Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

“Για μια καλύτερη ζωή” της Γιούλης Μακρή



Ήταν μία η ώρα, μεσημέρι. Στεκόμουν στο γραφείο μου στη δουλειά, σαν χαμένος. Μόλις είχα γυρίσει από το γραφείο του Διευθυντή. Έρχονταν στη σκέψη μου τα λόγια του και πέρναγαν από τα μάτια μου σαν ταινία οι σκηνές της μελλοντικής ζωής μου. Όση ώρα μου μίλαγε, είχα μείνει ακίνητος. Ένιωσα τον εαυτό μου αδύναμο και να μην μπορεί να αντιδράσει. Δεν κατάφερα να βγάλω λέξη. Εκτός από κάποια «μα…», στα οποία και με διέκοπτε, δείχνοντάς μου ότι δεν ήθελε να συνεχίσω. Μου μίλησε ειλικρινά και απλά, κατανοητά. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε άλλη λύση για την επιχείρησή του, όπως μου είπε.  Έπρεπε να κάνει περικοπές, για να επιβιώσει στο δύσκολο καιρό της οικονομικής κρίσης, που περνάει η χώρα μας. Έπρεπε να μειώσει το λειτουργικό κόστος. Ένα μέρος του κόστους αυτού, ήμουν κι εγώ. 

Είχαν κολλήσει στο μυαλό μου οι λέξεις «περικοπές», «λειτουργικό κόστος». «Περικοπές»….. «λειτουργικό κόστος»… Ένιωθα το μυαλό μου να χρειάζεται μερικά λεπτά, για να μπορέσει να συνειδητοποιήσει, να εμπεδώσει  και να επεξεργαστεί αυτές τις πληροφορίες. Αυτά τα λίγα λεπτά υπήρχε απόλυτο κενό.  Μούδιασε ολόκληρο το σώμα μου. Τα χέρια μου άρχισαν να ιδρώνουν. «Περικοπές»… «Λειτουργικό κόστος»…… 

Τα μάτια μου έκαιγαν. Οι εικόνες μπροστά μου ήταν θολές. Δεν έβλεπα καθαρά. Το στομάχι μου ήταν σαν πέτρα, πέτρα βαριά. Τα πόδια μου δεν τα ένιωθα καθόλου. Σαν να ανήκαν σε άλλο σώμα. Σαν να τα όριζε άλλος νους. Δεν μπορούσα να τα κινήσω. Άρχισαν να λυγίζουν, να λυγίζουν…. ώσπου σωριάστηκα  στην πολυθρόνα του γραφείου μου. Τα ιδρωμένα χέρια μου ακουμπούσαν στα χερούλια. Τα έτριβα δυνατά πάνω στα χερούλια, προσπαθώντας να προκαλέσω το νου μου και το σώμα μου να αντιδράσουν. Σαν από άλλη διάσταση, άκουσα τη φωνή ενός συναδέλφου μου «Είσαι καλά; Τι έπαθες; Να σου φέρω νερό;» Προσπάθησα να απαντήσω αλλά ήταν αδύνατον. Το μόνο που κατάφερα ήταν να κουνήσω το κεφάλι μου, λίγα χιλιοστά, δίνοντας μια αρνητική απάντηση. Ο συνάδελφός μου δεν συνέχισε και ένιωσα ότι έφυγε. Έκλεισα τα μάτια  μου προσπαθώντας να συνέλθω. Και τότε είδα στιγμές της μελλοντικής μου ζωής να περνούν σαν πλάνα ταινίας. Είδα τη μάνα μου να κλαίει. Το μικρό μου αδερφό  να δουλεύει αντί να σπουδάζει. Τη γυναίκα μου να βρίσκεται σε μια ουρά μπροστά στην εκκλησία, περιμένοντας με ένα κατσαρολάκι για το συσσίτιο. Το μικρό μου γιο να λιποθυμάει από την πείνα στο θρανίο. Τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος που μένουμε όλοι μαζί, να φωνάζει και να μας διώχνει. 

Τα μάτια μου πλημμυρισμένα από τρόμο, άνοιξαν διάπλατα ουρλιάζοντας. Ένα ουρλιαχτό χωρίς ήχο. Οι χτύποι της καρδιάς μου γίναν έντονοι και δυνατοί. Τους άκουγα καθαρά. Χτυπούσαν ρυθμικά, δυνατά, με έντονο γοργό ρυθμό, σαν τύμπανα από αρχαία τραγωδία. Μέσα από τους ήχους της προσπαθούσε να βγει έξω και να ακουστεί, μια φωνή. Μια φωνή αντρική. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τι έλεγε. Σιγά - σιγά οι χτύποι άρχισαν να χαμηλώνουν την έντασή τους και η φωνή ξεπρόβαλε στα αυτιά μου. 
«Σήκω παιδί μου, τίποτα στη ζωή δεν είναι εύκολο. Σήκω αγόρι μου, μη φοβάσαι. Μόνο σήκω». Ήταν η φωνή του πατέρα μου. 

Μια δύναμη με περιέβαλε, που πήγαζε από μέσα μου. Τα πόδια μου δυνάμωναν σιγά-σιγά και οι εικόνες μπροστά μου ξεκαθάριζαν. Σηκώθηκα και άρχισα αμίλητος να μαζεύω τα πράγματά μου. Κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι θα τα καταφέρω. Η φωνή του πατέρα μου, με συντρόφευσε μέχρι το σπίτι μου.

Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα μόλις μπήκα μέσα, ήταν ο μικρός μου αδερφός. Είχε την τσάντα του στον ώμο και έφευγε για το φροντιστήριο. Τρίτης Λυκείου παιδί. Τον πατέρα μας τον χάσαμε πολύ μικρά. Η μητέρα, μας μεγάλωσε καθαρίζοντας σπίτια και με την πενιχρή σύνταξη που της άφησε ο πατέρας. Τώρα εγώ ήμουν το στήριγμά τους. Ήμασταν πάντα πολύ δεμένοι οι τρεις μας. Περάσαμε δύσκολα χρόνια, αλλά τα καταφέραμε να ζούμε με αξιοπρέπεια. Άκουσα τη φωνή μου να του λέει «Να προσέχεις» και αμέσως μετά, την πόρτα να ανοίγει και να κλείνει. Η μητέρα μου έστρωνε το τραπέζι για φαγητό. Έφαγε ο μικρός, όπως μου είπε και η γυναίκα μου θα ερχόταν σε λίγο, φέρνοντας το μικρό μου γιο από το σχολείο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή τα μάτια μας δεν είχαν συναντηθεί. Το απέφευγα. Ήξερα ότι θα καταλάβαινε την κατάστασή μου. Της μιλούσα χωρίς να την κοιτώ. Δεν ήθελα να της πω ότι με απολύσανε. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Με την αποζημίωση που μου έδωσαν θα τα έβγαζα για λίγο πέρα, μέχρι να έβλεπα τι θα κάνω. Όχι, δεν έπρεπε κανείς να το μάθει ακόμα. Κάθισα στο τραπέζι και ξεκίνησα το διάβασμα της εφημερίδας μου. Μια συνήθεια που με ακολουθεί χρόνια. Έκανα πως διάβαζα, με σκυμμένο το κεφάλι. Ήξερα ότι αν δεν το έκανα αυτό, θα με ρωτούσε «Δεν θα διαβάσεις την εφημερίδα σου;» και αυτό θα σήμαινε ότι κάτι έχω, κάτι μου συμβαίνει. Κοίταζα τα γράμματα στο φυλλάδιο, χωρίς να τα διαβάζω και οι σκέψεις μου τρέχανε, μπερδεμένες και ανακατωμένες:

«Πρέπει να βρω καινούρια δουλειά. Άμεσα. Με απολύσανε. Με απολύσανε γιατί ήμουν ένα λειτουργικό κόστος. Ένα λειτουργικό κόστος που δημιουργούσε ζημιά. Λειτουργικό κόστος. Μα όταν ένα λειτουργικό κόστος δημιουργεί ζημιά, σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα στη λειτουργία της επιχείρησης. Μειώνοντας το κόστος αυτό, η επιχείρηση θα υπολειτουργεί. Υπολειτουργεί. Η λέξη που ταιριάζει για την Ελλάδα και τους Έλληνες σήμερα. Όλα υπολειτουργούν. Υπο-λει-του-ργούν. Περίεργη και αλλόκοτη λέξη. Με μια απλή πρόθεση, αλλάζει η λέξη λειτουργώ. Λειτουργός. Λειτουργία. Πρέπει να βρω καινούρια δουλειά. Άμεσα. Το φροντιστήριο του μικρού, το φαγητό μας, η βενζίνη, το πετρέλαιο, το ενοίκιο. Η οικογένεια. Δύσκολους καιρούς περνάμε».

Τις σκέψεις μου διέκοψε η φωνή του μικρού μου «Μπαμπά!!». Έπεσε στην αγκαλιά μου και είδα τα ματάκια του τόσο χαρούμενα. Είχαν πάει εκδρομή στην Ακρόπολη. Ήταν πολύ ενθουσιασμένος. Οι σκέψεις μου συνέχισαν την τρελή πορεία τους :

«Η Ακρόπολη. Μια χώρα που έχει ένα τέτοιο θησαυρό, μια τέτοια ιστορία, να υπολειτουργεί. Ποιος φταίει; Μπορεί εμείς. Μπορεί η εξουσία. Μπορεί οι ξένοι τάχα υποστηρικτές μας. Μπορεί η υπερκατανάλωση. Μπορεί. Ίσως. Και τώρα τι γίνεται; Τι να πω εγώ σ’ αυτά τα ματάκια που με κοιτούν, τόσο ενθουσιασμένα. Το στόμα του δεν σταματούσε, λέγοντάς μου αυτά που γνώρισε και έμαθε σήμερα.»

Η γυναίκα μου, με κοίταζε όλη την ώρα. Το βλέμμα της μου έλεγε πολλά. Ναι, είχε καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει. Η γυναικεία διαίσθηση. Δεν είπε τίποτα όμως. Ήξερα ότι θα με ρωτούσε όταν μέναμε μόνοι.

Καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι. Φάγαμε. Σχολιάσαμε τα της ημέρας ο καθένας με το δικό του τρόπο. Απέφευγα να μιλώ πολύ.

Ο μικρός πήγε στο δωμάτιό του για να διαβάσει. Η μητέρα μου μαζεύοντας το τραπέζι πήγε στην κουζίνα.

Έμεινα μόνος με τη γυναίκα μου στην τραπεζαρία. Με κοιτούσε χωρίς να μιλάει. Με ένα βλέμμα που με παρότρυνε να μιλήσω. Ξεκίνησα με ψέματα. Ότι τάχα είμαι κρυωμένος, κουρασμένος, ούτε θυμάμαι τι έλεγα. Η σιωπή της συνεχιζόταν και το βλέμμα της επέμενε να ακούσει την αλήθεια. Της τα είπα όλα και της ζήτησα να γίνει συνεργός μου. Δεν ήθελα να μάθει κανείς ακόμα. Δε συμφώνησε, λέγοντάς μου ότι δεν πρέπει να το κουβαλάω μόνος μου όλο αυτό και πρότεινε να καθίσουμε όλοι μαζί να το συζητήσουμε και να βρούμε τρόπους αντιμετώπισης, λύσεις. Με έπεισε. Ένιωσα αυτή η βαριά πέτρα από το στομάχι μου να διαλύεται σιγά – σιγά. Αλληλεγγύη, κατανόηση, υποστήριξη, επικοινωνία, προσπάθεια, είναι αυτά που μπορούν να βοηθήσουν τους Έλληνες, αυτή τη στιγμή.

Όλα άρχισαν να αλλάζουν μέσα μου. Οι σκέψεις μου ηρέμησαν. Μπήκαν σε τάξη. Το βράδυ της ίδιας μέρας, καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι, για να συζητήσουμε το τόσο σημαντικό θέμα της απόλυσής μου, αλλά και λύσεις και τρόπους αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετωπίζαμε σαν οικογένεια. Δεν πίστευα, τις τόσες λύσεις, που άκουγα απ’ τον καθένα. Τι θα μπορούσαν να κάνουν. Μέχρι και από το μικρό μου γιο, που πρότεινε να πουλάει μαλλί της γριάς στο σχολείο. Ο αδερφός μου είπε να σταματήσει το φροντιστήριο και να μην παίρνει χαρτζιλίκι. Η γυναίκα μου είπε ότι θα φτιάχνει μαρμελάδες σε βαζάκια και θα τα προωθεί πόρτα – πόρτα σε μικρομάγαζα.  Η μητέρα μου σιωπηλή και σκεφτική, για αρκετή ώρα δεν μιλούσε. Οι ιδέες από τους υπόλοιπους έπεφταν η μία μετά την άλλη. Πόσο ενθουσιασμένοι και περήφανοι ένιωθαν για τις σκέψεις τους. Πόσο όμως κι εγώ περήφανος ένιωσα για την αγαπημένη μου οικογένεια. 
Δεν γινόταν όμως όλα αυτά να τα δεχτώ. Έπρεπε να βρω μια καινούρια δουλειά, όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό. Από την επόμενη μέρα θα ξεκινούσα το ψάξιμο. Και ενώ ήμασταν έτοιμοι να πάμε για ύπνο, ζήτησε η μητέρα μου να πει μια λύση που σκέφτηκε. Τόση ώρα που μιλάγαμε, ήξερα ότι εκείνη δούλευε στο μυαλό της να βρει μια λύση να προτείνει. Η φωνή της ήταν πάντα ήρεμη και σταθερή, «Τα πράγματα είναι δύσκολα», είπε. «Ήδη και όταν  δούλευες παιδί μου, με τη μείωση του μισθού σου και της σύνταξής  μου, με δυσκολία μπορούσαμε να αντεπεξέλθουμε». «Μίλησα με την αδερφή μου στο Βόλο. Είναι πολύ άρρωστη και από τότε που πέθανε ο άντρας της ζει μόνη της, το ξέρετε». Όσο μιλούσε η μητέρα μου, παρατήρησα ότι όλοι την ακούγανε με ενδιαφέρον. Κανείς δεν την διέκοψε. Η φωνή της συνέχιζε ήρεμη και σταθερή. «Το ενοίκιο αυτή την εποχή είναι μεγάλο έξοδο. Ο μικρός θα δώσει Πανελλήνιες όπου να ναι.  Αν με το καλό περάσει στο Πανεπιστήμιο, ας είναι στο Βόλο». Δεν καταλάβαινα πού ήθελε να φτάσει.   «Η αδερφή μου έχει ένα σπίτι στο Βόλο, αρκετά άνετο, κληρονομιά απ’ τον άντρα της. Ίσως αν πηγαίναμε να ζήσουμε εκεί; Να της σταθώ και 'γω λίγο. Εκείνη μου το ζήτησε. Φροντίδα, αγάπη και παρέα θέλει. Είναι μέρες που μου το χει πει, αλλά δεν τολμούσα να σας το ζητήσω, να φύγετε από την Αθήνα. Είχες τη δουλειά σου. Τώρα όμως, μήπως να το σκεφτείτε; Αν μείνουμε μαζί της, δεν θα έχουμε το βάρος του ενοικίου.  Μήπως να έψαχνες για δουλειά εκεί; Έχει και Πανεπιστήμιο για τον μικρό».   
Η φωνή της σταμάτησε εκεί. Περίμενε με αγωνία τις αντιδράσεις μας. Δεν μίλησε αμέσως, κανείς μας. Οι σκέψεις μου άλλαζαν τροχιά: «Στο Βόλο. Επαρχία. Είναι μια λύση. Θα μπορούσα να προσπαθήσω να βρω δουλειά εκεί. Αποκέντρωση. Ίσως και η γυναίκα μου να φτιάξει τις αγαπημένες μαρμελάδες της. Στην επαρχία θα είναι πιο εύκολα. Κάπου είχα διαβάσει ότι οι οικογένειες για να μειώσουν τα έξοδά τους συρρικνώνονται. Αλληλεγγύη. Βοηθώντας ο ένας τον άλλο».

Είδα όλους να χαμογελούν. Να το σκέφτονται. Να κοιτάζονται μεταξύ τους. Είδα να φαίνεται αχνά μπροστά μας ένας δρόμος. Ένας δρόμος ανοιχτός, γεμάτος ελπίδα. Ένας δρόμος της οικογένειάς μου, για μια καλύτερη ζωή.  Ήμασταν όλοι έτοιμοι να τον διαβούμε. 

Συγγραφέας: Γιούλη Μακρή - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...