όλη μέρα κόσμος, δε βαριόμουν ποτέ, πάρτι, δεξιώσεις, γνώρισα τους πιο σημαντικούς ανθρώπους. Κι αν πήγαινα σε κανένα φτωχόσπιτο, χωρίς χαλί, χωρίς θέρμανση απ’ αυτά που άκουγα με την οικονομική κρίση που δεν έχουν ούτε να φάνε; Είχα φοβηθεί. Κι αν εκεί πάνω στην πείνα άρπαζαν λίγο από το λεπτεπίλεπτο ξύλινο πανάκριβο ποδαράκι μου; Ή ακόμα χειρότερα αν με πούλαγαν σε κανένα απ’ αυτά τα άθλια παζάρια που λέει η κυρία που στοιβάζονται η μία καρέκλα πάνω στην άλλη και έρχεται και κάθεται πάνω σου και σε πιάνει ο καθένας με τα μικρόβια του; Ποιος θα με καθάριζε μετά; Το δερματάκι μου θα ξέφτιζε και θα γινόταν άγριο και σκληρό. Και θα γινόμουν κι εγώ ένα με το σωρό.

   Δεν πειράζει σκέφτηκα μέσα μου, ότι αλλαγή θέλει να κάνει πάνω μου ας την κάνει. Τουλάχιστον θα ζω αξιοπρεπώς, πλουσιοπάροχα έτσι όπως είχα μάθει. Καλύτερα να στάζει πάνω μου χαβιάρι και κάτουρα από γκριφόν παρά ταραμοσαλάτα και κόπρος. «Θέλω να την κάνεις μοντέρνα» είπε στο σχιστομάτη. «Δηλαδή πιο μοντέρνα. Να της κόψεις ένα κομμάτι από την πλάτη, να της ανοίξεις δηλαδή μία τρύπα και να περάσεις δύο λεπτά σίδερα σε σχήμα χ». Ναι, ναι, τρυπήστε με τρυπήστε με, αναφώνησα ενθουσιασμένη. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος. Σχεδόν λιποθύμησα όταν μου άνοιγε την τρύπα στην πλάτη και έβλεπα τα κομμάτια μου να πέφτουν στο έδαφος κάνοντας έναν ανατριχιαστικό θόρυβο που δε θέλω να ξανακούσω ποτέ. Αλλά το χειρότερο ήταν τα σίδερα. Όταν τα έμπηξε στο κορμί μου. Η καλοπέραση θέλει θυσίες. Τα λεφτά αποκτούνται με κόπο και ιδρώτα, έλεγα μέσα μου όση ώρα γινόταν η «εγχείριση».

     Μετά από 2 μέρες πήγα και πάλι στο σπίτι. Ταλαιπωρημένη, μερικά κιλά ελαφρότερη και αγχωμένη για το αν θα της αρέσω. Θα της δείξω τον καλύτερο μου εαυτό σκέφτηκα. Θα κάνω τα πάντα. Θα είμαι μαλακή και δε θα γκρινιάξω που ακουμπάει τον κώλο της πάνω μου και τρίβεται μέχρι να βολευτεί προκαλώντας μου ασφυξία. ‘Όχι, θα είμαι υπόδειγμα καρέκλας. Κοίταξα γύρω μου. Οι υπόλοιπες καρέκλες είχαν φύγει και είχαν αντικατασταθεί με καινούργιες. Ψωνισμένες και πανάκριβες, καμιά τους δε μου μίλαγε. Φτωχιά με ανεβάζανε, αντίκα με κατεβάζανε. Αλλά δε με ενδιάφερε. Την εξουσία την είχε η κυρία. Μόνο αυτή μπορούσε με μια της λέξη να της κάνει όλες καυσόξυλα για το τεράστιο τζάκι της, όπως λογικά θα έγιναν και οι προηγούμενες. Μόλις με είδε έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλή. Πες κάτι έλεγα μέσα μου. Ένα χαμόγελο, μία λέξη, λίγο ενθουσιασμό. Και το είπε. Μετά από 10 δευτερόλεπτα που για τη ζωή μίας καρέκλας φαντάζουν αιωνιότητα είπε, «τώρα μάλιστα. Θα σκάσουν οι άλλες, έχω την καλύτερη καρέκλα» και ευθύς κάλεσε καμιά 40αριά κοντινές της φίλες να με δουν, να με θαυμάσουν, να με απογειώσουν. Έτσι και με δέχονταν κι αυτές, αυτό ήταν είχα εδραιώσει την εξουσία μου και τη θέση μου στο σπίτι. Κανείς δε με κουνούσε πια. Και θα την έπειθα να φτιάξει άλλους 3 - 4 κλώνους μου. Ίδιες με μένα. Και σε λίγο θα έδιωχνα όλες τις υπόλοιπες καρέκλες, τις ψωνισμένες.

     Το ξέρω, το ξέρω θα μου πείτε ότι είμαι σκληρή, έτσι είναι όμως. Δεν μπορείς να επιβιώσεις αλλιώς σε αυτό τον κόσμο. Τόσους μήνες σε αυτό το σπίτι έχω μάθει πολλά. Στις δεξιώσεις όταν οι άλλες καρέκλες μιλούσαν μεταξύ τους και σχολίαζαν τα φορέματα της κάθε κυρίας εγώ ήμουν μόνη μου, στη γωνιά μου και άκουγα τι συζητούσαν γύρω μου. Κρίση, επιβίωση, κομπίνα, χρήματα, αλκοόλ, ναρκωτικά, πλούτος. Όλα τα είχα μάθει. Άκουγα τι έκαναν αυτοί οι άνθρωποι για να πλουτίσουν και έλεγα μία μέρα θα γίνω η κεντρική καρέκλα του σαλονιού και όλοι αυτοί θα παρακαλάνε να κάτσουν πάνω μου. Αλλά είναι αχάριστοι, οι άνθρωποι είναι αχάριστοι.

     Ξέρετε γιατί σας τα λέω σήμερα όλα αυτά. Θέλετε να σας το πω; Ορκίστηκα να μην το πω πουθενά. Σε κανένα, να μην γίνω σαν τις καρέκλες που κοροϊδεύω, που κλαίνε τη μοίρα τους, αλλά δεν αντέχω να το κρατάω άλλο μέσα μου. Έτσι κι αλλιώς σε λίγες ώρες θα έχει έρθει κι εγώ θα φύγω από δω. Ναι θα φύγω, γιατί με διώχνει. Μετά από όσα έκανα για εκείνη, όλες τις θυσίες, το πόδι μου, την πλάτη μου, όλα όσα υπέμενα να γίνονται πάνω μου παρά τη θέληση μου, θα φύγω. Γιατί στις φίλες της δεν άρεσα.
«Γύφτικα τα σίδερα, πολύ 80s διακόσμηση, σε νομίζαμε για προχωρημένη» κι άλλα τέτοια της είπαν όταν με είδαν. Και την άκουσα να το λέει στο τηλέφωνο. Κάλεσε το σχιστομάτη να έρθει να με πάρει και να με τεμαχίσει γιατί θέλει να φτιάξει μία κατασκευή καινούργια από το ξύλο μου, το πανάκριβο ξύλο μου. Έτσι όπως σκότωσε το γέρο άντρα της για να πάρει όλη του την περιουσία έτσι θα σκοτώσει και μένα τώρα.

    Α, νομίζω την ακούω, ήρθε.  Σας ευχαριστώ που με ακούσατε. Ξέρω ότι είναι τρελό να βλέπετε μία καρέκλα να μιλάει αλλά αναρωτηθείτε μήπως είναι πιο τρελό να σας μιλάνε κάτι χάρτινα ορθογώνια λεπτά πραγματάκια που τα λέτε χρήματα; Και μήπως είναι ακόμα πιο τρελό να τα ακούτε και να τα πιστεύετε πιο πολύ κι απ’ τον ίδιο σας τον εαυτό; Ελπίζω η θυσία μου να σας προβληματίσει λίγο και την επόμενη φορά που θα αγοράσετε μία καρέκλα για το σπίτι σας, είτε φτηνή είτε ακριβή να το σκεφτείτε λίγο πιο σοβαρά. Εγώ πάντως μέχρι τελευταία στιγμή θα φύγω με το κεφάλι ψηλά. Κι ας έχω μόνα 3 πόδια. Πάω στην κυρία μου, δε θέλω να την αφήσω να περιμένει. Καληνύχτα σας.

Συγγραφέας: Αργύρης Γιαμάλογλου - φοιτητής Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...