Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

“Η κοσμοναύτης Αγάπη” της Γεωργίας Σακκά Ντάουερ



Στα δέκατα γενέθλια μου, μετά από ένα τέλειο πάρτι, έλαβα ένα τρελό δώρο από τους γονείς μου. Ένα βιβλίο με τίτλο «Ο Μικρός πρίγκιπας», δεν ήταν μόνος, μέσα του υπήρχε ένας φάκελος. Τράβηξα ένα εισιτήριο, SPACE TRAVEL, όνομα επιβάτη «ΑΓΑΠΗ  Π».

«Θα γίνεις κοσμοναύτης», μου είπε ο μπαμπάς, «Μια μέρα θα ταξιδέψεις στο διάστημα».  Με έπιασαν τα κλάματα, του είπα ότι φοβάμαι τους εξωγήινους και ότι θα προτιμούσα να πάω στη Disneyland. Τον πιασαν τα γέλια «Μην φοβάσαι Αγάπη, πιο πολλούς έχει εδώ παρά στο διάστημα, θα έχεις μεγαλώσει μέχρι τότε, θα είναι μοναδικό. Θα γίνεις κοσμοναύτισσα, εξάλλου δεν θα είσαι μόνη, θα έχεις έναν πρίγκιπα μαζί σου», είπε ενώ μου έδειξε το βιβλίο.
Εκείνο το καλοκαίρι ο μπαμπάς «έφυγε», έγινε αστέρι. Τα αστέρια ζουν στο διάστημα, ίσως το ταξίδι δεν είναι και τόσο κακή ιδέα τελικά.

Χίλιες φορές το διάβασα, έφτιαξα πολλούς πλανήτες, ταξίδευα συχνά, είχα και ιδιοκτησία τον  Α 234.
Η μαμά με πήρε τηλέφωνο νωρίς το πρωί,
«Χρόνια πολλά Αγάπη μου».
«Μανούλα μου, σε ευχαριστώ».
«Ακόμα κοιμάσαι παιδί μου;»
«Διάβαζα κάτι ως αργά»
«Αχ Αγάπη, η ηλικία σου θυμίζει θερμοκρασία πυρετού και εσύ ταξιδεύεις ακόμα στον Α234».
Το έκλεισα και ξανακοιμήθηκα. Όλη την μέρα έμεινα στο κρεβάτι, είχα όρεξη για χουζούρι. 

Εκείνη την μέρα έλαβα έναν φάκελο, την ημέρα των γενέθλιων μου.
Έντυπα, πληροφορίες, αιτήσεις. Το πρώτο ταξίδι στο διάστημα, ανάμεσα στους πλανήτες, τα αστέρια, τον μπαμπά.

Δεν άντεχα να περιμένω, επιβιβάστηκα από τους πρώτους. Πρόσδεση, αναγγελία,  5 4 3 2 1, μπχχχχχ. Μοναδικό. Σύντομα βγήκαμε στη στρατόσφαιρα, μπήκαμε σε πορεία, σταμάτησαν οι κραδασμοί, έσβησαν  η φλόγες, το ταξίδι ξεκινούσε. Πριν προλάβω να πιώ τον χυμό που μου πρόσφερε η κοσμοσυνοδός, ακούω ένα καμπανάκι και μια ανακοίνωση, «Επιβάτης Αγάπη Π. Αποβίβαση, φτάσατε στον προορισμό σας, πλανήτης  Α234». Σηκώνομαι και προχωρήσω προς την έξοδο, «Ευχαριστούμε που ταξιδέψατε με τη SPACE TRAVEL, ελπίζουμε σε ένα από τα επόμενα ταξίδια να σας έχουμε κοντά μας».

Πριν κλείσει την πόρτα πίσω μου, προσθέτει, «Το τρενάκι περνά κάθε 23 λεπτά, θα σας μεταφέρει στην πόλη». Λες να μην το ξέρω, σκέφτηκα, εγώ έφτιαξα τα δρομολόγια. Δεν άργησε να φανεί το σκουλήκι express. Από μικρή είχα να μπω στο πράσινο σκουλήκι, χωρούσα όμως τέλεια στη θέση μου.

Οι γειτονιές του Α234 ήταν πολύχρωμες κυριαρχούσαν τα δεντρόσπιτα, υπήρχαν όμως και σπίτια στο έδαφος, για όσους είχαν υψοφοβία. Τα δέντρα ήταν τεράστια στα περισσότερα κρέμονταν καρδιές που το βράδυ φώτιζαν, στο κέντρο της πόλης υπήρχε ένα σιντριβάνι που ανέβλυζε πολύχρωμο κομφετί. Στον πλανήτη δεν είμαι μόνη, υπάρχει Όρος στο συμβόλαιο, είναι ευπρόσδεκτα τα παιδιά και όσοι νιώθουν παιδιά.  Σκαρφάλωσα γρήγορα-γρήγορα στο σπίτι μου, ήταν όλα όπως τα είχα αφήσει στα όνειρά μου. Ήταν πολύ πρωί και όλοι κοιμόντουσαν, πήρα την κιθάρα μου και ξεκίνησα για την θάλασσα. Στην αγαπημένη μου. Έτρεξα με τα γυμνά μου πόδια στα κουφετένια βότσαλα μέχρι να φτάσω στην άκρη της, στα βράχια που τραγουδάνε. Εκεί πάνω έκανα τα  περισσότερα μαθήματα κιθάρας, εγώ έπαιζα και αυτά κελαηδούσαν σαν πουλιά. Τότε ήταν που άκουγε το χάρτινο φεγγαράκι του ουρανού μου, ότι το καλώ και φώτιζε πιο πολύ, σαν να ήθελε να μου πει πως με ακούει.
 
Άρχισα να γρατζουνάω  την κιθάρα μου και τα βραχάκια ξύπνησαν και το φεγγαράκι φώτισε και ο πρίγκιπας εμφανίστηκε. Δεν ήταν μόνος. «Ξυπνήσαμε όλη την πόλη είπα στα βραχάκια». Γνωριστήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, δώσαμε φιλιά, όχι από δυο, από χιλιάδες. Εκείνο το βράδυ δεν έμεινα μαζί τους. Κρέμασα την κούνια μου από τον πλανήτη, είχα όρεξη για κουβέντα με τα αστέρια και πιο πολύ με τον μπαμπά μου. Ενώ κουνιόμουν ανάμεσα τους μέσα στη διάδοχη των περασμάτων τους… Να, φάνηκε.

«Αγάπη, αγάπη μου».
«Μπαμπά μου, μπαμπάκα μου».
«Τι υπέροχος που είναι ο κόσμος σου, αγάπη μου».
«Εσύ μου το χάρισες, το ξέχασες;».
«Εγώ στον έδειξα, εσύ τον έφτιαξες. Είμαι πολύ περήφανος που δεν χάθηκε στον δρόμο η Αγάπη μου». 
Και χάθηκε εκείνος, μέσα στην διαδοχή των περασμάτων.

Στον Α234 υπήρχαν και ζώα. Βρήκα και την Λενιώ, τη φουντωτή
γάτα της γιαγιάς. Ήμουν δώδεκα όταν «χάθηκε», εγώ έψαξα με όλη μου τη δύναμη, την βρήκα και την έστειλα εδώ. Και η χελώνα μου, ο κεραυνός, εδώ ήταν. Σε μια διαδρομή προς τα βουνά της ζάχαρης και το ποτάμι της κανέλας συνάντησα έναν ελέφαντα, «Μπορώ να σε μεταφέρω» προσφέρθηκε «Όταν το επιλεγώ δεν με ενοχλεί καθόλου» δεν δέχτηκα, δεν ήθελα να τον κουράσω, τόσα κιλά καβάλαγε από μόνος του. Περπατήσαμε μαζί μέχρι εκεί, χέρι προβοσκίδα .

Το εργαστήρι ήταν έτοιμο. «Είμαι ο μικρός Θωμάς, είμαι γλυκός σαν μπακλαβάς, έχω όνειρα πολλά ζουμερά λαχταριστά  που μυρίζουν κανέλα, σαντιγί και καραμέλα» μου συστήθηκε ο μικρός αρχιζαχαροπλάστης και υπεύθυνος για την τούρτα  έκπληξη. Σήμερα θα γιορτάζαμε τα γενέθλια του γηραιότερου κατοίκου του Α234. Του σοφού.

Ο σοφός ήταν παραμυθάς. Είχαν μεγαλώσει πολλές γενιές με τα παραμύθια και τη σοφία του. Ζούσε σε ένα σπίτι εδάφους, δεν είχε υψοφοβία αλλά δεν μπορούσε πια να σκαρφαλώσει στο δεντρόσπιτο. Έμοιαζε γύρω στα τριακόσια, μα όση σπίθα έλειπε από το κορμί του είχε συσσωρευτεί στα μάτια του. Εκείνα έμοιαζαν να ανήκουν σε κάποιον που ήταν τριών.

Όλος ο πλανήτης μαζεύτηκε στην αυλή του σοφού εκείνο το βράδυ, η τούρτα έτοιμη η καρδούλες φώτιζαν, τραγούδησαν και τα βραχάκια μαζί μας το τραγούδι των ευχών. Όλοι όπως κάθε βράδυ γίναμε ένα. Στην αγκαλιά μου κούρνιασε και πολύ ένας χουχουλιάρης πιγκουίνος ο Μίνως. Ο σοφός ξεκίνησε, όλοι σώπασαν ακόμα και το σιντριβάνι. Ο Μίνως δεν προλάβαινε ποτέ το τέλος των ιστοριών του παραμυθά, τον έπαιρνε ο ύπνος . Σήμερα δυο γαρίδες είχαν αράξει πάνω στα μάτια του Μίνου και άκουσε το τέλος.

Εκείνη τη νύχτα τον πλησίασα, ήθελα να του ευχηθώ προσωπικά, είχα και μια απορία:
«Καλώς την Αγάπη», μου είπε.
«Χρόνια πολλά σοφέ μου, να τα χιλιάσεις».
«Έχουμε καιρό», μου απάντησε χαμογελώντας.
«Παραμυθά μου, γιατί είμαστε τόσοι λίγοι μεγάλοι στον Α234;» ρώτησα.
«Το μυστικό είναι να μην αφήσεις το παιδί που έχεις μέσα σου, να μεγαλώσει μαζί σου», σώπασε για λίγο και συνέχισε, «Αυτή θα είναι η αποστολή σου, τώρα που θα γυρίσεις πίσω μικρή μου, να τους θυμίσεις τη μαγεία».
«Γιατί δεν τους το έλεγες νωρίτερα, σοφέ μου παραμυθά;»
«Εγώ ποτέ δεν σταμάτησα Αγάπη, εκείνοι σταμάτησαν να διαβάζουν βιβλία».


Συγγραφέας: Γεωργία Σακκά Ντάουερ - Φοιτήτρια Tabula Rasa

1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...