Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

"Ποτέ χωρίς όνειρα" (β' μέρος) του Νεκτάριου Μπουτεράκου

Ελπίζω να μη με δει κανείς! Τόσο σκοτάδι! Δεν βλέπω τίποτα μπροστά μου. Είμαι τόσο κοντά! Τα κατάφερα, αλλά αν με ανακαλύψουν, ο εξορισμός θα είναι χάδι. Σκιά ήταν αυτό; Το μυαλό μου παίζει παιχνίδια. Κάπου εδώ κοντά είναι…

«Πέσε κάτω! Περνάει περίπολος!».
Μα ποιος είναι; Ας πέσω…

«Ποιος είσαι;».
«Μη μιλάς για λίγο! Άσε να φύγουν και θα σε βρω εγώ».
Φως! Περνάει δίπλα μου. Πρέπει να μείνω ακίνητος… Φίου… Ευτυχώς τη γλίτωσα! Μα ποιος να μου μίλησε πριν;

«Αν δεν ήμουν κοντά θα σε είχαν τσακώσει. Γεια σου Ν300973!».
Δεν το πιστεύω πως είναι αυτή! Με ακολούθησε;
«Χ140576; Εσύ εδώ; Μα πως!». Μα τι κάνει; Χαμογελάει; Δεν μπορεί…

«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Τελικά δεν είμαι μόνη…».
Χοροπηδάει! Σαν αγρίμι κάνει! Είναι… είναι τόσο όμορφη! Το δέρμα του κεφαλιού της είναι τόσο ροδαλό, που… που…

«Μα μιλάς απαγορευμένα; Πως;». Δεν το πιστεύω πως δεν μπορώ να μιλήσω. Αυτός ο κόμπος στο λαιμό!
«Γιατί εσύ τι κάνεις; Θαρρείς πως δεν το ξέρω; Απλά φοβόμουν…».
Αυτό κι αν είναι απαγορευμένο.
«Φοβόσουν; Πως μιλάς έτσι;».
«Ναι το αισθάνομαι κι αυτό… Αισθάνομαι… Αισθάνομαι… Αισθάνομαι! Και δεν το κρύβω μπροστά σου, γιατί κι εσύ τα ίδια νιώθεις!».
Τι λέει; Δεν το πιστεύω αυτό που ζω! Κι όμως είναι τόσο όμορφο…

«Γιατί είσαι εδώ;». Πρέπει να αλλάξω θέμα.
«Δεν άκουσες για το απαγορευμένο κτίριο που ανακάλυψαν; Πρέπει να το δω! Οπωσδήποτε! Θέλω να γράψ…».
Όχι! Δεν είναι δυνατόν! Δεν πήγε να πει αυτό που σκέφτομαι!
«Γιατί σταμάτησες; Τι πήγες να πεις;». Ας μην το πει!
«Εντάξει! Θα στο πω κι αυτό! Γράφω! Μου αρέσει να γράφω… Ναι! Έχει ο πατέρας μου κρυμμένο έναν παλιό υπολογιστή με πλήκτρα! Αρχαίο αντικείμενο! Το ανακάλυψα τυχαία κι άρχισα να γράφω εκεί! Είναι υπέροχο! Υπέροχο…».
Το ‘πε!
«Θα μου δείξεις κάποια στιγμή τι γράφεις;». Τι ξεστόμισα; Πως μπόρεσα;
«Ναι! Θέλω πολύ! Αλλά πρώτα πρέπει να δούμε το απαγορευμένο κτίριο… Έλα πάμε!».
Είναι τρελή! Αλλά κι εγώ τι είμαι;

Να το! Μπροστά μας! Είμαστε τυχεροί που δεν το έχουν καλύψει με το αδιαπέραστο δίχτυ ασφαλείας. Δεν θα μπορούσαν να σκεφτούν εξάλλου πως υπάρχουν κάποιοι που θα παραβούν τους νόμους και θα έρθουν εδώ. Ναι, είμαστε τυχεροί. Πωπω! Πως κατασκεύαζαν οι αρχαίοι τα κτίρια πριν τον μεγάλο πόλεμο! Γυαλί παλιάς τεχνολογίας, σίδερο και πέτρα. Πρωτόγονοι! Τι να ήταν άραγε αυτό το κτίριο; Μόνο λίγα γράμματα έχουν μείνει στην επιγραφή. “T”, “UL” και στο τέλος το “SA”. Τι να ήταν άραγε εδώ;

«Πως θα μπούμε μέσα;».
Ωχ, αυτό δεν το σκέφτηκα! Δεν πρέπει να φανώ χαζός στα μάτια της. Κάτι πρέπει να σκεφτώ και γρήγορα.
«Ε, έχω μαζί μου ένα κοπίδι με υπέρηχους. Ίσως αυτό να κόψει χωρίς θόρυβο το γυαλί και να ανοίξουμε την αρχαία αυτή πόρτα». Μπα! Αν κοπεί ένα κομμάτι θα σπάσει όλη η τζαμαρία και όχι μόνο θα γίνω ρεζίλι, αλλά θα μας πιάσουν. Τι μου ήρθε να πω τέτοια ανοησία;

«Για δοκίμασε το σίδερο στην πόρτα; Ίσως είναι πιο εύκολο!».
Τι έξυπνη που είναι! Θα το δοκιμάσω. Πωπω! Μαυρίζει και λιώνει το μέταλλο. Κι αυτή η μυρωδιά… Αίσχος! Άνοιξε! Δεν το πιστεύω.

«Είσαι καταπληκτικός!».
Μα τι κάνει; Με αγκαλιάζει! Ωχ! Μου γέμισε σάλια το μάγουλο.
«Τι…».
«Αυτό οι αρχαίοι το έλεγαν φιλί!».
Πόσα ξέρει! Το σώμα μου μούδιασε! Πρώτη φορά το παθαίνω αυτό! Είναι υπέροχη…
«Πάμε!». Καλά μόνο αυτό βρήκα να πω;

Ο χώρος μυρίζει σκόνη και μούχλα. Άρρωστοι θα φύγουμε από εδώ μέσα. Μα τι έπιπλα είχαν τότε; Αυτό το κατασκεύασμα από ξύλο δεξιά μου τι να ήταν άραγε; Πίσω έχει κι ένα σιδερένιο κατασκεύασμα με γυαλί και μέσα περίεργα ράφια. Σε τι να ήταν χρήσιμο; Που πήγε εκείνη;

«Χ140576 που είσαι;». Θα με βάλει σε μπελάδες αυτή η κοπέλα. Πρέπει να τη προσέχω.
«Εδώ! Έλα να δεις! Δεν το πιστεύω…».
Τι να έγινε; Πρώτη φορά νιώθω το στομάχι να καίει.
«Τι είναι εδώ μέσα;». Τόσο μικρός χώρος. Μα στάσου… πίσω εκεί έχει… βιβλία! Δεν το πιστεύω…

«Ξέρεις που βρισκόμαστε;».
«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα!». Όντως…
«Είναι το γραφείο του υπεύθυνου. Από εδώ… Από εδώ ξεκίνησαν όλα…».
Τρέμει! Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο να τρέμει!

«Δεν καταλαβαίνω!».
«Την ξέρεις την ιστορία του Μεγάλου πολέμου, σωστά;».
Και ποιος δεν την ξέρει! Άνθρωποι διανοούμενοι που στόχος τους ήταν ο πολιτισμός και η ευημερία επαναστάτησαν για να εκθρονίσουν τους εκμεταλλευτές που προκαλούσαν την παγκόσμια κρίση.
«Μα, και βέβαια! Αλλά αυτό τι έχει να κάνει με το κτίριο που βρισκόμαστε;».

«Θυμάσαι για τον πρωτόγονο υπολογιστή που σου έλεγα πριν; Είναι οικογενειακό κειμήλιο που κληρονόμησε ο πατέρας μου από έναν παππού του που συμμετείχε σε αυτόν τον αγώνα.  Μέσα εκεί υπάρχουν αρχεία που λένε πως η επανάσταση ξεκίνησε από μια σχολή δημιουργικής γραφής που υπήρχε σε μια χώρα που λεγόταν Ελλάδα. Και η Ελλάδα βρισκόταν εδώ που ζούμε».
Ελλάδα; Τι όνομα είναι αυτό;

«Γιατί δεν μας τα ανάφεραν ποτέ αυτά;».
«Για τον ίδιο λόγο που αφάνισαν ο,τιδήποτε έχει να κάνει με το συναίσθημα. Η αλήθεια είναι ένα πολύ δυνατό όπλο και έπρεπε να το ξεφορτωθούν. Αυτή η σχολή ονομαζόταν Tabula Rasa, όπου σε κάποια αρχαία γλώσσα σήμαινε λευκό χαρτί…».

Λευκό χαρτί… Τι ωραίο όνομα! Μα τι θόρυβος είναι αυτός;


Συγγραφέας: Νεκτάριος Μπουτεράκος - φοιτητής Tabula Rasa


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...