Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

“O αμφικαθρέφτης” της Σοφίας Παϊδούση



Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε μία κοπέλα με την οικογένειά της σ' ένα μεγάλο κάστρο. Η Διονυσία, όπως τη λέγανε, είχε μία μεγαλύτερη αδελφή τη Μαρίνα, που ήταν παντρεμένη,  με δύο μικρά αγοράκια, και έναν μικρότερο αδελφό τον Πέτρο. Ζούσανε όλοι μαζί ευτυχισμένοι με τον πατέρα τους, τον Γεώργιο στο κάστρο. 

Το μόνο πρόβλημα που είχε η Διονυσία ήταν ότι, παρόλο που ήταν αρκετά ψηλή, ήταν δυστυχώς υπέρβαρη. Από μικρό παιδί είχε πρόβλημα βάρους, κάτι που της προκαλούσε συνέχεια προβλήματα στις διαπροσωπικές της σχέσεις. Παρόλο που προσπαθούσε να μην τρώει πολύ, και με βοήθεια από τη μητέρα της, Μαρία, έτρωγε όσο και τ' άλλα παιδιά της ηλικίας της, ήταν πάντα πιο μεγαλόσωμη απ' ότι θα έπρεπε. Η μητέρα της όμως, ενώ η Διονυσία ήταν μικρό κοριτσάκι, δυστυχώς πέθανε και εκείνη από τότε είχε κλειστεί στον εαυτό της, δεν έβγαινε και απέφευγε να κάνει παρέα ακόμα και με τ' αδέλφια της.

Μία μέρα, η γιαγιά τους, η μητέρα της Μαρίας, πεθαίνει και ο συμβολαιογράφος λίγο μετά την κηδεία, τους επισκέπτεται στο κάστρο για να τους ανακοινώσει κάτι πολύ σημαντικό. Όλη η οικογένεια μαζεύτηκε στο κεντρικό γραφείο. "Ελάτε παιδιά μου καθίστε", τους λέει ο πατέρας τους και τους προτρέπει να καθίσουν όλοι στους καναπέδες. Η Μαρίνα κάθεται πρώτη, δίπλα της πάει να καθίσει η Διονυσία, αλλά μετά από λίγο μπαίνουν οι γιοι της Μαρίνας, πάνε να κάτσουν δίπλα στη μητέρα τους, αλλά όταν βλέπουν τη θεία τους να κάθεται, νομίζοντας ότι θα τα εκσφενδονίσει με το βάρος της, στριγκλίζουν "Παναγιά μου! Θα μας ρίξει κάτω!!" και κάθονται στο χαλί. "Ηρεμίστε παιδιά! Σας παρακαλώ πολύ!", προσπαθούσε η Μαρίνα να επιβάλλει την τάξη, ενώ η Διονυσία στεναχωρημένη πάει και κάθεται μόνη της σε μία πολυθρόνα απέναντι από τον Πέτρο, που παίζοντας μ' ένα μπεγλέρι, περίμενε υπομονετικά να ανοίξει η διαθήκη. "Λοιπόν μπορείτε να ξεκινήσετε" του λέει ο Γεώργιος και ο συμβολαιογράφος ξεκίνα: 
"Εγώ η Διονυσία Παλαιολόγου, έχοντας σώας τας φρένας... μπλα μπλα μπλα... πάμε στο ψητό... αφήνω... στον καθένα από τα τρία εγγόνια μου, το ποσό των 10.000 νομισμάτων"
"Το ήξερα ότι είχε λεφτά η σκρόφα", πετάχτηκε ο Γεώργιος. 
"Ησυχία!" φώναξε η Μαρίνα, ενώ η Διονυσία δεν έβλεπε την ώρα να τελειώνουν. 
"Επίσης, στην μεγαλύτερη μου εγγονή, τη Μαρίνα, αφήνω το πολυκουζινάκι μου που πάντα ήξερα πόσο της αρέσει για να εξασκεί την τέχνη της μαγειρικής που τόσο λατρεύει". 
"Αχ τέλεια!" αναφώνησε εκείνη αγκαλιάζοντας τους γιους της. 
"Στον εγγονό μου τον Πέτρο, αφήνω το στάβλο μου με τα 3 άλογα, που πάντα περνούσε το χρόνο του εκεί, κάνοντας ατελείωτες ώρες ιππασίας. Τώρα θα μπορεί να ανοίξει και το δικό του ιππικό όμιλο και να γίνει εκπαιδευτής, που πάντα ήξερα ότι ήθελε". 
"Ναι!!! Ναι!! Ναι!!" χοροπηδούσε ο Πέτρος στο άκουσμα αυτού του δώρου. 
"Τέλος στην αγαπημένη μου και συνονόματη Διονυσία, αφήνω τον αγαπημένο μου καθρέφτη. Όσον αφορά το γαμπρό μου..." 
"Τι αυτό ήταν όλο;" διέκοψε η Μαρίνα το συμβολαιογράφο, νομίζοντας ότι κάτι θα ξέχασε σχετικά με τη Διονυσία. Ενώ η αδελφή της, από απέναντι, της έκανε νόημα να μην ασχολείται. 
"Όσον αφορά το γαμπρό μου τον Γεώργιο λοιπόν, θα διαχειρίζεται την περιουσία της οικογένειάς του". 
"Δηλαδή σε εμένα δεν άφησε τίποτα;" Φώναξε ο Γεώργιος με αγωνία. "Ηρέμισε φίλε μου... Τα υπόλοιπά τα άφησε σε ιδρύματα όπως ξέρεις", είπε ο συμβολαιογράφος. "Ποτέ μου δεν τη συμπάθησα". Νευριασμένος ο πατέρας τους σηκώνεται και φεύγει από το γραφείο, όπως  και οι υπόλοιποι.

Η Μαρίνα πήγε στην κουζίνα της και άνοιξε το πολυκουζινάκι της. Ήταν πάρα πολύ χαρούμενη. Αυτό δεν ήταν ένα απλό πολυκουζινάκι όπως πολύ καλά γνώριζε. Είχε ένα συρτάρι με όλων των ειδών τις συνταγές και όποια διάλεγες, σου έλεγε τα υλικά, τα έπαιρνες, τα έβαζες σε ένα ειδικό σκεύος όλα μαζί και μαγικά σου έφτιαχνε το πιάτο που επιθυμούσες. Η Μαρίνα πέρασε τις υπόλοιπες μέρες φτιάχνοντας ότι φαγητό επιθυμούσε ο καθένας. Ο Πέτρος από την άλλη, περνούσε σχεδόν όλη την ημέρα του στο στάβλο. Τον ανακαίνισε, τον καθάριζε, περιποιόταν τα άλογα, έφτιαξε κατάλληλα τους χώρους... Μέσα σε λίγες μέρες ο ιππικός του όμιλος ήταν έτοιμος.

Τέλος η Διονυσία, περνούσε πολύ από το χρόνο της μέσα στο δωμάτιό της. Είχε ακόμα τον καθρέφτη πακεταρισμένο. Καθόταν σκεπτική και τον κοιτούσε. "Μα τι να τον κάνω τον καθρέφτη... καλά δεν με ήξερε καθόλου;" σκεφτόταν και μετά από λίγο πηγαίνει αποφασισμένα να τον ανοίξει από τα πολλά νάιλον. Ένας τεράστιος, παλιός, σκονισμένος καθρέφτης εμφανίστηκε μπροστά της. Το τεράστιό της είδωλο άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του. Η Μαρίνα που εκείνη την ώρα περνούσε τσουλώντας ένα καροτσάκι φαγητά, έξω από το δωμάτιό της αδελφής της κοντοστάθηκε λίγο. "Ωραίος είναι". "Δεν μπορώ να καταλάβω σε τι θα μου χρησιμεύσει..." της απάντησε εκείνη απογοητευμένη, καθώς απομάκρυνε και τα τελευταία νάιλον από πάνω του.  "Ω! Θεέ μου!! Δεν μπορεί...". Η Μαρίνα  που πέρασε από την πίσω πλευρά του καθρέφτη, πάγωσε. "Τι συμβαίνει;" Τη ρώτησε με αγωνία η αδελφή της, καθώς την πλησίασε. "Δεν το πιστεύω έλα να δεις...". Η Διονυσία πήγε και στάθηκε μπροστά από την πίσω πλευρά του καθρέφτη.  "Σε δείχνει...". Η πίσω πλευρά του καθρέφτη ήταν και αυτή καθρέφτης, μόνο που, παρόλη τη σκόνη, κάποιος μπορούσε να διακρίνει καθαρά ότι η Διονυσία φαινόταν πολύ πιο αδύνατη και όμορφη απ' ότι ήταν στην πραγματικότητα. "Δεν είναι απλός καθρέφτης αυτός Διονυσία!! Είναι αμφικαθρέφτης!!!  Τον θυμάμαι που τον είχε η γιαγιά πολύ παλιά όταν εγώ ήμουν παιδάκι!". "Μα τι λες;" η Διονυσία την κοιτούσε απορημένα. "Ναι είναι μαγικός! Από τη μία πλευρά σε δείχνει όπως είσαι στην πραγματικότητα και από την άλλη όπως θα ήθελες να είσαι!! Κοίτα!" και την τράβηξε πρώτα από την κανονική πλευρά και μετά βιαστικά απ' την άλλη. "Κατάλαβες;" "Απίστευτό... έλα κι εσύ να δούμε." Η Μαρίνα πήγε και στήθηκε και από τις δύο πλευρές. Από την πίσω, φαινόταν πιο ψηλή και με κόκκινα μαλλιά. "Δηλαδή εσύ το μόνον που θέλεις ν' αλλάξεις πάνω σου είναι τα μαλλιά;" τη ρώτησε η Διονυσία. "Ναι και θα τα βάψω αργότερα μάλλον, πριν την επέτειο του γάμου μας". "Τι να πω...". Η Διονυσία κάθισε μακριά και τον χάζευε. "Λοιπόν εγώ πάω αυτά στην τραπεζαρία πριν κρυώσουν. Τα λέμε σε λίγο". 
 Η Μαρίνα κατέβασε τα φαγητά κάτω, ενώ η Διονυσία συνέχισε να χαζεύει από απόσταση τον καθρέφτη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Μέχρι και ένας καθρέφτης την κορόιδευε για τα παραπανίσια κιλά της που προσπαθούσε να ξεχάσει εδώ και χρόνια. Τελικά σηκώθηκε τον έσπρωξε προς τον τοίχο και πέταξέ ένα μεγάλο σάλι από πάνω από την κανονική του πλευρά. Δεν ήθελε να τον ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ, ίσως αργότερα να σκεφτόταν που να τον πάει. 

Στην τραπεζαρία όλοι είχαν ξεκινήσει το φαγητό. Η Μαρίνα τους είχε είδη εξιστορήσει την ιστορία με τον καθρέφτη και ο Πέτρος την κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια. "Σε δείχνει όπως θα ήθελες να είσαι ε;" Η Διονυσία κατέβηκε κάτω αλλά προχώρησε αμέσως προς την πόρτα. "Δεν θα φας εσύ;" Τη ρώτησε ο πατέρας της. "Ε.. όχι.. λέω να πάω μια βόλτα... δεν θα αργήσω." Και έφυγε. "Μα τι συμβαίνει μ' αυτό το κορίτσι;" Τους ρώτησε ο πατέρας τους. "Μάλλον θα ξεκίνησε δίαιτα!" Απάντησε ο Πέτρος γελώντας ενώ η Μαρίνα του 'κανε νόημα να σοβαρευτεί.

Η Διονυσία πήγε μια βόλτα στο πάρκο, προσπαθώντας να σκεφτεί. Παρατηρούσε άλλες κοπέλες να κυνηγούν και να παίζουν με τα παιδιά τους, ή άλλα ζευγάρια να περπατούν αγαπημένα χέρι χέρι.  Τα ζήλευε. "Άραγε θα ζήσω εγώ ποτέ τέτοιες στιγμές;" σκεφτόταν. "Είναι πολύ πιο αδύνατες όλες αυτές. Μπορούν και χαίρονται τη ζωή τους εγώ..." κάθισε σ' ένα παγκάκι με θέα προς το πάρκο ενώ άλλα παιδάκια που έπαιζαν τριγύρω την κορόιδευαν. Σηκώθηκε και έφυγε με το κεφάλι κατεβασμένο.

Όταν έφθασε στο δωμάτιό της βρήκε τον αδελφό της μπροστά στον καθρέφτη να χαζεύει και να καυχιέται καθώς είδε το είδωλο του πάνω σ' ένα πανέμορφο μαύρο άλογο,   τριγύρω να του πετάνε λεφτά και στο παρασκήνιο να υπάρχουν πολλές γυναίκες. "Τι κάνεις εκεί;" του φώναξε νευριασμένη η Διονυσία. "Τι δουλεία έχεις εδώ;""Ε... πώς κάνεις έτσι αδελφούλα... ήθελα να δω αν είναι αλήθεια αυτά για τον καθρέφτη..." της απάντησε με τρεμάμενη φωνή, καθώς ποτέ δεν την είχε ξαναδεί τόσο θυμωμένη. "Αλήθεια είναι... Τώρα πήγαινε, σε παρακαλώ  θέλω να μείνω λίγο μόνη μου" του είπε προσπαθώντας να κατευνάσει τα νεύρα της. "Εντάξει πάω...". "Τι μου φταίει και αυτός..." συλλογίστηκε η Διονυσία. "Κανένας δεν μου φταίει... ο εαυτός μου μόνο".  Πλησίασε σιγά σιγά τον καθρέφτη. Είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Τον καθάρισε από τη σκόνη. Είδε το υπέρβαρο είδωλο της από τη μία πλευρά, αναστέναξε, γύρισε από την άλλη και καθώς τον καθάρισε τελείως, είδε να αποκαλύπτεται ξεκάθαρα μία πανέμορφη λεπτή κοπέλα με όμορφα ρούχα, στο φόντο να διαγράφονται αμυδρά οι φιγούρες του συζύγου της και κάτω να κάθονται δύο παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι. "Ωραία θα ήταν" συλλογίστηκε. Πήγε να τα χαϊδέψει, όταν ξαφνικά ανακάλυψε  εκεί, στο πίσω μέρος κάτω κάτω ένα συρτάρι. Το άνοιξε με δυσκολία και βρήκε μέσα ένα γράμμα.

"Αγαπημένη μου εγγονή, αυτό το δώρο θα σε βοηθήσει να πετύχεις τους στόχους σου. Να θυμάσαι, χρειάζεται επίμονη και υπομονή και βέβαια ανθρώπους να σ' αγαπάνε και να σε βοηθούν. Με πολύ αγάπη η γιαγιά σου Διονυσία". Η Διονυσία έμεινε σκεπτική.

Το επόμενο πρωί πήγε στον ιππικό όμιλο του Πέτρου. Καθόταν από μακριά και τον χάζευε, καθώς με την καινούργια του στολή ήταν πολύ όμορφος και ήταν τόσο χαρούμενος που πλέον ήταν εκπαιδευτής. Μιλούσε με πολλά κορίτσια που ήθελαν να κλείσουν ώρες για προπόνηση. Τον πλησιάζει. "Βρε, βρε, βρε τι κάνεις; Είσαι καλύτερα σήμερα;" τη ρωτάει χαμογελαστός. "Ναι, εσύ βλέπω έχεις κάνει εξαιρετική δουλειά μ' αυτό το μέρος". "Δόξα τω Θεό. Όλα καλά, έχω και πολλές εγγραφές τώρα για μαθήματα". "Ελπίζω όλα να πάνε καλά". "Σ' ευχαριστώ, και γω. Βλέπεις είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι δικό μου και θέλω να τα καταφέρω. Εσύ γιατί ήρθες;" "Να, Πέτρο... ε... ήθελα να με βοηθήσεις με την ιππασία να χάσω κανένα κιλό... ξέρεις..." "Σοβαρά μιλάς;" την ρώτησε με ορθάνοιχτα μάτια από την έκπληξη. "Θέλεις να κάνεις ιππασία; Έχεις πολλά χρόνια..." "Ναι, από παιδάκι...σταμάτησα όχι γιατί δεν μου άρεσε, απλά, φοβόμουν μη γονατίσω το άλογο..." "Χα χα χα βρε Διονυσία!" ξέσπασε σε γέλια ο Πέτρος. "Εντάξει, θα ξεκινήσουμε αύριο πρωί πρωί, αλλά πρόσεξε, χρειάζεται και δίαιτα το ξέρεις;" "Μην ανησυχείς το χω σκεφτεί και αυτό" του είπε εκείνη κοιτώντας τον με νόημα.

"Αδελφούλα μου!!" η Διονυσία αγκάλιασε χαρούμενη την αδελφή της που ήταν μες την κουζίνα. "Τι έπαθες παιδί μου;". Η Μαρίνα παραξενεύτηκε που την είδε ξαφνικά χαρούμενη. "Αδελφούλα, θα ήθελα να με βοηθήσεις να χάσω τα περιττά κιλά, εσύ ξέρεις από΄ αυτά... μπορείς να μαγειρέψεις συνταγές χωρίς λιπαρά και να με βοηθήσεις; Σε παρακαλώ... Μονό εσύ μπορείς, εγώ δεν έχω ιδέα. Σε παρακαλώ..." την εκλιπαρούσε, καθώς η Μαρίνα την κοιτούσε έκπληκτη. "Εντάξει Διονυσία μου! Θα είναι και μια ευκαιρία να δοκιμάσουμε και τις 100αδες συνταγές που υπάρχουν σ' αυτό το συρτάρι! Άστο πάνω μου". "Σ' ευχαριστώ πολύ" της είπε και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. "Πρώτα πρώτα όμως θα σου γράψω ένα πλάνο. Εβδομαδιαίο, για το τι θα τρως ακριβώς κάθε μέρα. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ". "Εντάξει σε εμπιστεύομαι". "Πρόσεξε κακομοίρα μου, μην τυχόν και κάνεις καμιά παρασπονδία, θα το καταλάβω αμέσως, εντάξει;" την κοίταξε μες τα μάτια η Μαρίνα. "Εντάξει σου είπα! Ότι πεις". 
Η Μαρίνα έβγαλε κάτω από ένα ντουλάπι μια πολύ παλιά ζυγαριά και λίγο σκουριασμένη. Ο εχθρός της Διονυσίας. Την κοίταξε αρχικά πολύ διστακτικά, αλλά μετά από πολλές προτροπές της αδελφής της τελικά ανέβηκε. 90 κιλά έδειξε. "Μην ανησυχείς. Θα ζυγίζεσαι μία φορά την εβδομάδα και θα σημειώνουμε πως τα πας".  Η Διονυσία κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Είχε πολύ δρόμο μπροστά της σκέφτηκε. Αλλά θα έκανε ότι καλύτερο μπορούσε. Ίσως με τη βοήθεια της οικογένειάς της να τα κατάφερνε...

Ο καιρός κυλούσε και η Διονυσία περνούσε πολλές ώρες στον ιππικό όμιλο όπου ο αδελφός της,  της έκανε προπονήσεις, τρέξιμο,  ασκήσεις ενδυνάμωσης ποδιών, σιγά σιγά η Διονυσία αποκτούσε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, έγινε πιο κοινωνική έκανε παρέες με άλλα παιδιά από τη σχολή. Στο σπίτι η Μαρίνα της ετοίμαζε το φαγητό της τρεις φορές την ημέρα καθώς και τα σνακ της. Τη ζύγιζε συχνά και όποτε η ζυγαριά έδειχνε λιγότερα πανηγύριζαν και συνέχιζαν με περισσότερο κέφι προς το στόχο τους. Ακόμα και ο αμφικαθρέφτης πλέον είχε γίνει το αγαπημένο αντικείμενο της Διονυσίας μέσα στο δωμάτιο της. Κάθε μέρα που περνούσε παρατηρούσε μπροστά του πόσο αδυνάτησε και πόση λίγη διαφορά έχει πλέον από το στόχο της.

Ένα πρωί στην προπόνηση, ενώ η Διονυσία έκανε τρέξιμο, ο Πέτρος της εμφανίζει το αγαπημένο της άλογο από παιδάκι. "Δεν το πιστεύω." αναφώνησε καθώς είδε την Κλάρα. "Νομίζω ήρθε η ώρα" της είπε ο αδελφός της καθώς τη βοηθούσε ν' ανεβεί. Η Διονυσία στην αρχή φοβόταν, είχε πολλά χρόνια να ανεβεί σε άλογο. Γρήγορα όμως πήρε το κολάι και ξεκίνησε να ιππεύει μόνη της, σαν να μην το 'χε ξεχάσει ποτέ. Ο Πέτρος χαιρόταν το ίδιο και ο πατέρας τους, που περνούσε και τους καμάρωνε. Η Διονυσία ήταν πια ευτυχισμένη. 

Ένα πρωί η Μαρίνα πήγε και ξύπνησε κατενθουσιασμένη τη Διονυσία. "Ξύπνα, ξύπνα!". "Τι έγινε;" τη ρώτησε μισοκοιμισμένη. "Πρέπει να ζυγιστείς. Σήμερα κλείνεις τρεις μήνες δίαιτας. Πρέπει να δούμε τι καταφέραμε!". "Εντάξει" της απάντησε με ένα χασμουρητό. "70 κιλά!!" αναφώνησε πανηγυρικά η Μαρίνα. "Έχασες 20 κιλά Διονυσία μου! Τα καταφέραμε! Τα κατάφερες δηλαδή, μπράβο!" την αγκάλιασε σφιχτά και ένα ζεστό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο της Διονυσίας. "Τα καταφέραμε."

Ο χορός για την επέτειο γάμου της Μαρίνας και του συζύγου της Ιωάννη, δεν άργησε να έρθει και  όλα ήταν έτοιμα. Η Διονυσία είχε βοηθήσει πολύ στην προετοιμασία και η Μαρίνα είχε επιμεληθεί το φαγητό. Η Μαρίνα ήταν πολύ όμορφη στο πράσινο σατέν φόρεμα της και με κόκκινα μαλλιά, έμοιαζε σαν νεράιδα.  Το ίδιο όμορφη και περισσότερο όμως ήταν και η Διονυσία, που εκείνο το βράδυ φορούσε ένα κολλητό ασημένιο φόρεμα που τόνιζε τις καμπύλες της. Κοντοστάθηκε στον πάνω όροφο και κοιτούσε όλους τους καλεσμένους ντροπαλά. Η Μαρίνα που την είδε, της έκλεισε το μάτι. Ο Πέτρος τα 'χασε καθώς την έβλεπε να κατεβαίνει τη σκάλα. Μόλις κατέβηκε, τη φώναξε κοντά του δίνοντας της ένα ποτό. 
"Από δω η αδελφή μου η Διονυσία, απ' εδώ η φίλη μου η Ειρήνη και ο αδελφός της ο Νίκος". "Χάρηκα" είπε η Διονυσία και ο Νίκος της φίλησε τρυφερά το χέρι.   
"Θεία, μου χαρίζετε αυτόν τον χορό;" ένας από τους γιους της Μαρίνας της τραβούσε το φόρεμα και με μεγαλίστικο ύφος περίμενε μια σοβαρή απάντηση. Η Διονυσία δεν μπορούσε να μην γελάσει. "Φυσικά μικρέ".  Τον πήρε στην αγκαλιά της και άρχισαν να χορεύουν βαλς. Ο πατέρας τους, που παρακολουθούσε όλο το σκηνικό, ήταν πολύ υπερήφανος για τα παιδιά του. "Μακάρι να ζούσε και η Μαρία να τα 'βλεπε όλα αυτά" σκέφτηκε. 

Ένα χρόνο μετά, στο ετήσιο μνημόσυνο της γιαγιάς Διονυσίας, ήταν όλοι εκεί. Στο τέλος όλοι έφυγαν από τον τάφο με τελευταία τη Διονυσία που, παρά την προχωρημένη εγκυμοσύνη της στεκόταν μπροστά στον τάφο με ένα μπουκέτο λουλούδια. "Θα έρθεις αγάπη μου;" Ακούστηκε μια φωνή λίγο πιο πίσω. Ήταν ο σύζυγος της ο Νίκος. "Έρχομαι, αμέσως." "Η καημένη, είχε καταλάβει  το πρόβλημα μου, παρόλο που ποτέ δεν μιλήσαμε ανοιχτά γι αυτό". σκέφτηκε. "Σ' ευχαριστώ γιαγιάκα μου... "Θεός σχωρέστην..." είπε και άφησε το μπουκέτο πάνω απ' τον τάφο της.

Η Διονυσία συνέχισε τη ζωή της στο κάστρο παρέα με την οικογένεια της. Πλέον δεν της έλειπε τίποτα. Το είδωλο στην πίσω πλευρά του αμφικαθρέφτη ήταν σχεδόν το ίδιο πια με την πραγματικότητα. Είχε μια όμορφη οικογένεια και όποτε μπορούσε βοηθούσε τον Πέτρο στον ιππικό όμιλο, ή τη Μαρίνα με τα φαγητά. Όσο για τον αμφικαθρέφτη; Αυτόν τον πακετάρανε και τον έβαλαν στην αποθήκη γιατί ήταν μεγάλος πειρασμός. Ίσως αν ποτέ προκύψει κάποιο σοβαρό πρόβλημα στην οικογένεια να τον ξαναχρησιμοποιήσουν, αλλά πάντα με τη βοήθεια των άλλων, γιατί αυτό είναι το πιο σημαντικό για να πετύχεις τους στόχους σου όπως έλεγε και η γιαγιά: επιμονή, υπομονή και υποστήριξη  από την οικογένεια. Μέχρι τότε όμως...

Συγγραφέας: Σοφία Παϊδούση - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...