Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

"Δώδεκα μήνες" της Μαίρης Κάντα



Η Αθηνά, η Νάντια και η Δέσποινα βρίσκονται ήδη στο αγαπημένο τους εστιατόριο. Είναι αγαπημένη τους συνήθεια να  συναντιούνται κάθε Σάββατο στο συγκεκριμένο μέρος. Εκεί, κοιτάζοντας την θάλασσα συζητούν για ώρες, για τα όνειρα τους, την δουλειά τους, και για τους άντρες. 

Οι τρεις τους, είναι  φίλες από το Πανεπιστήμιο.  Ακόμα και τώρα που η καθεμιά έχει μια γεμάτη ζωή με υποχρεώσεις, ποτέ δεν ξεχνούν το σαββατιάτικο ραντεβού τους.  Μία ολόκληρη νύχτα, κάθε εβδομάδα, είναι αποκλειστικά δική τους.

Μα αυτό το βράδυ έμοιαζε διαφορετικό. Μία παράξενη σιωπή επικρατούσε την ώρα που οι τρεις φίλες έτρωγαν. Δεν είχαν όρεξη να μιλήσουν για οτιδήποτε. Μόνο κοιτούσαν το υπέροχο φεγγάρι που στόλιζε το νυχτερινό ουρανό. Ήταν πανσέληνος.

Την σιωπή της παρέας έσπασε ένας σερβιτόρος που πλησίασε το τραπέζι των τριων γυναικών.  Άφησε στο τραπέζι ένα κινητό και εξαφανίστηκε. Το κινητό δεν ήταν δικό τους και δεν κατάλαβαν γιατί τους το έδωσε ο σερβιτόρος. Πριν προλάβουν να ζητήσουν εξηγήσεις, το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει.


Το σήκωσε η Νάντια και τότε μία άγνωστη φωνή από το ακουστικό είπε :
“Έχετε μόνο δώδεκα μήνες. Και μετά τίποτα. Όταν περάσουν αυτοί οι μήνες, θα είστε και οι τρεις νεκρές”. Τα τρια κορίτσια ανατρίχιασαν. Ποιός ήταν στο τηλέφωνο; Γιατί μίλησε έτσι; Τους απειλούσε; Πώς ήξερε πως θα πεθάνουν σε ένα χρόνο; Τι θα γινόταν τότε;

Έφυγαν από το εστιατόριο τρομαγμένες. Αποφάσισαν να ξεχάσουν για λίγο εκείνο το τηλεφώνημα και να το συζητήσουν πιο ήρεμα στη επόμενη συνάντηση τους. Η επόμενη συνάντηση δεν άργησε να έρθει.

Αυτή τη φορά, αποφάσισαν να συναντηθούν σε διαφορετικό εστιατόριο. Ήταν ένα μικρό και ήσυχο μαγαζί  με μεξικάνικο φαγητό, λίγο έξω από την πόλη. Πρώτη φορά πήγαιναν σε αυτό το εστιατόριο.Θα συζητούσαν αυτό που τους απασχολούσε τις τελευταίες ημέρες. Δεν πρόλαβαν να καθίσουν στο τραπέζι τους, όταν ένα κινητο που βρισκόταν ήδη εκεί, χτυπούσε σαν τρελό. Με τρεμάμενα χέρια απάντησε η Αθηνά και οι τρεις τους, άκουσαν την γνώριμη πια φωνή να επαναλαμβάνει όσα είχε πει και την προηγούμενη φορά. Σε 12 μήνες θα πέθαιναν και οι τρεις.

Μετά από αυτό το τηλέφωνημα, πήγαν στο σπίτι της Νάντιας. Έπρεπε να συζητήσουν σοβαρά. Έπρεπε να δουν τι θα κάνουν στο μέλλον. Συζητούσαν για ώρες  μα δεν μπορούσαν να καταλήξουν καπου. Η Δέσποινα πρότεινε κάποια στιγμή να μιλησουν στη αστυνομία. Μα τι να πουν; Δεν είχαν κανένα στοιχείο για τον άγνωστο.  Εξαντλημένες από την ατέλειωτη συζήτηση αποκοιμηθηκαν όλες μαζί εκεινο το βράδυ.

Την επομένη, αποφάσισαν για λιγες μέρες να συγκατοικήσουν, όπως έκαναν και στο Πανεπιστήμιο. Ενωμένες ένοιωθαν πιο δυνατές. Μετά το τέλος της δουλειάς, επέστρεφαν στο σπίτι και προσπαθούσαν να χαλαρώσουν . Πέρασαν δύο εβδομάδες συγκατοίκησης και όλα έμοιαζαν να έχουν μπει ξανά στους φυσιολογικούς ρυθμούς της καθημερινότητας.  “Τι χαζές που ήμασταν τελικά! Άδικα τρομάξαμε τόσο πολύ. Ίσως ήταν απλά μία κακόγουστη φάρσα”, είπε η Αθηνά την ώρα του μεσημεριανού. “Μας έκανε καλό όμως, δεν συμφωνείτε; Είμαστε και πάλι συγκάτοικοι. Δεν είναι υπέροχο;” απάντησε και η Νάντια που χαιρόταν την παρέα των δύο φίλων της.

Η χαρά  όμως των τριών κοριτσιών που συγκατοικούσαν ξανά, δεν κράτησε για πολύ. Ένα πρωινό, λίγο πριν τα κορίτσια πάνε στη δουλειά, βρήκαν κάτω από την πόρτα του σπιτιού τους, ένα μεγάλο κίτρινο φάκελο. Παραξενεύτηκαν. Δεν υπήρχε κάποια διεύθυνση αποστολέα. Δίστασαν να τον ανοίξουν, φοβόντουσαν να δουν τι περιείχε αυτός ο φάκελος. Ωστόσο,ένα κουδούνισμα που προήλθε από το φάκελο, εκανε και τις τρεις να βάλουν τις φωνές. Με γρήγορες κινήσεις, άνοιξαν το φάκελο και ανακάλυψαν ένα κινητό που χτυπούσε. Το σήκωσαν και άκουσαν τα εξής λόγια: “ Ο χρόνος σας τελειώνει. Οι μήνες λιγοστεύουν. Σύντομα θα πεθάνετε. Αυτό είναι το μέλλον σας.”

Το κινητό έπεσε από τα χέρια τους και άρχισαν να κλαίνε απαρηγόρητες. Πέρασαν ώρες και καμια τους δεν μπορούσε να συνέλθει. Έμεναν σιωπηλές, αγκαλιασμένες και οι τρεις, χαμένες στις σκέψεις τους. Τι μπορούσαν να κάνουν; Το μέλλον τους είχε ήδη αποφασιστεί. Πώς μπορούσαν να τα βάλουν με την μοίρα; Ήταν τόσο αδύναμες. Δεν θα κατάφερναν τίποτα. Γιατί έπρεπε να πεθάνουν; Γιατί τόσο σύντομα; Νέες ήταν ακόμα, είχαν τόσα ακόμα να κάνουν. Ήταν άδικο ένα τέτοιο μέλλον γι αυτές.

Καθώς νύχτωνε, η Αθηνά μίλησε πρώτη. Φαινόταν να είχε πάρει τις αποφάσεις της. “Και οι τρεις μας, το τελευταίο διάστημα, ζήσαμε πολύ δύσκολα, μάθαμε πολλά που δεν θα έπρεπε να ξέραμε. Ποιος θέλει να ξέρει ένα  τόσο άσχημο μέλλον; Αναγκαστήκαμε όμως και το μάθαμε. Τρομάξαμε, κλάψαμε, θρηνήσαμε για το μέλλον μας, αλλά τώρα πρέπει να αντιδράσουμε, δεν συμφωνείτε;” “Μα πως;” πετάχτηκε η Νάντια. “Θα προσπαθήσουμε να αλλάξουμε το μέλλον.” Η Νάντια και η Δέσποινα κοιτούσαν την Αθηνά σαστισμένες.

“Θα σας εξηγήσω” συνέχισε η Αθηνά “σκεφτείτε πότε μας μιλάει η φωνή στο τηλέφωνο. Όταν είμαστε και οι τρεις μαζί. Στη δουλειά δεν μας ενοχλεί ποτέ.” “Σωστά” είπε σκεπτικά η Δέσποινα. “Επομένως, μία είναι η λύση κορίτσια. Να χωρίσουν οι δρόμοι μας.”  Η Δέσποινα και η Νάντια έβαλαν σιωπηλά τα κλάμματα. Δεν τους άρεσε αυτό που άκουγαν. Η Αθηνά όμως ήταν αποφασισμένη. “Το ξέρω πως είναι πολυ δύσκολο. Ούτε και εγώ δεν το θέλω. Αλλά μόνο έτσι μπορούμε να αλλάξουμε το μέλλον μας. Μόνο αν σταματήσουμε να είμαστε φίλες.”

Η Νάντια είχε αντίθετη γνώμη. “Δεν μπορώ μόνη μου” είπε.  “Εσείς είστε οι καλύτερες μου φίλες. Δεν έχω κανέναν άλλον στον κόσμο. Και τώρα που ξέρω το μέλλον μου, δεν μπορώ να το περάσω μόνη μου. Σας θέλω δίπλα μου.”  “Ηρέμησε Νάντια. Και εμένα δεν μου αρέσουν όσα είπε η Αθηνά, αλλά έχει απόλυτο δίκιο. Για να μείνουμε ζωντανές, πρέπει να πάψουμε να είμαστε φίλες” μίλησε και η Δέσποινα.

Αυτό ήταν το τελευταίο βράδυ που πέρασαν μαζί οι τρεις φίλες. Την επόμενη μέρα, με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετίστηκαν. Ήταν η τελευταία φορά που θα ήταν όλες μαζί. Οι τρεις κοπέλες, επέστρεψαν στις δουλειές τους και προσπάθησαν να αλλάξουν τις ζωές τους. Η Αθηνά, η πιο αποφασιστική από τις τρεις, αποφάσισε να ξεκινήσει να κάνει ένα μεταπτυχιακό στη ψυχολογία που ονειρευόταν για χρόνια. Στη συνέχεια, ταξίδεψε σε όλο το κόσμο. Μαγεύτηκε από τις εικόνες που είδε στις χώρες που επισκέφτηκε. Λίγο πριν να τελειώσει ο χρόνος, η Αθηνά ήταν μια επιτυχημένη και χαρούμενη ψυχολόγος.

Η Νάντια πάλι, όταν απομακρύνθηκε από την παρέα, αποφάσισε να ψάξει να βρει την άγνωστη φωνή του τηλεφώνου. Πήγε στο εστιατόριο που πήγαινε κάθε εβδομάδα με τις φίλες της. Προσπάθησε να βρει τον σερβιτόρο που τους έδωσε το κινητό. Δεν τον βρήκε. Ο ιδιοκτήτης της είπε πως ο σερβιτόρος είχε παραιτηθεί πριν μήνες. Πηγαίνοντας στο μικρό μεξικάνικο εστιατόριο το βρήκε κλειστό. Ρωτώντας, έμαθε πως και αυτό το εστιατόριο είχε κλείσει πριν μήνες, μετά από την δολοφονία του ιδιοκτήτη του. Απελπισμένη η Νάντια, σταμάτησε να πηγαίνει στη δουλειά της και απομονώθηκε στο σπίτι της. Άρχισε να πίνει πολύ, προσπαθώντας να ξεχάσει. Τις έλειπαν οι φίλες της και φοβόταν πολύ καθώς πλησίαζε ο καιρός που θα πέθαινε. Λίγο πριν τελειώσει ο χρόνος, οι γείτονες βρήκαν το άψυχο σώμα της μέσα στο σπίτι. Έφυγε από την ζωή, όπως η ίδια είχε επιλέξει. Η αυτοκτονία ήταν η διέξοδος της.

Η Δέσποινα από την άλλη, επέλεξε τον τελευταίο χρόνο να ζήσει πιο απλά. Παραιτήθηκε από την δουλειά της, έφυγε από την Αθήνα και πήγε να ζήσει στο χωριό της. Ήθελε να γευτεί και να απολαύσει τη φύση. Εκεί, γνώρισε το Νίκο που έμελλε να γίνει το άλλο της μισό. Με τον Νίκο παντρεύτηκαν και λίγο πριν το τέλος του χρόνου, η Δέσποινα έμεινε έγκυος.

Η Αθηνά και η Δέσποινα τους τελευταίους μήνες έζησαν πολύ χαρούμενα με τις επιλογές που είχαν κάνει. Δεν είχαν βέβαια ξεχάσει το τηλεφώνημα, ούτε πως πλησίαζε η ημερομηνία του θανάτου τους. Απλά προσπαθούσαν να αγνοήσουν το μέλλον και να ζήσουν την κάθε μέρα τους ξεχωριστά.

Μετά από δώδεκα μήνες, έφτασε η μέρα που τους είχε προειδοποιήσει η άγνωστη φωνή. Η Δέσποινα είχε προγραμματίσει από πριν εκείνη την μέρα. Αν ήταν να πεθάνει, θα πέθαινε κάνοντας κάτι όμορφο. Θα πήγαινε διήμερο ταξίδι στο Παρίσι. Έτσι, τις τελευταίες στιγμές θα της περνούσε χαρούμενη δίπλα στο σύζυγο της και στο αγέννητο παιδί της. Μα δεν είχε προετοιμαστεί για το απρόβλεπτο.

Η Αθηνά πάλι, είχε επιλέξει να μη κάνει τίποτα το διαφορετικό εκείνη την μέρα. Θα πήγαινε κανονικά στο ιατρείο και στη δουλειά της. Και το βράδυ ίσως να πήγαινε για κανένα ποτό στο μπαρ της γειτονιάς.

Η Δέσποινα με τον Νίκο ετοιμάζοντουσαν να πάνε στο αεροδρόμιο. Οδηγώντας για το αεροδρόμιο, κάτι δεν πήγαινε καλά με την εγκυμοσύνη της Δέσποινας. Άρχισε να πονάει, κάτι που σήμαινε πως ο τοκετός ξεκινούσε. Αντί για το αεροδρόμιο βρέθηκαν στο νοσοκομείο, όπου η Δέσποινα γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι. Λίγες ώρες μετά την γέννα, η Δέσποινα πληροφορήθηκε από τις ειδήσεις πως το αεροπλάνο με το οποίο θα ταξίδευε, συνετρίβη και σκοτώθηκαν δέκα επιβάτες.

Η δουλειά της Αθηνάς είχε τελειώσει. Μετά και τον τελευταίο ασθενή της, μάζεψε τα πράγματα της και έφυγε.  Ξαφνικά, καθώς περπατούσε στο δρόμο, ένας οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και κατευθύνθηκε προς την Αθηνά που δεν τον είχε προσέξει. Θα είχε σκοτωθεί, εάν δεν υπήρχε κάποιος να την τραβήξει από το δρόμο και να την σώσει τελευταία στιγμή. Ο φύλακας-άγγελος της Αθηνάς ήταν ο Στέφανος. Λίγους μήνες μετά, ο Στέφανος και η Αθηνά παντρεύτηκαν.

Οι δύο φίλες κατάφεραν να αλλάξουν το μέλλον τους, ζώντας έντονα και όμορφα το παρόν τους.

Συγγραφέας: Μαίρη Κάντα - Φοιτήτρια Tabula Rasa 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...