Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

"Το ξε-στυλό" του Μάνου Σφυράκη

Κάποτε ήταν ένα κορίτσι, η Μπιάνκα, που της άρεσε να γράφει παραμύθια. Είχε πάντοτε έμπνευση και δεν της ήταν καθόλου δύσκολο να σκαρφιστεί οποιοδήποτε παραμύθι ανά πάσα στιγμή και να το διηγηθεί στα παιδιά της γειτονιάς, τα οποία την αγαπούσαν. Όνειρο της ήταν πάντοτε τα παραμύθια που έγραφε, να μπορέσουν να πάρουν ζωή και να γίνουν πραγματικότητα, μα αυτό ήταν αδύνατο, αφού σύμφωνα με το μεγαλύτερο αδερφό της, τον Λίο, δεν μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο…

Κάποιο βράδυ εκεί που καθόταν δίπλα στο παράθυρο της και έγραφε, παρατήρησε περίεργες λάμψεις να πέφτουν από τον ουρανό. Ήταν πεφταστέρια! Πριν προλάβει να πάρει τα μάτια της από τον ουρανό, ένα τελευταίο αστέρι, έλαμψε με όλη του την δύναμη, κι ύστερα εκτοξεύθηκε στην άλλη άκρη του ουρανού σαν βεγγαλικό! Η Μπιάνκα βρήκε την ευκαιρία της και ευχήθηκε:

«Εύχομαι τα παραμύθια μου να έπαιρναν ζωή!»

Χαμογέλασε γλυκά σαν να κατάλαβε πως η ευχή της εισακούστηκε, κι έπειτα έπεσε στο ζεστό της κρεβατάκι.

Την επομένη, η Μπιάνκα ξύπνησε μέσα σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι και αυτό την ανησύχησε πολύ! Βρισκόταν μέσα σ’ένα παραμύθι που ναι μεν είχε γράψει η ίδια αλλά δεν θυμόταν το τέλος… Θυμόταν πως μια μοχθηρή βασίλισσα ήθελε όλες τις όμορφες κοπέλες νεκρές, για να μην μπορέσει ποτέ καμιά να παντρευτεί το βασιλόπουλο του διπλανού χωριού, και η Μπιάνκα δυστυχώς ήταν μια από αυτές! Ενθυμούμενη τι επρόκειτο να συμβεί, άρχισε να κλαίει από την αγωνία της, και να προσεύχεται για βοήθεια. Αμέσως μια φωτεινή παρουσία σε μορφή αγγέλου ήρθε να της δώσει ελπίδα!

«Με ξέχασες κιόλας Μπιάνκα;!»
«Ποιος είσαι;»
«Ο φύλακας Άγγελός σου… εσύ μου έδωσες φτερά μέσα σε ετούτη την ιστορία, και τώρα ήρθα για να σε βοηθήσω!»
«Μα πώς…; Πώς γίνεται;»
«Όλα είναι δυνατά σ’ αυτόν τον κόσμο αρκεί να το πιστεύεις! Ο αδερφός σου έκανε λάθος όμως, και τώρα το πληρώνει, δυστυχώς…»

Η Μπιάνκα σηκώθηκε ανήσυχη και πλησίασε τον ολόλαμπρο άγγελο της ο οποίος έκπεμπε μια απερίγραπτη θέρμη, η οποία την μούδιαζε ολόκληρη. Τον κοίταξε στα μάτια μα εκείνος απλά της χαμογέλασε.

«Τι έπαθε ο αδερφός μου; Που είναι;»
«Οι άπιστοι βρίσκονται στο κελί των μελλοθανάτων!!!»
«Στο κελί… Θεέ μου τι έκανα; Ο αδερφός μου...»
«Μην ανησυχείς! Γι’ αυτό είμαι εδώ, για να σου δώσω αυτό!»

Ο φύλακας Άγγελος της, αμέσως έβγαλε μέσα από τις πελώριες φτερούγες του έναν στυλό που έδειχνε να έχει μέσα όλα τα χρώματα τις ίριδος και τον έδωσε στην Μπιάνκα.

«Ένα στυλό; Πώς θα με βοηθήσει ένα στυλό καλέ μου Άγγελε; Δεν έχω τώρα μυαλό να γράψω…»
«Αυτό δεν είναι ένα απλό στυλό Μπιάνκα, για την ακρίβεια δεν είναι καν στυλό, είναι ξεστυλό!!! Με αυτό δεν γράφεις αλλά ξεγράφεις όσα έχεις γράψει…»

Η Μπιάνκα το κοίταξε τρομοκρατημένη και ευθύς κάλυψε το πρόσωπο της με τα καταγάλανα χεράκια της για να μην φανούν τα δάκρυα της.

«Μα δεν θέλω να ξεγράψω τίποτα!»
«Όλα έρχονται με ένα τίμημα καλή μου! Για να σώσεις τον αδερφό σου και να επανέλθετε στην πραγματικότητα, πρέπει πρώτα να ξεγράψεις αυτή την ιστορία…»

Ο Άγγελος της έδωσε ένα βιβλίο. Ήταν το βιβλίο με τις ιστορίες της! Τις έκανε νόημα να το ανοίξει, μα εκείνη το κοίταζε με μεγάλο δισταγμό. Το τρεμάμενο χέρι της άνοιξε το εξώφυλλο του βιβλίου, και με αργές κινήσεις, έφτασε στο παραμύθι που είχε γράψει ως τώρα. Κοίταξε τον Άγγελο της με δάκρυα πικρά να κατηφορίζουν από τα πανέμορφα μάτια της, μα εκείνος για μια ακόμη φορά της χαμογέλασε και με ένα πέρασμα του ζεστού χεριού του, τα εξαφάνισε.

«…κι εσύ καλέ μου Άγγελε; Θα χαθείς κι εσύ;!»
«Θα είμαι πάντα μέσα σου…», της είπε με φωνή απαλή, «Εξάλλου δεν είμαι αποκύημα της φαντασίας σου, είμαι αληθινός!»

Λέγοντας αυτά τα λόγια, της χάρισε ένα τελευταίο γλυκό χαμόγελο και αμέσως χάθηκε μέσα σε μια εκθαμβωτική λάμψη.

«Όλα έρχονται μ’ ένα τίμημα λοιπόν…» μουρμούρισε τα λόγια του Αγγέλου και με όση περίσσια ψυχική δύναμη της είχε απομείνει, άπλωσε το ξεστυλό μέσα στις γραμμένες σελίδες του βιβλίου, κι αυτές ευθύς εξαφανίστηκαν!

Η Μπιάνκα βρέθηκε στο κρεβάτι της και σαν από όνειρο, πετάχτηκε μονομιάς όρθια! Δεν μπορούσε να καταλάβει αν όλο αυτό που είχε ζήσει ήταν στην φαντασία της ή πραγματικότητα. Η πόρτα άνοιξε και ο Λίο μπήκε μέσα με σκυμμένο το κεφάλι, την πλησίασε και κάθισε στο κρεβάτι.

«Σου οφείλω μια μεγάλη συγγνώμη κι ένα πελώριο ευχαριστώ Μπιάνκα!»

Εκείνη τον κοίταξε απορημένη και παρατήρησε πως στο χέρι του κρατούσε ένα λεπτό περιτύλιγμα.

«Τι θες να πεις Λίο;»
«Μου έμαθες να βλέπω με τα μάτια της ψυχής… κι εγώ ο ανόητος προσπάθησα να σου κόψω τα φτερά για το ταξίδι της φαντασίας!»

Ο Λίο της έδωσε το λεπτό περιτύλιγμα κι εκείνη το πήρε προσεκτικά στα χέρια της. Το άνοιξε και έκπληκτη είδε το ξεστυλό να λάμπει μπροστά στα μάτια της.

«Δεν ήταν όνειρο…;»
«Όχι δεν ήταν! Η ευχή σου βγήκε αληθινή…»

Τα δύο αδέρφια συγκινημένα από την απίστευτη εμπειρία που έζησαν στον κόσμο της φαντασίας, κοιτάζονταν μεταξύ τους με ανάμικτα συναισθήματα, μη μπορώντας να κατανοήσουν πως μια ευχή κι ένα ξεστυλό μπόρεσαν να κάνουν τα αδύνατα δυνατά! Ο Λίο την αγκάλιασε και συγχρόνως της έδωσε το βιβλίο που έγραφε τα παραμύθια της.

«Συνέχισε να γράφεις αδερφούλα μου, τα παραμύθια σου έχουν ζωή… μα κι αν  πάλι κάτι πάει στραβά, έχεις το ξεστυλό για το διορθώσεις…»


Η Μπιάνκα του χάρισε ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο, πήρε αγκαλιά το βιβλίο της και μαζί κάθισαν να απολαύσουν την μαγική ανατολή του ήλιου που έμοιαζε να είναι βγαλμένη από κάποιο παραμυθένιο μέρος…


Συγγραφέας: Μάνος Σφυράκης - φοιτητής Tabula Rasa


1 σχόλιο:

  1. Όταν οι άνθρωποι, στο μονοπάτι της ζωής, σταματούν να περπατούν...τα παραμύθια και οι μύθοι συνεχίζουν!...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...