Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Συνέντευξη με τον Αλέξη Σταμάτη: "Το αντίθετο του ταλέντου είναι το κλισέ"

Ο συγγραφέας μίλησε στoυς σπουδαστές του τμήματος "Γραφή και Λόγος" του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής Tabula Rasa για τους Χαμαιλέοντες της σύγχρονης Ελλάδας, με αφορμή το ομώνυμο βιβλίο του, ενώ έδωσε και μια γεύση  από τα δικά του σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Μοιράστηκε τις απόψεις του για την πολιτική, τον έρωτα, την κρίση, την ελληνική οικογένεια, το κοινό, ρίχνοντας χρώμα από ιστορίες και προσωπικά βιώματα, τα οποία αφηγήθηκε ακομπλεξάριστα και με χιούμορ.

Το αβίαστο ναι του Αλέξη Σταμάτη χωρίς περιστροφές για μια συνέντευξη σε αρκετά άτομα, τα οποία σημειωτέον δε γνώριζε, ήταν ο πρώτος καλός οιωνός. Ο δεύτερος ήταν η συνέπειά του στο ραντεβού. Είχε έρθει λίγο νωρίτερα από εμάς και περίμενε στο εσωτερικό ενός καφέ στον πεζόδρομο της Ηρακλειδών. Το τρίτο  και καλύτερο σημάδι; Έβαλε εξ αρχής τον ενικό της αμεσότητας στην επικοινωνία μας.

Μετά τις απαραίτητες συστάσεις, ο συγγραφέας έπιασε τη θέση εκκίνησης του σπρίντερ και περίμενε την πιστολιά του αφέτη για να διατρέξει μέσα σε λίγα λεπτά την ελληνική επικαιρότητα και ιστορία. Αρκούσαν δυο τρεις γουλιές καφέ και μία ερώτηση περί πολιτικής. Χωρίς διάθεση για στρογγυλεύσεις διπλωματικού  τύπου. Άλλωστε δεν είναι θιασώτης της πολιτικής ορθότητας, όπως παραδέχεται.

Όχι, δεν θα έμπαινε στην πολιτική, όπως άλλοι συνάδελφοί του.
«Είναι σημαντικό κανείς να θέλει να διατηρήσει την ακεραιότητά του. Ο Έλληνας πολιτικός προσπαθεί διαρκώς να επανεκλεγεί, κάτι που προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο ταλέντο, το οποίο και να διαθέτω, δεν θέλω να ξοδέψω. Εχω σαφέστατα πολιτικές απόψεις, οι οποίες αν μιλούσα ναρκισσιστικά, θα έλεγα ότι δεν συγκρίνονται με πολλές από αυτές που ακούμε. Και στο φινάλε, έχω και τρόπο και βήμα να τις εκφράζω».

Τί τρέχει όμως με τους συγγραφείς και τους δημοσιογράφους, οι οποίοι εισέρχονται στα πολιτικά «σαλόνια»;
«Κάποιοι εκμεταλλεύονται την αναγνωρισιμότητά τους από ένα μέσο, για να εκτεθούν σ’ ένα άλλο. Σε αυτούς ανήκουν οι συγγραφείς, όπως και οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι είχαν ανέκαθεν μια παρουσία στην πολιτική, όπως και οι ηθοποιοί. Ο πας επώνυμος έχει το ατού. Αυτόν ξέρω, αυτόν εμπιστεύομαι, λέει το κοινό. Δεν είναι τυχαίο που το «Ποτάμι» με την πρώτη έπιασε μεγάλο ποσοστό, όταν το ΠαΣοΚ έχει μείνει αρκετά πίσω. Δε λέω ότι πράτει άσχημα ο Σταύρος Θεοδωράκης. Οι καιροί, όμως, σχετίζονται με την κατάσταση ενός γιαλαντζί αμόρφωτου κοινού.  Βλέπεις, ας πούμε, βουλευτές που δεν μπορούν καν να μιλήσουν σωστά ελληνικά. Φταίει όμως και το κοινό που τρώει ό, τι του δώσουν. Δυστυχώς, το ελληνικό κοινό είναι  χαμηλού επιπέδου. Είναι αυτό που λένε οι οι sex pistols «this is what you want this is what you get». Υπάρχουν, βέβαια και κάποια λαμπερά μυαλά, τα οποία φυσικά εγκατελείπουν την Ελλάδα»…

Σχολιάζοντας τη διαδρομή από το μοναχικό σπορ της συγγραφής στην πολιτική αρένα ο Αλέξης Σταμάτης κάνει μια στάση στα social media. Ειδικά, στο γήπεδο του facebook, όπου διακρίνει δυο κατηγορίες: εκείνους στους οποίους προϋπήρχε η πολιτική άποψη και απλώς τη μετέφεραν σ’ ένα μεγαλύτερο κοινό και άλλους που όψιμα μπήκαν στο παιχνίδι, αφού διαπίστωσαν ότι έτσι μπορούν να μαζέψουν έναν κόσμο που έχει απαξιώσει τους κλασικούς πολιτικούς. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσει τον φίλο του, συγγραφέα και βουλευτή Πέτρο Τατσόπουλο.
«Ο Πέτρος πριν από μερικά χρόνια δεν είχε καν κινητό. Όταν εμφανίστηκε το facebook,  νόμισε ότι μίλαγε στο σαλόνι του και τον ενοχλούσε να μη μπορεί να λέει ό, τι θέλει. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να μιλά  στο facebook, όπως στο σαλόνι του».

Δείχνει να μεταπηδά στα θέματα της κουβέντας με φυσικότητα, ξεστρατίζοντας που και που, αλλά χωρίς να χάνει το στόχο.
«Αν ήμουν σήμερα 20 χρονών, θα έφευγα στο εξωτερικό. Αλλά θα ξαναγύριζα. Όντας, όμως, σε μεγαλύτερη γενιά και ζώντας σε μια διαμορφωμένη κατάσταση, είναι διαφορετικά. Εκεί που είχα δυο πόρους -γιατί κακά τα ψέματα κανένας συγγραφέας δε ζει στην Ελλάδα μόνο από τα βιβλία του, εκτός ίσως από τη Λένα Μαντά- είδα ξαφνικά το εισόδημά μου να πέφτει 70-80%. Απολύομαι από την εφημερίδα και παράλληλα βλέπω τις πωλήσεις των βιβλίων να μειώνονται στο ένα τρίτο».
Λίγο μετά το πρώτο μούδιασμα ξεκίνησε το brain storming.
«Άρχισα να στροφάρω. Τι δυνατότητες έχω και πώς θα μπορούσα να τις αξιοποιήσω; Αποφάσισα να διδάξω, κάτι που δεν είχα ξανακάνει. Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια και το συνεχίζω με πολύ κέφι. Στην πορεία διαπίστωσα ότι διαθέτω και το ταλέντο. Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο που αρχικά δεν μπορούσε να γράψει δυο γραμμές και τώρα γράφει μυθιστόρημα, συγκινείσαι. Λες: αξίζει. Παράλληλα, ασχολήθηκα και με το θέατρο και νομίζω ότι τελικά βγήκα κερδισμένος».

Θεωρεί απαραίτητο να μας διευκρινίσει ότι δεν θα μπορούσε να είναι ηθοποιός, γιατί θέλει εκείνος να ελέγχει την τέχνη του χωρίς τη μεσολάβηση του σκηνοθέτη. 

Η κρίση που διέρχεται η χώρα είναι κατά την άποψή του ένα βραχυπρόθεσμό φαινόμενο μπροστά στην Ιστορία και εκφράζει μια νομοτελειακή βεβαιότητα ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί. Τάσσεται υπέρ της Ευρώπης αλλά θέτοντας την Ελλάδα σ’ ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν ένας παίκτης έτοιμος για το ευρωπαϊκό τερέν. Όσο για τη ρίζα του κακού, για τον Αλέξη Σταμάτη αυτή βρίσκεται εν πολλοίς στην τυπική ελληνική οικογένεια, την οποία χαρακτηρίζει τοξική.
«Πιστεύω ότι δημιουργεί ευνουχισμένα άτομα χωρίς γνώση, γνώμη, μόρφωση, ευθύνη. Άτομα που άγονται και φέρονται. Πραγματικά Χαμαιλέοντες».

Kαι κάπως έτσι, ο Αλέξης Σταμάτης μας δίνει την πάσα για το ομώνυμο βιβλίο του, που γράφτηκε πρόσφατα υπό αρκετά ιδιαίτερες συνθήκες, καθώς ένα πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να παραμείνει για ένα διάστημα στο νοσοκομείο. Εκεί, ανάμεσα σε δόσεις κορτιζόνης μεταξύ 4-8 το πρωί, ο συγγραφέας ξεδίπλωσε την ιστορία πέντε γενεών στο πέρασμα του χρόνου. Τι άραγε κόμισε μια τέτοια ειδική κατάσταση σε αυτό το μυθιστόρημα που ο ίδιος τόσο αγαπά;
«Θα περίμενε κανείς ότι οι συγκεκριμένες συνθήκες θα με οδηγούσαν σ’ ένα έργο υπαρξιακό, πιο προσωπικό αλλά τελικά εμπνεύστηκα κάτι διαφορετικό. Οι συνθήκες, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο είναι που το κάνουν  μη αναμενόμενο. Είναι ένα περίπλοκο βιβλίο,  που κανονικά θα χρειαζόταν σχεδιάγραμμα και σκελετό.  Παρ’όλα αυτά, το έγραψα με τη μία, απνευστί.  Γιατί συνέλαβα τους χαρακτήρες και εν αρχή ην ο χαρακτήρας, οπότε όλα τα άλλα ήρθαν από μόνα τους».

Ο Αλέξης Σταμάτης δεν κρύβει την αδυναμία του στη «Φόνισσα», το καλύτερο πρότυπο αφηγηματικής δομής του Παπαδιαμάντη, του Έλληνα Ντοστογιέφσκι, κατά τον ίδιο. Όσο περνά η ώρα, γίνεται ολοένα και σαφέστερο ότι ο ρόλος του δασκάλου τον έχει πλέον διαποτίσει. Και του πάει. Απολαμβάνει τόσο πολύ την ανάλυση της «Φόνισσας» που πλέον έχουμε την αίσθηση ότι παρακολουθούμε ήδη ένα απόσπασμα από το σεμινάριό του.
«Ο Παπαδιαμάντης συνέλαβε το πρόσωπο, ένα τόσο ισχυρό και πραγματικό πρόσωπο, που όλα όσα δημιουργούνται στην πορεία υπακούουν στους κανόνες της αφήγησης. Στη Φόνισσα δεν περισσεύει ούτε λέξη».
Με  αφορμή  την αναφορά στον  Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη  ανατρέχουμε  στο μότο  του βιβλίου, που κατά τον ίδιο ενέχει ρόλο υποσημείωσης, κλεισίματος ματιού : «Θα  έλεγε  κανείς  ότι  η  χώρα  αυτή ηλευθερώθη  επίτηδες,  δια  να  αποδειχθεί  ότι  δεν  ήτο ικανή  προς  αυτοδιοίκησιν». 
«Ο Παπαδιαμάντης  γράφοντας αυτό πριν από 120 χρόνια αναφέρεται σε μια περίοδο που η  Ελλάδα  δανειζόταν.  Όταν  το διάβασα  είδα ότι πραγματικά έτσι είναι. Αυτοί που μας διοικούν είναι τόσο ανίκανοι -ήταν κι από τότε- που αναρωτιέσαι: πώς θα πετύχει αυτός που δεν ξέρει να διοικήσει ούτε περίπτερο»;

Τον τίτλο «Χαμαιλέοντες» τον εμπνεύστηκε αφού ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα.
«Πιστεύω ότι ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση πολλών ανθρώπων.  Για παράδειγμα ο Τσίπρας. Αλλιώς μιλά όταν πηγαίνει στην Αμερική και  αλλιώς μιλά εδώ, όπως και όλοι οι πολιτικοί που ξέρουν να προσαρμόζονται ανάλογα με την περίσταση.  Αλλά και μεταξύ φίλων παρατηρείς ότι στην αρχή κάποιος ενστερνίζεται αυτά που λες, «γίνεται λίγο εσύ» και αργότερα ανακαλύπτεις ότι το ίδιο κάνει και με άλλους».

Τελικά, γιατί να αγοράσει κανείς αυτό το βιβλίο;
«Αυτή  είναι  μια  ωραία  ερώτηση»,  λέει χαμογελώντας και εξηγεί: «Αν θεωρήσουμε ότι είναι  λίγοι  αυτοί  που  ενδιαφέρονται  για  την  καλή λογοτεχνία στην Ελλάδα, πιστεύω ότι θα βρουν ένα μυθιστόρημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μ’ ένα twist, μια ανατροπή διαφορετική από τις  άλλες, που δεν  ακολουθεί  τους  κανόνες  ενός  ιστορικού μυθιστορήματος.  Ο  Έλληνας  αναγνώστης καταλαβαίνει  σε τι αναφέρομαι, χωρίς  να  χρειάζεται  να το κατονομάσω. Το  θέμα είναι   να βγει  το  οικουμενικό  στοιχείο  της υπόθεσης  και  όχι  το  τοπικό».

Πάντως, στο μέγα οικουμενικό ζήτημα του έρωτα έχει μια ενδιαφέρουσα απάντηση. Το έργο του «Σκότωσε ό, τι αγαπάς», το οποίο γράφτηκε σε 45 ημέρες, μας δίνει την αφορμή να τον ρωτήσουμε αν οι άνθρωποι στις ερωτικές τους σχέσεις αναζητούν τη σωτηρία, να σώσουν ή να σωθούν. Πριν βουτήξουμε στα βαθειά της ανθρώπινης φύσης έχει προηγηθεί ένα αρκετά αστείο στιγμιότυπο, όταν η αναφορά μας στη Σάντρα Μπούλοκ, την οποία μ’ έναν σουρεαλιστικό τρόπο συνδέσαμε με την ηρωίδα του «Σκότωσε ό, τι αγαπάς» προκάλεσε πολλά βολτ γέλιου. Όταν καταφέραμε να το ξεπεράσουμε, ο Αλέξης Σταμάτης μπήκε τελικά στα άδυτα.
«Στον έρωτα ενυπάρχει αυτή η αναζήτηση της σωτηρίας, η ανάγκη να σώσεις και να σωθείς, μπορεί και ταυτόχρονα. Από τη μία όχθη, βρίσκονται οι σωτήρες, που κάνουν μια ζωή το ίδιο πράγμα και από την άλλη αυτοί που ψάχνουν για σωτήρες. Μεγαλώνοντας, όμως, βλέπεις ότι αυτά είναι ψεύτικα και εγωιστικά. Γιατί και η επιθυμία σου να σώσεις τον άλλον είναι τελείως εγωιστική. Δεν είναι αυτό το ουσιαστικό σου θέλω. Το έχω ψάξει αρκετά και έχω καταλήξει πως η μόνη υγιής μορφή έρωτα είναι ο άλλος και όχι η προβολή σου στον άλλον. Αυτός είναι ο ανιδιοτελής έρωτας».

Καθισμένος στον καναπέ, ανάμεσά μας, δείχνει διατεθειμένος να χωρέσει στον περιορισμένο χρόνο μιας συνέντευξης όσες πιο πολλές περιπλανήσεις μπορεί. Του ζητήσαμε να μας πει ποιος είναι τελικά ο πιο καθοριστικός κριτής των έργων του, ο ίδιος, το κοινό, οι συνάδελφοί του, οι βιβλιοκριτικοί;
«Εγώ είμαι ο τελευταίος που έχει άποψη για τα βιβλία μου. Τα γράφω, τα καταθέτω και από εκεί και πέρα ανήκουν στους αναγνώστες. Φυσικά, οι κριτικοί είναι πιο προπονημένοι αναγνώστες, οι οποίοι όμως εκτίθενται και οι ίδιοι για την άποψη που γράφουν. Τώρα, με το διαδίκτυο είναι τρομακτικά ενδιαφέρον να διαβάζεις κριτικές από βιβλιοκριτικά μπλογκς (μερικά είναι φοβερά υψηλού επιπέδου) και από αναγνώστες. Μου λέει για παράδειγμα μια κυρία «δεν είναι αυτό που περίμενα από σένα».  Γιατί; Τη ρωτάω. Και κάπως έτσι πιάσαμε μια συζήτηση. Ε, αυτό εμένα με κάνει καλύτερο, γι’ αυτό και το επιδιώκω».

Εκτός από παραστατικός και εκφραστικός, ο Αλέξης Σταμάτης παραμένει χαλαρός και άμεσος, ακόμα και όταν οι ερωτήσεις αγγίζουν πιο προσωπικά ζητήματα.
Κεφάλαιο γυναίκες: μητέρα, πρώην σύζυγος, νυν σύντροφος. Όλες ηθοποιοί.
Δεν πρόκειται για οιδιπόδειο, μας διευκρινίζει.
«Όλα έγιναν συγκυριακά, μαθηματικά, καθώς κινούμαι στον ίδιο χώρο με ηθοποιούς, οι οποίοι είναι μάλλον προβληματικά όντα, αν εξαιρέσουμε τη μητέρα και την τωρινή μου σύντροφο», λέει γελώντας.
Με την γοητευτική και καταξιωμένη Μπέτυ Αρβανίτη διατηρούν περισσότερο φιλική σχέση παρά μητέρας και γιου. Άλλωστε, η διαφορά ηλικίας που τους χωρίζει είναι αρκετά μικρή.  Βέβαια,  όταν βρισκόταν στο νοσοκομείο, είδε στη μητέρα του πιο έντονο το ρόλο της «μαμάς» κι όπως μας εξομολογήθηκε του φάνηκε αστείο.

Του ζητάμε μια αναδρομή στο παρελθόν, στο σημείο – ορόσημο της ζωής του, 18 χρόνια πριν, όταν αναμετρήθηκε με τον εαυτό του και βγήκε νικητής δίνοντας τέλος σε μια παρολίγον ολέθρια σχέση με το αλκοόλ, για την οποία έχει μιλήσει δημοσίως με την παρότρυνση και των φίλων του.
«Ήταν μια μεγάλη ανάγκη να το μοιραστώ διότι κατάφερα να γλιτώσω από αυτό. Δεν θέλω, όμως να ταυτίσω τη ζωή μου μ’ αυτό, γιατί αποτελεί πλέον παρελθόν».

Για τον ίδιο, η απελευθέρωση από το ποτό χρειάζεται δυο κλειδιά: το πρώτο είναι η αποδοχή και το δεύτερο οι ειδικοί. Σύντομα, μάλιστα, κυκλοφορεί σε ηλεκτρονική μορφή το πρώτο του βιβλίου «Έβδομος  Ελέφαντας», το οποίο συμπίπτει χρνικά με την «ενηλικίωσή» του,  όπως θέλει να αποκαλεί την απεξάρτηση.  

Η στροφή στη συγγραφή ήταν μετάβαση από έναν ανθυγιεινό σ’ έναν υγιεινό εθισμό; Ξαφνιάζεται ευχάριστα με το λογοπαίγνιο και απαντά:
«Η συγγραφή είναι επιθυμία. Είναι και ανάγκη και απόλαυση. Οπότε το να έχω εξάρτηση από την απόλαυσή μου, ε μόνο καλό μπορεί να είναι». Δεν παραλείπει ωστόσο να φέρει παραδείγματα από τις συνήθειες άλλων ομότεχνών του:
«Υπήρχαν εκείνοι που έγραφαν κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο, όπως ο Κάφκα, ο Πεσόα, ο Καβάφης κι εκείνοι που ακόμα αναρωτιέσαι πότε προλάβαιναν και έγραφαν ζώντας μια ζωή πιο εξωστρεφή γεμάτη περιπέτειες, όπως ο Χέμινγουει και ο λόρδος Βύρων. Και υπήρχαν και κάτι θεότρελοι τύποι σαν τον Μπαλζάκ, ο οποίος πέθανε από το γράψιμο! Έγραφε 16 ώρες την ημέρα, έπινε γύρω στους 50 καφέδες και στο τέλος έπινε μόνο τους κόκκους του καφέ, για να μπορεί να στέκεται, για να γράψει»!

Κι από τους θρύλους της παγκόσμιας λογοτεχνίας περάσαμε στους εκκολαπτόμενους συγγραφείς, τους μαθητές του στα σεμινάρια, στους οποίους προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει τη βασική αρχή της μυθοπλασίας, αυτήν που οι Αγγλοσάξωνες ορίζουν ως «Show but don't tell» (Δείξε αλλά μην λες). Μας εξήγησε ότι η κλασική παγίδα, στην οποία πέφτουν οι νέοι σπουδαστές είναι ότι γίνονται ιδιαίτερα περιγραφικοί με αποτέλεσμα να χάνεται η ουσία αυτού που θέλουν να δείξουν. Είναι ολοφάνερο ότι στον Αλέξη Σταμάτη αρέσει να μιλά συγκεκριμένα και με παραδείγματα, τα οποία φροντίζει να διανθίζει με χιούμορ. «Γράφει ας πούμε κάποιος: Μπήκαμε σ’ ένα καφέ, πολύ ωραίο, ζεστό, όπου στη μία πλευρά υπήρχαν 6 λάμπες και …. και μετά της είπα «Χωρίζουμε»!

Με ποιο όχημα ένας επίδοξος συγγραφέας θα φτάσει στον προορισμό του; Με το ταλέντο και την αφηγηματική του δεινότητα ή μήπως πρέπει  να γράψει κάμποσα χιλιόμετρα διαβάσματος;
«Ωραία ερώτηση», λέει και χαμογελά ικανοποιημένος.
«Αυτό που λέω στα παιδιά είναι ότι τα βασικά χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου που θέλει να γράψει είναι να έχει διαβάσει πολύ όπως, έχω κάνει κι εγώ».
Υπάρχουν όμως και κάποιοι που διαθέτουν αυτό το ειδικό χάρισμα. Έχοντας συναντήσει ο ίδιος μια τέτοια περίπτωση, την οποία μας εξιστόρησε με τη δέουσα γλαφυρότητα πιστεύει ότι κάποιοι δεν χρειάζεται να διδαχθούν. Απλώς να γράφουν. Και πάντα προτρέπει στους νέους που αγαπούν τη γραφή
«να γράφουν, για να βγει η φωνή του καθενός και όχι να γίνουν όλοι κλώνοι ενός πράγματος».

Πώς αντιμετωπίζει, όμως, εκείνους που πιθανώς δεν έχουν ιδιαίτερες ικανότητες;
«Ισότιμα με όλους τους άλλους Υπάρχουν δάσκαλοι που πιστεύουν στην αυθεντία του δασκάλου. Εγώ δεν πιστεύω σ'αυτό κι ούτε θέλω να κάνω ανθρώπους να κλάψουν. Θα τους πω, όμως, όλα τα κλισέ και τις παγίδες. Γιατί το αντίθετο του ταλέντου είναι το κλισέ».

Χαμογελά και κοιτάζει το ρολόι του. Πρέπει να φύγει. Τον περιμένουν οι μαθητές του.



Στη συνέντευξη συμμετείχαν οι σπουδαστές: Μαίρη Καράμπελα, Νάνσυ Καρτέρη, Μαριάνθη Πετρίδη, Ελένη Τσιρογιάννη, Σοφία Βασιλάκη, Λίζα Μαρκάκη και Χριστιάνα Μήνα.
Συντονισμός και επιμέλεια συνέντευξης: Έλενα Καρανάτση


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...