Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

"Όνειρο στο όνειρο... μπορεί και όχι" της Μαρίας Σπυριδούλας Αποστολάτου

Ξύπνησα από τον ύπνο μου ουρλιάζοντας.

Όλο το βράδυ είχα ένα κακό προαίσθημα αλλά μετά από αυτό τον εφιάλτη, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Κάθισα στο κρεβάτι ιδρωμένη, ψάχνοντας μέσα στον πανικό μου την ανάσα. Έπιασα το μέτωπό μου και ήμουν ζεστή. Χωρίς να το καταλάβω έκλαιγα με λυγμούς. Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου και έδιωξα κάθε σκέψη. Μόλις τα άνοιξα, άφησα το μυαλό μου να πλημμυρίσει με φως.


Σηκώθηκα και έβαλα λίγο κονιάκ. Μην με κρίνεται, ήθελα απλά κάτι για να χαλαρώσω. Έκατσα στο γραφείο, άνοιξα το λάπτοπ κι έβαλα ένα κομμάτι. Δεν θυμάμαι το όνομά του αλλά θύμιζε προσευχή. Όσο έπαιζε η εισαγωγή, φανταζόμουν ένα σπίτι στην θάλασσα. Με ξύλινα πατζούρια, φθαρμένα από το αλάτι. Μπορούσα ακόμα, να ακούσω τα κύματα που πάλευαν πάνω στους βράχους. Όσο προχώραγε το κομμάτι, φανταζόμουν μια ηλιόλουστη καθημερινή μέρα. Από εκείνες που το μόνο που σκέφτεσαι, είναι πότε θα πας να βουτήξεις τα πόδια σου στην θάλασσα και να αφήσεις τον ήλιο να σου κάψει το δέρμα. Λίγο πριν τελειώσει όμως το κομμάτι, ένας φόβος με κατέκλυσε.

Έβλεπα χέρια να τυλίγουν το σώμα μου. Λευκά γερασμένα χέρια, μπλεγμένα σε δίχτυα και αλυσίδες. Δύο χέρια μου έσφιγγαν τον λαιμό, τόσο μέχρι που σταμάτησα να αναπνέω. Το σώμα μου έκανε τρεις τελευταίους σπασμούς κι έμεινε ακίνητο. Κι ενώ ήμουν σίγουρη ότι είχε έρθει το τέλος μου,  οι σφυγμοί μου άρχισαν και πάλι να χτυπούν, το σώμα μου απέκτησε και πάλι την δύναμη που είχε. Κι ενώ νόμιζα ότι ήμουν καλά και ότι τα είχα φανταστεί όλα, υπήρχε μία μεγάλη πληγή στην κοιλιά μου που άρχισε να αιμορραγεί.

Κατατρομαγμένη, σηκώθηκα και έτρεξα στην πόρτα. Τα χέρια μου ήταν βουτηγμένα στο αίμα. Πριν προλάβω να ανοίξω, έπεσα στο παγωμένο πάτωμα προσμένοντας τον θάνατο. Έκλεισα τα μάτια αποδεχόμενη το τέλος. Κάτι μαγικό συνέβη. Δεν ήμουν πια στο σπίτι.

Ήμουν σ' ένα σκοτεινό σοκάκι. Τρεις τύποι χτυπούσαν έναν άντρα. Πλησίασα πιο κοντά ξερώντας πως αυτό που έβλεπα δεν ήταν αλήθεια. Μόλις είδα το πρόσωπο του άντρα, ένα ουρλιαχτό ξέφυγε από τα χείλη μου. Κανείς δεν μ’ άκουσε. Σαν να μην υπήρχα. Το σώμα μου κοκάλωσε αποτρέποντάς με να κουνηθώ. Ο άντρας που αγαπούσα πέθαινε μπροστά στα μάτια μου και κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει, ούτε καν εγώ. Ζαλισμένη και θολωμένη από το κλάμα, είδα τον ένα να τον ακινητοποιεί, τον άλλον να τον πνίγει με τα χέρια του και τον τρίτο να τον μαχαιρώνει. Δεν μπορούσα να σταματήσω να ουρλιάζω. Γελώντας, τον αφήσανε να πέσει στο δρόμο, άδειο, χωρίς ψυχή. Νεκρό για πάντα.

Κι ενώ προσευχόμουνα να ήμουν εγώ στην θέση του βρέθηκα για μία ακόμη φορά, να ξυπνάω από τον ύπνο μου ιδρωμένη. Αυτή τη φορά ήμουν ξύπνια στ αλήθεια. Έχοντας ακόμα αυτό το κακό προαίσθημα άρπαξα το κινητό μου και τον πήρα τηλέφωνο.

Καμία απάντηση. Δοκίμασα άλλες τρεις φορές και πάλι τίποτα. Τρελαμένη, βγήκα στο δρόμο και πήγα στο στενό που είχα ονειρευτεί ότι τον σκότωσαν. Παρακαλώντας να κάνω λάθος έφτασα εκεί αντικρίζοντας τον χειρότερο μου εφιάλτη. Ο άνθρωπος που αγαπούσα περισσότερο απ' όλους, ήταν εκεί, νεκρός.

Συγγραφέας: Μαρία - Σπυριδούλα Αποστολάτου - φοιτήτρια Tabula Rasa 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...