Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

“Η πόρτα” της Ανδρομάχης Κοκόση


Έσβησε την μηχανή του αυτοκινήτου της και κοιτάχτηκε για ακόμα μία φορά στον καθρέφτη. Ήταν η πρώτη φορά που θα έμπαινε σε φυλακή και πιο συγκεκριμένα στην ψυχιατρική κλινική των φυλακών Κορυδαλλού και η πρώτη φορά που έπρεπε να αξιολογήσει σωστά την ψυχική κατάσταση και το μέλλον κάποιου έγκλειστου γνωρίζοντας τον από κοντά. Δυο χρόνια τώρα που διαχειριζόταν τέτοιου είδους αποφάσεις από το γραφείο, έχοντας μπροστά της μόνο τους σχετικούς φακέλους, αποκομμένη από το θλιβερό περιβάλλον των φυλακών, χωρίς να έχει προσωπική γνώση του πως είναι ο άλλος, πως είναι η φωνή του, πως κάθεται και πως κινείται, είχε επιδείξει μεγάλες ικανότητες και ο προϊστάμενος της χωρίς να το πολυσκεφτεί της είπε πως ήταν έτοιμη να προχωρήσει. 

Μα έτσι ήταν πολύ εύκολο! Διάβαζε τα γεγονότα, τις σχετικές εκθέσεις και αναφορές για την διαγωγή τους και τη συμπεριφορά τους και έβγαζε τα σωστά, λογικά συμπεράσματα. Τώρα ήταν αλλιώς. Θυμήθηκε όλες τις συμβουλές που της έδωσε ο προϊστάμενος της την προηγούμενη μέρα και τις είχε ακολουθήσει όλες.
«Αρετή, πρόσεξε, το ντύσιμο σου να είναι απλό, το σώμα σου πλήρως καλυμμένο, ένα κουστούμι με ζιβάγκο είναι ό, τι πρέπει, τα μαλλιά σου μαζεμένα. Φρόντισε να βαφτείς όσο το δυνατόν λιγότερο και όχι κόκκινο κραγιόν, τους δημιουργεί αναστάτωση. Μην φορέσεις κανένα κόσμημα, ούτε καν ρολόι και μην βάλεις τακούνια, ο ήχος τους εξαγριώνει. Πήγαινε και κάνε την δουλειά σου όσο μπορείς καλύτερα. Να θυμάσαι πως το πιο πιθανό είναι να προσπαθήσει να σε κερδίσει προκαλώντας σου οίκτο, θα αναφερθεί στο ότι μετάνιωσε για ό, τι έκανε, πως κατάλαβε τι έκανε και στα σίγουρα θα σε διαβεβαιώσει πως δεν πρόκειται να σταματήσει την φαρμακευτική του αγωγή. Μην του υποσχεθείς τίποτα όσο επίμονα και αν στο ζητήσει και μην ξεχάσεις να ανοίξεις το κασετοφωνάκι, θα σε βοηθήσει πολύ μετά. Επικεντρώσου περισσότερο στην κάθε του κίνηση, τις γκριμάτσες που θα κάνει ενώ σου μιλάει, το πώς σου λέει κάτι και όχι το τι σου λέει. Κράτα σημειώσεις πάνω σε αυτά, αν είναι νευρικός, αμήχανος, με επιθετική διάθεση. Θα ενημερωθείς για το όνομα του εκεί. Πάρε τον φάκελο του, αλλά θέλω να μην τον διαβάσεις καθόλου. Σε θέλω ανεπηρέαστη στην πρώτη σας συνάντηση. Δεν σε φοβάμαι, όλα θα πάνε καλά».
Πήρε μια βαθιά ανάσα, τον φάκελο από την θέση του συνοδηγού και την τσάντα της και βγήκε από το αυτοκίνητο. Προχώρησε στην πύλη με σίγουρο βήμα, ανήγγειλε ποιά είναι και ποιός ο σκοπός της επίσκεψης της και την οδήγησαν σε κάποιο από τα εσωτερικά γραφεία, αφού τσέκαραν την αλήθεια των όσων είπε και την τσάντα της. Εκεί της έδωσαν να υπογράψει τα σχετικά χαρτιά και ένα πλαστικό ταμπελάκι με το όνομα της, Κα Μίχου, το επίθετο της γυναίκας που την φρόντισε από τα τέσσερα της. Το φόρεσε στο πέτο του σακακιού της και ακολούθησε τον φύλακα στον μεγάλο διάδρομο. Της φαινόταν ξαφνικά ατελείωτος και πολύ πιο στενός από ότι έδειχνε. Οι βαριές σιδερένιες πόρτες, ερμητικά κλειστές, έκρυβαν την πραγματικότητα που επικρατούσε σε κάθε κελί. Από τα περισσότερα δεν ακουγόταν τίποτα.
«Είναι οι ελαφριές περιπτώσεις εδώ» φρόντισε να της πει ο φύλακας,   «εμείς πάμε στην πιο κάτω πτέρυγα, στις πιο βαριές»
Ένιωθε τα πόδια της να τρέμουν, την καρδιά της να χτυπάει δυνατά καισαν να της κοβόταν η ανάσα.
Ηρέμησε Αρετή, είσαι εδώ για δουλειά! Σύνελθε λοιπόν γιατί θα σε πάρουν χαμπάρι! Είναι ένας άγνωστος, ένας δολοφόνος! Ένας άγνωστος είναι! Δεν σε ξέρει, δεν τον ξέρεις!
Ο φύλακας σταμάτησε έξω από μια ίδια σιδερένια πόρτα. «Εδώ βρίσκεται ο Μάρκος Ίσαρης. Μην φοβάστε, είναι τελείως άκακος, έχει πάρει και τα φάρμακα του. Βρίσκεται εδώ λόγω έλλειψης χώρου, για τίποτε άλλο και .….. »
Έπαψε να τον ακούει. Άκουσα καλά; Μάρκος Ίσαρης είπε; Δεν είναι δυνατόν!
Το μυαλό της γύρισε σε εκείνο το βράδυ, το τελευταίο που τον είδε, εκείνο το βράδυ που προσπαθούσε να την σηκώσει από το κρεβάτι της και να φύγουν, γιατί όπως της είπε είχε κάνει κάτι κακό και θα τον έπαιρναν μακριά της. Μα εκείνη, 4 χρονών παιδάκι ήταν, άρρωστη με γρίπη, που από την πολύ αντιβίωση δεν μπορούσε να σταθεί όρθια. Ακόμα και όταν σύντομα ήρθε η αστυνομία και τον πήρε, όλα της είχαν φανεί σαν ένα όνειρο. Από το ίδιο βράδυ την φρόντισε η κυρία Σοφία, η γειτόνισσα που πολλά πρωινά την κράταγε για να πηγαίνει η μητέρα της στην δουλειά. Εκείνη την μεγάλωσε, εκείνη την σπούδασε, εκείνη της είπε την αλήθεια στα 18 της. Τι είχε κάνει στην μητέρα και την θεία της, που στην δίκη δεν σήκωσε ούτε μια φορά το κεφάλι του, που δεν είχε πει ποτέ το γιατί σε κανέναν. Τότε της ζήτησε να πάνε μαζί να τον δουν, να τον γνωρίσει, να του μιλήσει, να τον ρωτήσει το γιατί. Έφτασαν μέχρι έξω από την φυλακή, μα δεν μπόρεσε να μπει. Σπούδασε ψυχολογία και μόνη της ζήτησε να ενταχθεί στην συγκεκριμένη υπηρεσία, γιατί νόμιζε πως έτσι, με κάποιον τρόπο, σε κάποια ίσως υπόθεση, θα έβρισκε όλες τις απαντήσεις στις απορίες της. Και να που τώρα η πρώτη της επαφή με κάποιον έγκλειστο ήταν με εκείνον, τον πατέρα της!
Ηρέμησε Αρετή, μόνο όσα χρειάζονται θα ρωτήσεις! Τίποτα παραπάνω!
Η πόρτα άνοιξε και εκείνη ένιωσε πως θα λιποθυμούσε.
«Κυρία Μίχου, περάστε παρακαλώ» της είπε ο φύλακας, δείχνοντας της το εσωτερικό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και με τρεμάμενα πόδια κατάφερε να μπει στο κελί του, στον χώρο του, στο σπίτι που έμενε τα τελευταία 23 χρόνια. Της έκανε εντύπωση το πόσα πολλά βιβλία υπήρχαν σε αυτοσχέδια ράφια, παιδικές χαρούμενες ζωγραφιές στους τοίχους και τσαλακωμένα χαρτιά πεταμένα στο πάτωμα. Ήταν εκεί, στο γραφείο, καθόταν στην καρέκλα, με γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα και έγραφε. Έγραφε γρήγορα λες και κάποιος θα του έπαιρνε για πάντα το μολύβι και τα χαρτιά του.
Του μίλησε μα εκείνος ούτε καν σταμάτησε. Αντέδρασε μόνο στην φωνή του φύλακα που του είπε δυνατά να της μιλήσει. Τότε γύρισε και την κοίταξε. Έγειρε ελαφρά το κεφάλι του στο πλάι και αφήνοντας το μολύβι του στο τραπέζι, της χαμογέλασε. Τον κοίταξε και δεν είδε πάνω του κάτι που να γνώριζε, κάτι που να θυμόταν.
Ένας άγνωστος, ένας ξένος….
Έμεινε αρκετή ώρα εκεί. Του συστήθηκε μόνο με το επίθετο της, του είπε γιατί βρισκόταν εκεί και πως θα του έκανε κάποιες ερωτήσεις. Εκείνος τις απάντησε όλες κοιτώντας την βαθιά μέσα στα μάτια. Εκτός από όταν τον ρώτησε γιατί έκανε ό, τι έκανε. Τότε μόνο κατέβασε το κεφάλι και της είπε απλά : «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, θα έχανα την κόρη μου. Ήθελε να με εγκαταλείψει και θα την έπαιρνε μαζί της. Το είχαν κανονισμένο. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς». Έμαθε ό, τι ήθελε να μάθει. μάζεψε τα χαρτιά της και σηκώθηκε να φύγει. Του έτεινε το χέρι της ευχαριστώντας τον για την ειλικρίνεια του και του είπε πως θα τον ενημερώσουν για το τι μέλλει γενέσθαι. Εκείνος ανταπέδωσε την χειραψία και σκύβοντας προς το μέρος της, της χαμογέλασε και της ψιθύρισε κάτι που την έκανε να ανατριχιάσει!
Απομακρύνθηκε βιαστικά από κοντά του τραβώντας έντονα το χέρι της και έτρεξε έξω. Πέταξε το ταμπελάκι στο ειδικό γραφείο και μπήκε τρέχοντας στο αυτοκίνητο της. Έπιασε σφιχτά το τιμόνι και με τα δυο της χέρια και άρχισε να το τρίβει με δύναμη. Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω στην πλάτη του καθίσματος και έκλεισε τα μάτια της. 
Δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί! Μα πως; Από τι;
Και της ήρθε η εικόνα του που χαμογελαστός της είπε:
«Χάρηκα που σε είδα Αρετή μου, συγχώρα με, φύγε, ξέχασε με, ζήσε και μην ξανάρθεις εδώ».
 
Συγγραφέας: Ανδρομάχη Κοκόση - Φοιτήτρια Tabula Rasa


1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...