Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

“Η πεντάμορφη και το τέρας, η συνέχεια” της Σοφίας Παϊδούση



Στο  γάμο του πρίγκιπα Αλέξανδρου και της Πεντάμορφης, που τον είχε μεταμορφώσει με το φιλί της από ένα τέρας, στον πρίγκιπα που ήταν πέντε χρόνια πριν, ήταν προσκεκλημένοι όλοι οι συγγενείς τους και όλος ο λαός.  Ήτανε ένας από τους πιο λαμπρούς γάμους που είχε γνωρίσει ποτέ το βασίλειό τους.  

Η Πεντάμορφη έμοιαζε σαν οπτασία μες το νυφικό της δίπλα στον πατέρα της που έλαμπε από χαρά καθώς προχωρούσαν προς το ιερό.  Εκείνο το απόγευμα, μετά την τέλεση του μυστηρίου  ο πατέρας του Αλέξανδρου ανακοίνωσε με χαρά, ότι παραδίδει το στέμμα στο γιο του. Ήταν πραγματικά η πιο ευτυχισμένη μέρα στη ζωή του Αλέξανδρου. Όλοι ευχήθηκαν στο ζευγάρι "βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους!
 
Στο παλάτι τα χρόνια περνούσαν γρήγορα. Η Πεντάμορφη ήταν πολύ αγαπητή βασίλισσα στο λαό της και ο Αλέξανδρος δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι. Το παλάτι ήταν και πάλι ανοικτό σε όποιον το είχε ανάγκη.  Η Πεντάμορφη περνούσε τον περισσότερο καιρό μαζί με τον πατέρα της που καθώς ήταν από υγεία πολύ καταβεβλημένος έμενε μαζί τους. Παρόλο που η Πεντάμορφη είχε ότι θα ζήλευε κάθε κοπέλα στην ηλικία της, κάτι της έλειπε.

Ο Αλέξανδρος μια μέρα την παρατήρησε ότι ήταν στεναχωρημένη ενώ φρόντιζε τα ωραία τριαντάφυλλα στον κήπο τους. "Πεντάμορφη τι έχεις;" τη ρώτησε. "Φαίνεσαι λυπημένη". "Όχι βασιλιά μου, δεν είμαι στεναχωρημένη απλά να... σκέφτομαι ότι δυστυχώς όπως έχω καταλάβει δεν θα μπορέσω να σου χαρίσω ένα παιδί". "Δεν έχω ανάγκη από διάδοχο. Εσύ στη ζωή μου είσαι υπέρ αρκετή", της είπε. "Τι λες βασιλιά μου; ;Aλλο το ένα άλλο το άλλο. Mάλλον υπάρχει κάποιο πρόβλημα και δεν μπορούμε να κάνουμε παιδί τόσα χρόνια παρ' όλες τις προσπάθειες. Και γω στενοχωριέμαι πάρα πολύ γι αυτό. Πάντα ονειρευόμουν να κάνω παιδιά. Πολλά παιδιά. Και τώρα...". Έπεσε με δάκρυα στα μάτια στην αγκαλιά του άνδρα της. "Το ξέρω Πεντάμορφη, αλλά πιστεύω για να αποκτήσουμε παιδιά μια λύση υπάρχει...". "Ποιά;" τον ρώτησε με αγωνία στα μάτια. "Να υιοθετήσουμε ένα παιδί. Τόσα παιδάκια γεννιούνται καταδικασμένα και η μανάδες δεν μπορούν να τα  μεγαλώσουν". "Έχεις δίκιο βασιλιά μου. Μακάρι να βρούμε ένα παιδάκι και θα του προσφέρω όση αγάπη υπάρχει σ' αυτόν τον κόσμο και περισσότερη αν μπορώ" είπε η Πεντάμορφη και τα μάτια της πάλι λαμπύρισαν. "Όλα καλά θα πάνε Πεντάμορφη, μην μου ανησυχείς.  Έλα τώρα μέσα, μας έχουν ετοιμάσει τσάι".

Μετά από λίγες μέρες o βασιλιάς βρήκε ένα μωράκι σε ένα καλάθι στην είσοδο του παλατιού. "Μα τι είναι τούτο;" συλλογίστηκε. Έψαξε για κάποιο γράμμα αλλά δεν βρήκε τίποτα. "Καημένο μωράκι..." μουρμούρισε και πήρε το μωρό μέσα στο παλάτι. "Πεντάμορφη!", φώναξε. Σου έχω μια έκπληξη. Η Πεντάμορφη μόλις είδε το καλαθάκι αμέσως κατάλαβε για τι πρόκειται. Εκείνη η μέρα ήταν από τις πιο όμορφες της ζωής τους καθώς απέκτησαν επιτέλους παιδί. Η Πεντάμορφη το αγαπούσε και το φρόντιζε όσο το δυνατόν περισσότερο και ο βασιλιάς το μόνο που ήλπιζε ήταν το κοριτσάκι να γίνει  τόσο καλό και όμορφο όσο εκείνη που το μεγαλώνει. Το ονόμασαν Ευθαλία.

Ο καιρός περνούσε και το κοριτσάκι σίγουρα δεν γινόταν όμορφο. Το μόνο όμορφο, ή μάλλον περίεργο πράγμα που είχε πάνω της ήταν δύο πολύ άγρια πράσινα μάτια. Τόσο άγρια δεν είχανε ξαναδεί ποτέ οι γονείς της.  Έκτος από άγρια δεν έκαναν και καλά τη δουλειά τους καθώς το κοριτσάκι έπρεπε από μικρό να φοράει γυαλιά. Όμως η μητέρα της δεν τα έβλεπε αυτό μπροστά στην αγάπη που της έδινε. Το μεγαλύτερο δώρο όμως το δέχτηκε η Πεντάμορφη, τρία χρόνια αργότερα, όταν έμεινε στ'  αλήθεια έγκυος και μάλιστα όπως αποδεικνύεται αργότερα σε δύο δίδυμα κοριτσάκια. "Τα μεγαλύτερα δώρα έρχονται από κει που δεν το περιμένεις..." ψέλλισε ο Αλέξανδρος την πρώτη πρώτη φορά που τα είδε στην κούνια τους.

Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο και τα κορίτσια, η Ελένη και η Ελπίδα, έγιναν σαν πανέμορφες νεραϊδούλες όπως τις αποκαλούσε η μητέρα τους. Έπαιζαν χαρούμενες στον κήπο πολύ αγαπημένες με τα γαλάζια τους μάτια να αστράφτουν και τα ξανθά μακριά τους μαλλιά να μπλέκονται ανέμελα  μεταξύ τους. Σε μια άλλη πλευρά του κήπου έπαιζε και η Θάλεια, μόνη της, όχι γιατί δεν την έπαιζαν οι αδελφές της, αλλά γιατί ντρεπόταν για το πόσο άσχημη ήταν. Και ήταν πολύ άσχημη. Τόσο που πολλές φορές απορούσε από ποιον κληρονόμησε τόση ασχήμια. Οι γονείς τους καθόντουσαν στον κήπο και τα παρατηρούσαν.

Ένα απόγευμα ο Αλέξανδρός είδε τη Θάλεια στο δωμάτιο της να κοιτάζεται με απέχθεια στον καθρέπτη και να δακρύζει.  "Τι έχεις κορίτσι μου;" τη ρώτησε. "Τίποτα πατέρα, τίποτα δεν έχω" του απάντησε προσποιούμενη ότι δεν συμβαίνει κάτι και προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. "Το γνωρίζεις φαντάζομαι παιδί μου πως η ομορφιά δεν είναι το παν", της είπε αποφασισμένος να μιλήσουν επιτέλους γι αυτό το θέμα. "Το ξέρω πατέρα αλλά κοίτα με!!! Απορώ ώρες ώρες σε ποιόν έχω μοιάσει ή εάν μου έχουν ρίξει κατάρα!". "Τι είναι αυτά τα λόγια παιδί μου, μην τα ξαναπείς!!!" της είπε κοιτώντας τη με γουρλωμένα μάτια. "Είδες όμως οι αδελφές μου τι όμορφες που είναι; Εκείνες σίγουρα θα παντρευτούν τον πρίγκιπά τους, ενώ εμένα κανένας δεν θα με θέλει. Ήδη όλοι με κοιτούν με φοβερή αποστροφή και λύπηση".  "Όλα αυτά δεν είναι αλήθεια, ο άνδρας που θα παντρευτείς θα αγαπήσει την ψυχή σου. Όλα τα άλλα είναι περιττά. Ξέρεις πως ήμουν όταν με γνώρισε και με αγάπησε η μητέρα σου έτσι;". "Αυτά όλα τα γνωρίζω, αλλά αν ποτέ με παντρευτεί εμένα κάποιος δεν θα ξέρω αν θα είναι για την ψυχή μου ή γιατί θα κληρονομήσω ένα ολόκληρο βασίλειο!", του απάντησε φεύγοντας από το δωμάτιο με εμφανή την ταραχή της.

Ένα βράδυ στο παλάτι διοργάνωσαν χορό για τα 300 χρόνια βασιλείας και είχαν καλεσμένους πρίγκιπες και βασιλείς από όλα τα μέρη του κόσμου. Τα κορίτσια, που πλέον είχαν γίνει δυο πεντάμορφες έφηβες  περίμεναν πως και πως αυτή τη βραδιά. Το ίδιο και η μητέρα τους που τις βοηθούσε να ντυθούν. Η Θάλεια από την άλλη πλευρά ντυνόταν στο δωμάτιό της με μισή καρδιά. Πάντα σιχαινόταν αυτές τις μαζώξεις που θα έπρεπε να εμφανιστεί μπροστά σε τόσο κόσμο μαζί με την οικογένεια της και τα σχόλια από τους παρευρισκόμενους να πέφτουν βροχή.

Κατά τη διάρκεια του χορού, η Ελένη και η Ελπίδα περνούσαν υπέροχα. Γνώριζαν αρκετούς εκλεκτούς καλεσμένους οι οποίοι πέθαιναν να τις γνωρίσουν και να τους κάνουν φιλοφρονήσεις. Η Θάλεια αντίθετα καθόταν στο τραπέζι δίπλα στον πατέρα της προσπαθώντας να κάνει την παρουσία της όσο γινόταν πιο ανεπαίσθητη. Εκείνος είχε πιάσει τη συζήτηση με τη μητέρα της αλλά και με άλλους καλεσμένους. Μια δόση τους άκουσε να λένε ότι πρέπει πρώτα να παντρέψουν τη μεγάλη τους κόρη που θα κληρονομήσει το βασίλειο και μετά τις μικρότερες. "Σωστά" συμφώνησε ένας φίλος του. "Ναι καλά" σκέφτηκε η Θάλεια και συνέχισε να κοιτάζει τις αδελφές της που χόρευαν ασταμάτητα.

Η Θάλεια τον περισσότερο ελεύθερό της χρόνο τον περνούσε με έναν φίλο της τον Κώστα που δούλευε στους στάβλους του παλατιού. Τον γνώριζε από παιδί. Ήταν στην ηλικία της,  μακρινός ξάδελφος της από την πλευρά της μητέρας της, αλλά δυστυχώς ορφανός από γονείς. Η μόνη του αγάπη ήταν τα άλογα. "Τι έχεις πάλι πριγκίπισσα και δυσανασχετείς;"  τη ρώτησε ενώ έβαζε στ' άλογα σανό να φάνε. "Σκέφτομαι Κώστα όλα αυτά που έγιναν στο χορό τις προάλλες...". "Ήσουν πανέμορφη." τη διακόπτει. "Σ' ευχαριστώ Κωστάκη, είσαι πραγματικός φίλος". Συνέχισε σκεπτόμενη... "Το θέμα είναι ότι δεν θέλω να μείνω στην ιστορία σαν την πιο άσχημη πριγκίπισσα ή, ακόμα χειρότερα, βασίλισσα που έχει δει ποτέ ανθρώπινο ον. Κάτι πρέπει να κάνω γι αυτό". "Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα Έτσι γεννήθηκες... Τι να κάνεις;  Μάγια;". Τα λόγια αυτά την εξίταραν και τα φλογερά πράσινα μάτια πέταξαν φλόγες μέσα από τα γυαλιά  της. "Αυτό είναι" σκέφτηκε και έφυγε γρήγορα από το στάβλο. "Ει πριγκίπισσα τι έπαθες;" της φώναζε ο Κώστας μη μπορώντας να πάρει απάντηση.

Το ίδιο βράδυ η πριγκίπισσα φόρεσε κάτι παλιά ρούχα που βρήκε και έβαλε και ένα μαντήλι για να μην την αναγνωρίσει κανένας εκτός παλατιού. Πήρε το άλογό της, τον Κεραυνό, και αποφάσισε να ψάξει γι αυτόν τον μάγο που είχε ακουστά. Ναι αυτόν που είχε μεταμορφώσει τον πατέρα της σε ένα τέρας πριν από πολλά χρόνια. "Μα πώς τον λέγανε τον μάγο;... Τζόναθαν; Τζόρνταν... Δεν θυμάμαι..." μονολογούσε καθώς προχωρούσε στο σκοτεινό αφιλόξενο δάσος. "Με φώναξες πριγκίπισσα;" τα μάτια της φώτισαν όταν ξαφνικά είδε μπροστά της αυτόν τον μάγο. Ναι αυτός πρέπει να ήταν, σύμφωνα με τις περιγραφές του πατέρα της,  συλλογίστηκε.  Ήταν όπως τον είχε φανταστεί. Γέρος με άσπρα μακριά  μαλλιά και γένια. Φορούσε μακριά ρούχα, κάτι σαν κελεμπία.  Και κρατούσε ένα μεγάλο παλιό ραβδί. "Είμαι ο μάγος Τζέρεμις. Στις διαταγές σου πριγκίπισσά μου" της συστήθηκε. "Κύριε μάγε... θα ήθελα σας παρακαλώ πολύ να με κάνετε όμορφη.  Πολύ όμορφη". "Μα είσαι όμορφη. Είσαι από τα πιο όμορφα παιδιά από όσο γνωρίζω" την κοίταξε με απορία. "Όχι καλέ μου μάγε θα ήθελα να γίνω τόσο όμορφη όσο η μητέρα μου ή οι δυο μου αδελφές. Θα ήθελα να με κοιτάζουν πρίγκιπες και να  με φλερτάρουν όπως κάνουν και σ' εκείνες..." "Παιδί μου αυτό που μου ζητάς είναι πολύ δύσκολο" της απάντησε περίσκεπτος. "Σε παρακαλώ μάγε μου, δεν ξέρω τι άλλο πια να κάνω. Όλοι με κοροϊδεύουν τόσα χρόνια και με κάνουν να νιώθω ένα τίποτα. Μόνο στους γονείς μου αρέσω. Σ' όλους τους άλλους προκαλώ λύπηση ή αηδία. Σε παρακαλώ καλέ μου μάγε. Θέλω και 'γω να αγαπήσω και να αγαπηθώ αλλά όπως είμαι κανένας άνδρας δεν μου δίνει σημασία... σε παρακαλώ...". "Είσαι σίγουρη ότι αρέσεις μόνο στους γονείς σου; Τέλος πάντων αυτό που μου ζητάς είναι πολύ δύσκολο αν το κάνω θα πρέπει να μου δώσεις για αντάλλαγμα την όμορφη ψυχή σου." "Δεν με πειράζει μάγε, αρκεί να γίνω και όμορφη". "Αμπραλακίνιους!" Διέταξε ο μάγος το ραβδί του και η Θάλεια από ασχημόπαπο μεταμορφώθηκε σε πανέμορφο κύκνο! Το δέρμα της έγινε κάτασπρο και λαμπερό από άτονο που ήταν, οι φακίδες που είχαν γεμίσει το πρόσωπο της έσβησαν, τα λιγοστά καστανά μαλλιά έγιναν μαύρα, κυματιστά και μακριά. Τα γυαλιά της εξαφανίστηκαν. Το σώμα της έγινε απόλυτα γυναικείο αποκτώντας καμπύλες που δεν είχε ποτέ και χάνοντας πολλά παραπανίσια κιλά. Έγινε αυτό που δεν τολμούσε καν να φανταστεί. Δεν πίστευε στα μάτια της. Το μόνο που είχε μείνει το ίδιο πάνω της ήταν τα καταπράσινα μάτια της μόνο που και αυτά άλλαξαν, έγιναν πιο άγρια και πιο σκοτεινά. "Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ μάγε! Σου είμαι ευγνώμων!". "Περίμενε δεν τελειώσαμε!", τη σταμάτησε ο μάγος ενώ πήγαινε χαρούμενη να φύγει γρήγορα για το παλάτι. "Αν καταφέρεις να αγαπηθείς με την ομορφιά σου όπως λες και πιστεύεις, θα σου ξαναδώσω την ψυχή σου πίσω και την εμφάνιση σου επί τρία". "Εντάξει φίλε μου!". "Μάλλον δεν κατάλαβες"... τη σταματάει με το ραβδί του επιτακτικά, "Αν τα καταφέρεις θα πάρεις πίσω την εμφάνιση κατά τρεις φορές μεγαλύτερη. Θα πάρεις πίσω δηλαδή τα χρόνια που θα περάσουν για να αγαπηθείς επί τρείς φορές επιπλέον στην ηλικία σου. Αν δεν τα καταφέρεις όμως θα ζήσεις τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου νέα, παρέα με την ομορφιά σου αλλά θα είσαι ολομόναχη. Δεν θα έχεις κανέναν, Ούτε θα κάνεις κανένα παιδί. Κατάλαβες;", τη ρώτησε ανεπιεικώς. "Κατάλαβα" απάντησε εκείνη με χαμηλωμένο το κεφάλι. "Πήγαινε τώρα γιατί ο χρόνος τρέχει εναντίον σου". Η Θάλεια καβαλώντας τον Κεραυνό έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από κει.

Με το πρώτο φως του ήλιου επέστρεψε στο παλάτι όπου κανένας δεν την αναγνώρισε. Πέρασε δίπλα από τον Κώστα που την κοίταξε με απορία, αλλά εκείνη δεν του έδωσε καμία σημασία. "Λες να ναι εκείνη;" σκέφτηκε παραξενεμένα. Οι γονείς της που ήταν αναστατωμένοι από τη φυγή της, ήταν στην είσοδο του παλατιού. "Θάλεια;!" την κοίταξε η Πεντάμορφη παράξενα. "Είσαι καλά παιδί μου; Τι σου συνέβη;" τη ρώτησε με ανησυχία. "Πού ήσουν μες τη νύχτα με το άλογο;" τη ρώτησε ο πατέρας της με το πιο αυστηρό του ύφος. Εντωμεταξύ από την πολύ φασαρία κατέβηκαν και οι αδελφές της από το δωμάτιό τους. "Μην ανησυχείτε, είμαι μια χαρά, πιο καλά από ποτέ, όπως βλέπετε. "Εσύ είσαι Θάλεια;" Τη ρώτησε η Ελένη με γουρλωμένα μάτια. "Εγώ είμαι αδελφούλα. Μία καλή νεράιδα μου έδωσε απλά κάτι μαγικά φρούτα για να βοηθήσουν την επιδερμίδα μου και να χάσω και κανένα κιλό και να 'μαι!!!" "Πώς σας φαίνομαι;" Τους ρώτησε κάνοντας μία στροφή. "Απίστευτο" αναφώνησε η Ελένη. Όλοι οι υπηρέτες είχαν μαζευτεί να δούνε αυτό το θαύμα. "Μα τι σου έδωσε αυτή η νεράιδα; Μπορείς να μας πεις και μας να τα δοκιμάσουμε;" "Δεν νομίζω να τα χρειαστούμε εμείς Ελένη μου". Πετάχτηκε η Ελπίδα. "Αρκεί να είσαι εσύ ευτυχισμένη παιδί μου". Της είπε η Πεντάμορφη αγκαλιάζοντας την. Ο Αλέξανδρός δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του τόση ώρα. Κατάλαβε ότι πίσω από τη μεταμόρφωση της κόρης του κρύβεται κάτι κακό και σκοτεινό.

Η Θάλεια μετά από λίγο πήγε στο δωμάτιό της και άρχισε να δοκιμάζει τα φορέματα της που τόσο καιρό δεν μπορούσε να χαρεί, το ένα μετά το άλλο. "Τι κάνεις κορίτσι μου;" τη ρώτησε η μητέρα της. "Θέλω να 'μαι πανέμορφη στον επόμενο χορό που μας έχουν καλέσει σε λίγες μέρες". "Αχ παιδί μου η ευτυχία και η αγάπη δεν κρύβονται πίσω από την ομορφιά".

Το ίδιο βράδυ ο Αλέξανδρός παίρνοντας τον Κεραυνό και με ένα δαυλό στο χέρι πήγε και ο ίδιος στο δάσος αναζητώντας το μάγο. "Βρε βρε βρε σαν τα χίονια..." είπε ο μάγος φωνακτά.  "Πες μου τι έκανες στην κόρη μου!!! Τι Τρομερά μαγικά έκανες και σε κείνη και έχει μεταμορφωθεί" τον ρώτησε έξαλλος. "Σσσσ ηρέμησε βασιλιά μου. Εκείνη μου το ζήτησε... Μου ζήτησε να την κάνω όμορφη...". "Και τι πήρες για αντάλλαγμα;; Πες μου!!! Την καλή  ψυχή της;" "Κάτι έπρεπε να πάρω και γω. Αλλά αν καταφέρει να αγαπηθεί και να παντρευτεί θα λυθούν τα μάγια. Τώρα πήγαινε μη  ξανακάνω μάγια και σε σένα! Σαν πολύ καιρό δεν έχεις να φιλοξενήσεις στο παλάτι σου φτωχούς ή κάνω λάθος;" τον ρώτησε άγρια. Ο Αλέξανδρος έκανε αναστροφή και έφυγε με το άλογο του.

Στην επιστροφή στο παλάτι κάθισε λίγο έξω από το δωμάτιο των κοριτσιών όπου εκείνες τσακώνονταν. Κάτι που δεν έκαναν συχνά. Η Θάλεια το έπαιζε η πιο ωραία και ήθελε να δοκιμάσει όλα τα φορέματα των αδελφών της  καθώς τώρα της πήγαιναν περισσότερο και τσακωνόταν μεταξύ τους  για το τι θα βάλουν στο χορό. Οι φωνές τους ακούγονταν παντού. Τελικά η Ελένη με την Ελπίδα έφυγαν από το δωμάτιο νευριασμένες αφήνοντας τη Θάλεια μόνη της.

Οι μέρες περνούσαν και η Θάλεια έμοιαζε όλο και πιο μόνη. Οι αδελφές της όποτε την έβλεπαν στους διαδρόμους άλλαζαν πορεία. Η μητέρα τους προσπαθούσε μάταια να τους τα βρει. Η Θάλεια ήταν μόνη και δυστυχισμένη. Μόνο ο Κώστας της είχε μείνει αλλά πλέον είχε να του μιλήσει εδώ και μέρες από τότε που ήταν ακόμα άσκημη. Σαν να μην υπήρχε για κείνη. Και κείνος την έβλεπε από μακριά καταλάβαινε τι περνούσε αλλά δεν τολμούσε να της μιλήσει. Ο νους της Θάλειας ήταν μόνο στον επόμενο χορό και πως θα κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση.

Μετά από λίγες μέρες η οικογένεια του Αλέξανδρου ήταν καλεσμένη σε χορό στο παλάτι της γειτονικής χώρας.  Εκεί η Θάλεια έβαλε τα δυνατά της να είναι η πιο όμορφη και επιτέλους κάποιος πρίγκιπας να τη φλερτάρει. Κανένας δεν την γνώρισε. Όλοι ήταν περίεργοι να μάθουν ποιά ήταν αυτή η πριγκίπισσα και τι απέγινε το άλλο κοριτσάκι, η... "Πώς την είπαμε; Α, ναι. Θάλεια", ψιθύριζαν μεταξύ τους κάτι κουτσομπόλες καλεσμένες. Στο τραπέζι των οικοδεσποτών ήταν και δυο νεαροί και όμορφοι πρίγκιπες. Ο ένας ο πρωτότοκος ήταν λίγο πιο όμορφος από τον αδελφό του. Αυτόν τον είχε βάλει στο μάτι η Θάλεια και τον κοιτούσε επίμονα από το τραπέζι της. Όμως εκείνος δεν της έδινε σημασία, απεναντίας αυτός και ο αδελφός του χάζευαν τις μικρότερές της αδελφές και τους γελούσαν. Και κείνες παρότι ντροπαλές ανταποκρινόντουσαν. "Αν είναι δυνατόν!" σκέφτηκε η Θάλεια που το κατάλαβε αμέσως. Σηκώθηκε και με θράσος πήγε στο τραπέζι του μεγαλύτερου πρίγκιπα και του ζήτησε να χορέψουν. "Τι είναι αυτά που λες;  Δεν θέλω!" της αποκρίθηκε αγνοώντας την και συνέχισε και αυτός και ο αδελφός του να κοιτάζουν τις κοπέλες. Εκείνη έφυγε από το τραπέζι φανερά εκνευρισμένη και άρχισε να βρίζει. "Τι σου συμβαίνει κόρη μου;" τη ρώτησε ο πατέρας της καθώς κάτι είχε πάρει το μάτι του. "Άσε με και συ ρε πατέρα." του απάντησε και πήγε προς το μπάνιο. Μετά από λίγο όταν βγήκε σκουπίζοντας τα δάκρυα της, είδε στην αίθουσα τις αδελφές τις να χορεύουν με κέφι στο πλευρό των δύο πριγκίπων. Όταν τελείωσε ο χορός και κάθισαν όλοι, σηκώθηκε ο βασιλιάς αυτής της χώρας και χτυπώντας το πιρούνι του στο ποτήρι είπε. "Ησυχία παρακαλώ, ήθελα να κάνω μία πρόποση. Θα ήθελα αρχικά να ευχαριστήσω πολύ το βασιλιά Αλέξανδρο και την οικογένεια του που βρίσκονται σήμερα κοντά μας. Εγώ και ο λαός μου είμαστε πολύ ευγνώμονες για ότι έχετε κάνει τόσα χρόνια". Είπε γνέφοντας προς τον Αλέξανδρο ο οποίος έπινε προς τιμή του. "Έτσι με όλο το θάρρος και μετά από τόσα χρόνια φιλίας, θα ήθελα να ρωτήσω τον βασιλιά Αλέξανδρο και τις κόρες του βεβαίως, Ελένη και Ελπίδα, αν θέλουν να γίνουν γυναίκες των δύο γιών μου Δημήτριο και Νικόλαο! Καθώς έχω διακρίνει κάποια συμπάθεια ανάμεσα τους ή κάνω λάθος ε;" ρώτησε, ενώ η γυναίκα του προσπαθούσε να του πει να σταματήσει να πίνει. "Τι λέτε;". Οι κόρες του Αλέξανδρου εντωμεταξύ είχαν μείνει άναυδες και το μόνο που έκαναν ήταν να γνεύσουν καταφατικά μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που ήθελαν να τρέξουν από τα μάτια τους. Όλοι δέχτηκαν και το πάρτι συνεχίστηκε μέχρι το πρωί. Όλοι εκτός από τη Θάλεια που στο άκουσμα της πρόποσης ξέσπασε και έφυγε εκνευρισμένη απειλώντας όσους ήταν κοντά της με κατάρες.

Τη νύχτα η Θάλεια έβλεπε εφιάλτες, είχε στο μυαλό της συνέχεια λόγια που της φώναζαν "Αν δεν τα καταφέρεις θα ζήσεις τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου μόνη σου... δεν θα χεις κανέναν... κανέναν κανέναν...”. Μια στριγκλιά βγήκε από το στόμα της και ξύπνησε ιδρωμένη.  "Τι έκανα;" Ψέλλισε. Σηκώθηκε και περπάτησε προς το μπαλκόνι. Το φεγγάρι ήταν ολοστρόγγυλο και το φως του έλουζε τον κήπο. Είδε από μακριά τον Κώστα που ακόμα δούλευε στους στάβλους. Τον χάζευε. Όταν κατάλαβε ότι την κοίταξε και κείνος κρύφθηκε πίσω από την κουρτίνα του δωματίου της. Σαν να ντρεπόταν. Εκείνος περίμενε να την ξαναδεί. Δεν του φαινόταν πιο ωραία από ότι ήταν παλιά, του φαινόταν πιο εξωπραγματική και απρόσιτη.

Το επόμενο πρωί η Θάλεια καθόταν στον κήπο και χάζευε τα τριαντάφυλλα. "Είναι τόσο όμορφα" σκέφτηκε δακρυσμένη. "Αληθινά όμορφα...". "Είσαι καλά;" της είπε μια φωνή και σήκωσε τα μάτια της προς τα πάνω και αντίκρισε τον Κώστα που κουβαλούσε άχυρα. Είναι τόσο ωραίος, σκέφτηκε, και γυμνασμένος... "Είσαι καλά; Γιατί κλαις;" την ξαναρώτησε. Τα καταπράσινά της μάτια έγιναν πιο ήρεμα.  "Αστό καλύτερα, δεν θέλω να το συζητήσω. Απάντησε, ενώ έκανε πως μάζευε λουλούδια και πως ήθελε να φύγει. "Ξέρεις ήθελα να σου δώσω τα συγχαρητήρια μου για το γάμο των αδελφών σου", της είπε προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να την καθυστερήσει. "Ευχαριστώ", του απάντησε. "Και στα δικά σου", συνέχισε εκείνος. Εκείνη τον κοίταξε κατάματα με τα μάτια της να βγάζουν σπίθες. "Πότε με το καλό ο γάμος;". "Σε μια εβδομάδα. Έχουμε ετοιμασίες τώρα". "Δεν σε βλέπω πολύ χαρούμενη γι’ αυτό!", της είπε και ένα χαμόγελο προσπάθησε να ξεπεταχθεί από τα χείλη του. "Γιατί να είμαι;" του είπε κόβοντας πολύ αδέξια και μαδώντας τα καημένα τα τριαντάφυλλα. "Εκείνες που είναι μικρότερες, μόνο 16 ετών, θα παντρευτούν πριν από μένα και μάλιστα με πανέμορφους πρίγκιπες, θα ζήσουν ευτυχισμένες το υπόλοιπο της ζωής τους ενώ εγώ...". "Ηρέμισε. Κρίμα είναι τα καημένα τα τριαντάφυλλα...”, είπε πιάνοντας αμήχανα το ματωμένο χέρι της με το δικό του. Τον κοίταξε για λίγο και μετά από μία μικρή παύση συνέχισε: "Πού θα βρω και γω κάποιον να μ' αγαπήσει γι αυτό που είμαι και να με παντρευτεί; Είμαι καταδικασμένη να ζήσω μόνη". "Αυτός ο κάποιος πρέπει να είναι οπωσδήποτε πρίγκιπας;" τη ρώτησε ντροπαλά. "Πρίγκιπας; δεν ξέρω, δεν γνωρίζω άλλον πρίγκιπα". Ο Κώστας την πλησιάζει και της δίνει ένα τριαντάφυλλο, το μόνο που έμεινε από την τριανταφυλλιά που σακάτεψε εκείνη απ' τα νεύρα της.  "Ξέρεις Θάλεια, εγώ σε αγαπώ εδώ και πολλά χρόνια, δεν το έχεις καταλάβει μάλλον". Τη φιλάει. Ξαφνικά η Θάλεια αλλάζει ολόκληρη. Τα πυκνά μαύρα μαλλιά της γίνονται καστανά και πολύ πιο λίγα, κονταίνει και χοντραίνει. Αποκτάει πάλι τα γυαλιά που φορούσε και τις φακίδες στο πρόσωπό της.  Ότι ψεύτικο υπήρχε πάνω της εξαφανίστηκε δια μαγείας. Η Θάλεια, ψηλαφίζοντας το πρόσωπό της και το σώμα της με τα χέρια της, όσο μπορούσε ανέκραξε: "Δεν το πιστεύω!! Έγινα όπως πριν! Έγινα πάλι ο εαυτός μου! Γέλασαν και οι δύο πάρα πολύ μ' αυτήν την μεταμόρφωση και αγκαλιάστηκαν και ξαναφιλήθηκαν. Η μεταμόρφωση όμως  δεν τελείωσε εκεί για τη Θάλεια. Μετά από λίγο οι φακίδες εξαφανίστηκαν, τα μαλλιά της έγιναν πιο πυκνά και λαμπερά, τα γυαλιά της πλέον δεν θα τα ξαναχρειάζοταν και πολλά από τα περιττά της κιλά έφυγαν από πάνω της. Έγινε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού της. "Μα τι συμβαίνει;" αναρωτήθηκε. "Αλήθεια μ' αγαπάς πολλά χρόνια;" τον ρώτησε. "Ακόμα και τότε που ήμουν πανάσχημη;". "Αλήθεια!" της απάντησε. "Δεν ερωτεύεσαι την εμφάνιση αλλά τον άνθρωπο”. "Τότε αυτό θα είναι", αναφώνησε. "Τα μάγια λειτούργησαν αντίστροφα και έγινα πιο όμορφη από ότι ήμουν". Χαμογέλασε και έπεσε στην αγκαλιά του. Και ο κήπος γέμισε πάλι με πανέμορφα κόκκινα και ροζ τριαντάφυλλα.

Μετά από μία εβδομάδα πραγματοποιήθηκε στο παλάτι τριπλός γάμος. Και οι τρεις αδελφές έλαμπαν στα νυφικά τους και ήταν τρισευτυχισμένες δίπλα στους γαμπρούς. Ένας από τους καλεσμένους ήταν και ο μάγος που δάκρυσε από συγκίνηση καθώς κοιτούσε τη Θάλεια. Μετά τους γάμους ακολούθησε στο παλάτι η στέψη της νέας βασίλισσας Ευθαλίας μετά του συζύγου της Κωνσταντίνο, ξεκινώντας μια νέα εποχή για το βασίλειο τους. Και έζησαν όλοι ευτυχισμένα και 'μείς περισσότερο.  


Συγγραφέας: Σοφία Παϊδούση - Φοιτήτρια Tabula Rasa






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...