Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

"Πόρτο Ρίκο" της Κατερίνας Χριστοδούλου




Όταν είσαι στην εφηβεία, έχεις μια απεριόριστη λαχτάρα να κατακτήσεις τον κόσμο. Νιώθεις την ενέργεια να βράζει στο αίμα σου. Αισθάνεσαι ότι ο κόσμος είναι το μέρος όπου μας συμβαίνουν τα περισσότερα πράγματα αλλά είναι τόσο άγουρη αυτή η αίσθηση στα δεκατέσσερα όσο και επαναστατική...
Είχαμε την περιέργεια και τη δίψα για καινούργιες εικόνες. Πιστεύαμε ότι με τα ποδήλατά μας θα κάναμε το γύρο του κόσμου. Ανεβαίναμε στο λόφο του Αρδηττού και καταστρώναμε τα σχέδιά μας. Χτίζαμε το δικό μας στρατηγείο πάνω στα δέντρα και με ένα σάλτο σαλπάραμε  για την Αμερική, την Αυστραλία, την Αφρική. Κάθε φορά που αυτές οι σκέψεις στοίχειωναν το μυαλό του Νίκου, έκλεινε τα μάτια του, άφηνε τα χέρια απ΄ το τιμόνι και με την ταχύτητα που έτρεχε το ποδήλατο γελούσε και έλεγε πάντα «Βασίλη, τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του».

Αρρενωπή φιγούρα με μια ατίθαση ομορφιά. Μακρύ μαλλί, μουσάκι , σκουλαρίκι στο αυτί και κολλημένο πάνω του ένα παλιό φθαρμένο μπλου-τζιν. Αυτός ήταν ο φίλος μου ο Νίκος αυθεντικός, ασυμβίβαστος και από μικρός αναζητούσε την ανεξαρτησία. Τα μάτια του μπλε, το βλέμμα του ταξιδιάρικο και ονειροπόλο. Πόναγε πολύ για τον άδικο χαμό του πατέρα του που βρέθηκε νεκρός σε έκρηξη παγιδευμένου αυτοκινήτου έξω απ’ την Αμερικάνικη Πρεσβεία. Ένας άτυχος άνθρωπος σε λάθος τόπο και χρόνο.

Το 1973, ένα χρόνο μετά το χαμό του πατέρα του, μετακόμισε με την μητέρα του κοντά στο σπίτι μου στο λόφο του Αρδηττού στο Μέτς. Η μάνα του δούλευε καθαρίστρια σ’ ένα πλουσιόσπιτο νεοκλασικό λίγο πιο κάτω. Κάθε απόγευμα κάναμε βόλτες με τα ποδήλατα, και ο Νίκος έκανε ακροβατικά και φιγούρες. Πάντα τον ζήλευα για την επιδεξιότητα του γιατί όσο και να προσπαθούσα δεν κατάφερνα να τον μιμηθώ και κατακρεουργούσα τα γόνατά μου στο χώμα. Εκείνος πάντα γέλαγε και με ενθάρρυνε να ξαναδοκιμάσω. Στο σχολείο έπεφταν οι αποβολές η μια μετά την άλλη. Είχε την παραβατικότητα μες το αίμα του. Κατά βάθος όμως ήταν ευαίσθητος και μετάνιωνε για τις ανοησίες που σκάρωνε για να προκαλέσει τους άλλους. Κλεινόταν στο σπίτι και έπαιζε κιθάρα μιας και η μουσική ήταν το πάθος του. Η  μάνα του αγανακτισμένη αφού δεν έβλεπε πρόοδο στο σχολείο του πρότεινε να ασχοληθεί με τη μουσική. 

Γρήγορα βρήκε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια και έπαιζε μουσική τα σαββατοκύριακα βγάζοντας καλό χαρτζιλίκι για να μπορέσει να πληρώσει το ωδείο και να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό. Γρήγορα έγινε δημοφιλής και κάθε βράδυ μαζευόμασταν όλη η παλιοπαρέα με τα κορίτσια μας στα καφέ ή στα μπαράκια των Εξαρχείων και γλεντάγαμε με την νιότη μας και την αφέλεια μας. Ποτά, τσιγάρα, χασίς, σεξ, κορίτσια και πολύ ροκ. Ήμασταν το τέλειο δίδυμο.  Σύντομα η ροπή του προς τα πολιτικά θέματα άρχισε να τον αλλάζει. «Σταθμός» στη ζωή του η δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου μαθητή στα επεισόδια του Πολυτεχνείου. Ο φίλος μας ο Μιχάλης. Τον στιγμάτισε σαν γροθιά στο στομάχι. Για άλλη μια φορά βίωνε την αδικία μετά τον άδικο χαμό του πατέρα του. Η δίψα του για δικαιοσύνη τον παραμόρφωσε. Άλλαξε ιδεολογία και αυτό που τον εξέφραζε περισσότερο ήταν η αναρχία. Οι παρέες του τον βοήθησαν σε αυτό.

Τελειώνοντας το σχολείο οι δρόμοι μας χωρίστηκαν. Εγώ πλέον φοιτητής στην Πάντειο και ο Νίκος στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Κατάφερε να πάρει πτυχίο στη μουσική και μέσα από την τέχνη του ακολούθησε το ρεύμα της εποχής σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Κυκλοφορούσε στους δρόμους, ήταν γνωστός στις πιάτσες, έτρεχε στις πορείες παίζοντας κλέφτες και αστυνόμους. Προκαλούσε την εξουσία και την τύχη του γράφοντας συνθήματα. Ένα παγωμένο βράδυ, σε μια μάντρα της Πατησίων, ήταν η τελευταία φορά που έγραψε «Μόνη λύση η επανάσταση για ένα κόσμο ισότητας, αλληλεγγύης, λευτεριάς...», τον πιάσανε και φυλακίστηκε για πρώτη φορά.

Το κελί του σκοτεινό, το αίμα στο πρόσωπό του ακόμα νωπό. Όχι έλεγε στον εαυτό του δεν θα φοβηθώ. Τη νύχτα το απόλυτο κενό. Αναμνήσεις ανάκατες να στριφογυρίζουν στο κεφάλι του. Δεν κοιμόταν, δεν δάκρυζε, δεν μίλαγε παρά μόνο έγραφε. Και όταν η απελπισία του κορυφωνόταν γέλαγε δυνατά με όλη του την ψυχή και  έπιανε τα σίδερα με τόση δύναμη που έσφιγγε τα δόντια και τότε η ματιά του άλλαζε. Η λύσσα του για δικαιοσύνη και ελευθερία δυνάμωνε και το αγρίμι ήταν έτοιμο για επίθεση.

Έξι μήνες μετά αποφυλακίστηκε. Ασφυκτιούσε στην Αθήνα. Η παλιά του ζωή δεν τον ικανοποιούσε πια. Όλοι οι φίλοι του σκορπίσανε και η παρέα διαλύθηκε. Μόνο ο Βασίλης του είχε μείνει. Πήγαινε και στην φυλακή και τον έβλεπε που και που. Οι υπόλοιποι τον ξέχασαν σαν να μην υπήρχε ποτέ. Ένα βράδυ καθόντουσαν στο σπίτι του Βασίλη και τα πίνανε. Το γέλιο του Νίκου βροντερό όπως πάντα. Θυμήθηκαν τα παλιά και τα όνειρα που κάνανε και μελαγχόλησε. Ξαφνικά βούτηξε το μπουφάν του και έφυγε βιαστικά. Ο Βασίλης έτρεξε ξωπίσω του αλλά εκείνος του είπε ότι ήθελε να μείνει μόνος του. Πήγε σπίτι και συνέχισε να πίνει μέχρι που πήρε ανάποδες και άρχισε να ξεσπάει. Έβριζε την καταραμένη ζωή του, τη φτώχεια του, το σύστημα, την μοναξιά του... Ήθελε να ξεφορτωθεί την σιχαμένη του ζωή και άρχισε να πετάει σ’ έναν κάδο ότι έβρισκε μπροστά του. Βιβλία, ημερολόγια, φουλάρια, φωτογραφίες ακόμη και το πτυχίο του. Τα έκαψε όλα. Το παρελθόν είχε γίνει στάχτη. Τώρα είχε ηρεμήσει. Μέσα απ’ τους καπνούς εξαγνίστηκε. Αποκοιμήθηκε για λίγο και ονειρεύτηκε ότι... Αυτό ήταν. Άνοιξε διάπλατα τα μεγάλα και όμορφα μάτια του και τα κάρφωσε στο ταβάνι για πολύ ώρα. Σκεφτόταν ότι εκείνη ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή να φύγει. Να φύγει μακριά στις θάλασσες του κόσμου και να χτίσει στην ακροθαλασσιά τους δικούς του πύργους, να ζήσει ελεύθερος με τους δικούς του κανόνες. Χαράματα μάζεψε σ’ ένα σακίδιο τα λιγοστά υπάρχοντά του, έσπασε τον κουμπαρά της μάνας του και με τα λιγοστά χρήματα που είχε κατευθύνθηκε προς τον Πειραιά. Βρήκε ένα παλιό φιλαράκι που δούλευε σε γκαζάδικο και τον βοήθησε να μπαρκάρει .

Αλγέρι, Αλεξάνδρεια, South Africa γνώρισε πολλές «ράτσες». Μια φορά στον Αμαζόνιο, έσκαγαν οι ντόπιοι με τις βάρκες και παρακαλάγανε για κανένα βαρέλι πετρέλαιο. Κουβαλούσαν και πραμάτειες για  ανταλλαγή. Τσαμπιά με μπανάνες, εξωτικά ερπετά, ότι μπορούσαν. Πολλές φορές εν μέσω των άγριων φυσικών φαινομένων προσευχήθηκε να μην είναι το τελευταίο του ταξίδι. Πολλές φορές αναρωτήθηκε αν θα φτάσει στο επόμενο λιμάνι. Κάποια στιγμή στο Άμστερνταμ συνάντησε τον έρωτα-Λίζα που του πήρε τα μυαλά. Είχε τόσες εμπειρίες και μυστικά στον πληρωμένο έρωτα και στις γλυκές ηδονές μέσα σε πρόστυχες αγκαλιές που ήθελε για λίγο ν ’αράξει. Έκατσε δυο τέρμινα και κάτι μαζί της αλλά το σαράκι της θάλασσας τον κέρδισε και τον έφερε πίσω στη λυσσασμένη θάλασσα. Του είχε γίνει βίωμα και παθιασμένη αγαπητικιά.

Στο Πόρτο Ρίκο πέρασε χρόνια ασυλόγιστα στην πλάνη του ποτού και των γυναικών με τα βαμμένα κόκκινα χείλη στα καταγώγια και στα μπαρ. Μεσήλικας πια ο Νίκος κουβαλούσε το γιατί. Η καρδιά του ήταν μαραζωμένη και το χαμόγελο είχε πια σβήσει απ’ τα χείλη του. Έψαχνε μια στάλα φως μες στη ξεφτίλα που ζούσε αλλά τελικά αναρωτιόταν τι κατάφερε. Πάλευε με τους δαίμονές του και έβρισκε καταφύγιο στην πρέζα. Μέσα στις παραισθήσεις του γινόταν πάλι έφηβος και ρόκαρε στην κιθάρα του όπως τότε. Τότε που ήταν έφηβος γεμάτος αυτοπεποίθηση και όνειρα.  Μια ρουφηξιά κόκας και το χαμόγελο γλιστρούσε από τα χείλη του. Ένιωθε Θεός και ήλπιζε ότι θα αλλάξει τον κόσμο.

Κάποια ζεστή βραδιά σ’ ένα μπλουζάδικο που δούλευε ως μουσικός η στέρηση τον έκανε να φαλτσάρει και επειδή αυτό συνέβαινε συχνά οι μπράβοι του μαγαζιού τον πετάξανε έξω. Τον μάζεψε μια κοπέλα, η Σύλβια. Ήταν μια όμορφη πόρνη που τον αγαπούσε πολύ. Γνήσια λατίνα με μακριά μαύρα σγουρά μαλλιά και φιδίσιο κορμί. Γνωρίστηκαν σ’ ένα κακόφημο μπαρ όπου η Σύλβια τραγουδούσε και έκανε και κονσομασιόν. Η φωνή της θεϊκή, τον μάγεψε. Ο Νίκος είχε εντυπωσιαστεί από τη φωνή της και κάθε βράδυ μετά τη δουλειά του πέρναγε να την δει. Βαθιά χωμένη στα ναρκωτικά ξεχνούσε τα δύσκολα παιδικά της χρόνια και τραγουδούσε για να εξημερώσει τα κακά πνεύματα που την καταδίωκαν του έλεγε. Είχε διασυνδέσεις με όλο τον υπόκοσμο και όταν ο Νίκος ξέμενε από δουλειά και πρέζα ο φίλος της ο Κάρλος όλο και κάποια βρωμοδουλειά του πάσαρε. Σνιφάρανε πολλές φορές μαζί και είχαν πολλά κοινά μεταξύ τους. Εκείνη δεν ξέμενε ποτέ από χόρτο ή κόκα και μαζί κάνανε ταξίδια υπερατλαντικά σ’ έναν κόσμο ονειρικό και ιδανικό. Ο Νίκος από τις καταχρήσεις αρρώστησε. Κόλλησε AIDS και νοσηλεύτηκε για αρκετό καιρό. Η Σύλβια ήταν μέρα νύχτα δίπλα του δεν έλλειψε στιγμή απ’ το πλευρό του.  Λάτρευε να ακούει τις ιστορίες απ ’τα ταξίδια του και να χάνεται στο μπλε των ρυτιδιασμένων του ματιών. Όταν συνήλθε τον πήρε στο σπίτι της. Ένα δωμάτιο σκοτεινό με την μούχλα να στάζει απ ’το ταβάνι. Έβαλε και μερικά λουλούδια σ’ ένα βάζο για να χρωματίσει λίγο το γκρίζο της ζωής τους. Όμως ο Νίκος δεν άντεχε ήθελε και πάλι να φύγει, να μυρίσει την αλμύρα της θάλασσας, να ζεσταθεί με τις ακτίνες του  ήλιου και να δει έστω και για τελευταία φορά την μάνα του που είχε χρόνια να της μιλήσει. Και βέβαια τον Βασίλη. Έπρεπε να βρει λεφτά. Παρέδωσε ένα μεγάλο φορτίο κοκαΐνης  και με τα λεφτά που εισέπραξε αγόρασε ένα εισιτήριο και σαλπάρισε για Ελλάδα. Η Σύλβια τον εκλιπαρούσε να την πάρει μαζί του, δεν ήθελε ν’ αποχωριστεί την αγκαλιά του. Ήταν  ο παράδεισος και η κόλασή της, η αναπνοή της.

Η παλιά του γειτονιά έμοιαζε αγνώριστη. Το σπίτι που έμενε δεν υπήρχε πια. Τη θέση του πήρε ένα πολυτελέστατο εστιατόριο. Την μάνα του δεν τη βρήκε. Όπου κι αν ρώτησε κανείς δεν ήξερε. Με καρδιοχτύπι έφτασε στην πολυκατοικία που έμενε ο Βασίλης. Το όνομά του υπήρχε γραμμένο στα κουδούνια. Χτύπησε αρκετές φορές, καμία όμως απάντηση. Κάθισε όλη τη νύχτα στα σκαλοπάτια να τον περιμένει. Αυτός πουθενά. Έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί από τη τσάντα του και του έγραψε «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει. Νίκος». Το έβαλε στο γραμματοκιβώτιο και χάθηκε στα στενά του λόφου.

Ο Βασίλης επέστρεψε από επαγγελματικό ταξίδι μετά από λίγες μέρες. Βρήκε το σημείωμα και διαβάζοντάς το έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Τον περίμενε πολλά χρόνια, ήθελε να δει τον παιδικό του φίλο. Βγήκε στους δρόμους και τον έψαξε. Φώναζε δυνατά τ’ όνομά του αλλά απάντηση δεν πήρε. Κατέληξε στο Σύνταγμα σ’ ένα μπαράκι να πίνει στην υγειά του. Μες το παραλήρημα της μέθης του, τη δυνατή μουσική και τους καπνούς απ’ τα τσιγάρα νόμιζε ότι τον είδε να περνά  αλλά δεν ήταν σίγουρος αν χάθηκε στους δρόμους του μυαλού του, στο Μετς ή στο Πόρτο Ρίκο. Πάντα όμως θα τον κουβαλάει στην ψυχή του και σαν σημαία θα τον υψώνει ψηλά γιατί τόλμησε να παίξει με την φωτιά να καεί και να αναστηθεί. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια του.

   Συγγραφέας: Κατερίνα Χριστοδούλου – Φοιτήτρια Tabula Rasa


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...