Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

''Άνοιξε την θύρα των φόβων σου'' του Ιωάννη Βλάχου



Tο λιγοστό φως από το κεράκι που κόντευε να σβήσει πάνω στο μικρό τραπεζάκι του διαδρόμου δε με εμπόδισε να φτάσω μια ανάσα από την βαριά ξύλινη πόρτα. Είχα ξαναβρεθεί στο κατώφλι της κι άλλες φορές όμως τούτη τη νύχτα υπήρχε ρητή εντολή να την ανοίξω, όσο κι αν ο φόβος είχε μειώσει τους χτύπους της καρδιάς μου. Έπιασα αργά αργά το κρύο μεταλλικό πόμολο, τα δάχτυλα πάγωσαν μεμιάς, ήξερα καλά πως οι δισταγμοί θα ήταν έντονοι, όλα τα κύτταρα σε υπερδιέγερση. Τα χείλη σχεδόν μάτωσαν από το δάγκωμα, τα βλέφαρα ανοιγόκλειναν γρήγορα πασχίζοντας να βρουν την κατάλληλη όραση για να αντιμετωπίσουν ότι ερχόταν... 

Ελαφρύ σπρώξιμο, περιμένοντας να ακουστεί το τρίξιμο από τους αλάδωτους μεντεσέδες μα κανένα αποτέλεσμα. Κατάλαβα αμέσως, όλα αυτά που υπήρχαν πίσω από την πόρτα την κάνανε να βαραίνει ακόμα πιο πολύ... Δίσταζα μα δε μπορούσα να παραβώ την εντολή… ''Σήμερα θα ανοίξεις την πόρτα''.
Βαθιές ανάσες, αυτοσυγκέντρωση όπως οι ετοιμόγεννες πριν το μεγάλο πόνο. Πολλές φορές κρυφοκοίταζα από το μικρό ματάκι της πόρτας. Παντού σκοτάδι! Ήταν φορές που διέκρινα καθαρά... Σφιγγόταν το στομάχι, άφηνα κάποια δάκρυα να ξεπλύνουν τα μάτια μα ο φόβος αντιμετωπιζόταν. Ημίμετρα θα πείτε και θα έχετε δίκιο μα κανείς δε μπορεί να με κατηγορεί πριν ανοίξει τη δική του πόρτα.

Μια τελευταία ανάσα, κλείνω τα βλέφαρα με όση δύναμη μπορώ και πέφτω απαλά προς το παλιό ξύλο της πόρτας, υποχωρεί δίχως πολλά τριξίματα. Ασυναίσθητα, δυο τρία αμφίβολα βήματα κρατώντας τα βλέφαρα στην ασφαλή κατάσταση τους. Σιγή, σχεδόν ταφική. Δε ξεγελιέμαι, μυρίζω στον αέρα εκείνες τις οσμές τις γνώριμες. Η υγρασία παρούσα, αργά αργά απασφαλίζω τα βλέφαρα. Ήδη άρχισαν οι ψίθυροι να τριγυρνάνε σαν αερικά στο σκοτάδι που μόλις  αντικρίζουν τα μάτια. Καθώς  ξεκινάει το ξεθάμπιασμα της  όρασης οι ψίθυροι μου χαϊδεύουν τα αυτιά. Ξέρω καλά πως είναι όλοι τους εκεί. Κανείς δε θα λείπει. Τρομάζω... Φοβάμαι μα πλέον είμαι μέσα, ακούγεται κάτι να σέρνεται όλο και πιο γρήγορα... Η πόρτα κλείνει μόνη της ανεξήγητα, το αίμα μου παγώνει, αλλάζει χρώμα. Άσπρο σαν το χιόνι. Τα μάτια συνηθίζουν στο σκοτάδι οι ήχοι καθάριοι στα αυτιά πια.

Πρώτος με πλησιάζει ο πιο πρόσφατος φόβος μου. Εκείνος του λευκού χαρτιού, να θες να γράψεις να βγάλεις τα εσώψυχα σου με το μολύβι για σπαθί και να μη μπορείς. Είναι ο μόνος που αντέχω να κοιτώ κατάματα. Με επεξεργάζεται, νιώθω την ανάσα του στα μαλλιά μου, θαρρείς και ψάχνει μες στο κεφάλι μου. Τολμώ και προχωράω ένα μέτρο πιο βαθιά στο δωμάτιο, τα πόδια μου σκοντάφτουν σε κάτι απροσδιόριστο. Στρέφω το βλέμμα μου και τότε τον βλέπω… 

Ο παιδικός φόβος της απώλειας τον γονιών μου αμέριμνος, καθισμένος στο πάτωμα μου χαμογελά. Παίρνω απόφαση και μετακινούμαι ακόμα λίγο αποφεύγοντας τον. Τότε με σκεπάζει κάτι σαν πέπλο, οι ψίθυροι μεμιάς μετατρέπονται σε ουρλιαχτά. Γνώριμες χροιές, φίλοι και φίλες που πήραν άλλα μονοπάτια, θηλυκά που χάραξαν την καρδιά μου, μα και ανησυχία για όσους θα σβήσουν τα χνάρια τους συνειδητά ή όχι. Τρέμω, σηκώνω και κλείνω τα αυτιά μου με τις παλάμες.

Μα να τότε μέσα από το βρώμικο υγρό τοίχο που στέκεται αγέρωχος απέναντι μου, αναδύεται μια οσμή επικίνδυνη. Σε ξέρω εσένα φωνάζω... Φύγε... Μοναξιά... Πόσο φοβάμαι πώς θα ‘ρθει μια νύχτα και δε θα έχω πλάι μου καμιά από όσες λάτρεψα και όσες θα αγαπήσω!!! Η μυρωδιά εισχωρεί στα ρουθούνια, μπαίνει σε κάθε κύτταρο. Ανατριχίλα! Αφήνω ελεύθερα τα αυτιά και τρέχω με ορμή προς τον τοίχο. Να στηριχτώ κάπου, μην πέσω σκέφτομαι...αν πέσω θα με λιώσουν. Ίλιγγος, σαν αυτόν που με επισκέπτεται όταν κοιτάω κάθετα από ψηλά!

Δεν αντέχω, ακουμπάω την πλάτη μου στο φθαρμένο τοίχο, κλείνω τα μάτια και πασχίζω να σκεφτώ κάτι όμορφο. Ένα νησί μακριά από εδώ καλοκαίρι, ζέστη, βουτιές. Άξαφνα κενό στο στομάχι... Θάλασσα. Παντού νερό. Πνίγομαι στο φόβο της, στα απόκρυφά της βάθη. Έτσι όρθιος ξερνάω το φόβο, μόνο νερό τίποτα άλλο!

Ανακούφιση, επιτέλους, μα όχι-όχι... Λάθος… Πάντα γύρω μου όλοι τους! Κι ένα νέο μακρόσυρτο βουητό από μακριά, έρχεται, ζυγώνει. Άξαφνα μέσα από το κουφάρι του τοίχου κάτι πετιέται πισώπλατα και με χτυπά με δύναμη… Πέφτω με ορμή στο κέντρο του δωματίου, τούμπες φέρνει το κορμί, πόνοι παντού. Βήχω λες κι η ψυχή θα βγει από το στόμα.

Φέρνω σταθερά το δεξί  μου χέρι στην πλάτη, εκεί  που μπήκε ο φόβος ξεπηδώντας από τα διαλυμένα τούβλα. Αίμα κυλάει, πιο καυτό  από κάθε άλλη φορά. Τα πνευμόνια  αντιδρούν κι ο βήχας κόβει την κάθοδο του οξυγόνου… Τα δάχτυλα τεντώνονται και ψάχνουν πιο βαθιά στην πληγή! Κάτι ακουμπούν, κολλάει, μια γλοιώδη ουσία ξένη! Τρόμος... Σταματά ο βήχας, να ανασάνω.. Μια ανάσα... Κλαίω... Nαι κλαίω... Δεν φοβάμαι να κλάψω... Αρκεί να μη με βλέπει κανείς. Δε χαρίζω εύκολα τα δάκρυα μου... Χείμαρροι στα μάγουλα. Το χέρι ματωμένο έρχεται πάλι μπροστά και ανοίγοντας τα δάχτυλα πάω να διώξω τις τούφες που κρύβουν τα μάτια.

Δε μπορεί... Όχι... Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα ελπίζοντας να μη δω ότι είδα... Τα κόκκινα δάχτυλα έχουν γεμίσει τρίχες... Δε τολμάω να ψάξω πάλι στο κεφάλι... Άρρωστος...  Ήδη βλέπω το απόλυτο άσπρο στο δωμάτιο... Σεντόνια πετούν στο ταβάνι, μηχανήματα διαγράφονται σαν σε προβολή σε αόρατη οθόνη στο τοίχο. Γιατροί φαντάσματα πλησιάζουν με νυστέρια και σύριγγες, έτοιμοι για να εγχειρήσουν. Nα βρουν το φόβο που ζει μέσα μου και να τον αποκόψουν!!!
Φοβάμαι, θέλω να βγω από δω μέσα. Mε τυφλώνει το λευκό φως... Που είναι το σκοτάδι τώρα;
 
Στην άκρη του δωματίου αναβοσβήνει ένα παράξενο φως... Κάτι γράφει μα δε μπορώ να διακρίνω, τυφλώνομαι λεπτό το λεπτό. Έξοδος κινδύνου! Ναι κι όμως αυτό γράφει. Αποκτώ ελπίδα και πάλι, νιώθω να μειώνονται οι δυνάμεις μου, σφίγγω τα δόντια και μπουσουλώντας με  το αίμα πάντα να στάζει κατευθύνομαι προς την έξοδο. Κοιτάζω το πάτωμα, δε θέλω να αντικρίσω κανένα τους. Φτάνει... Να βγω! Δεν αντέχω άλλο, νιώθω πως πλησιάζω, λίγο ακόμα ρε φίλε, θα σωθώ. Το κεφάλι μου βρίσκει σε κάτι ξύλινο. Θα έφτασα αναλογίζομαι. Επιτέλους έξοδος! Με ελπίδα ανασηκώνω το βλέμμα μου, ω όχι....τι έξοδος είναι αυτή! Μια ξύλινη κατασκευή με εσοχή… Περίπου στη μέση υπάρχουν κάτι χαρακιές, ένα ρίγος με πιάνει... Διαβάζω ξεκάθαρα το ονοματεπώνυμο μου, ενώ μια φωνή πίσω από το ξύλο ακουγόταν σαν μαχαιριά στην καρδιά... ''Θάνατο με λένε.. Με φοβάσαι μα δε θα μάθεις ποτέ τι κρύβω... Μόνο αν έρθεις μαζί μου''!

Η κυκλοφορία του αίματος διακόπηκε, καμιά ανάσα... Ο αέρας στους πνεύμονες έπεσε σε επίπεδα μη ανεκτά... Έσβησαν όλα μεμιάς κι ακολούθησε ένας μικρός ήχος καθώς το κεφάλι χτυπούσε στο δάπεδο. Λιποθυμία.

Άνοιξαν με κόπο τα βλέφαρα, το φως ξάφνιασε τα μάτια κι αμέσως έκλεισαν. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα τα άνοιξα πάλι... Κοίταξα τριγύρω, τόσο γνώριμες εικόνες μέσα στο δωμάτιο, χαμογέλασα, όνειρο ήταν σκέφτηκα...

Την ώρα που σηκωνόμουν ένιωσα ένα κάψιμο χαμηλά στην πλάτη. Γύρισα και είδα μια κηλίδα αίματος στο σεντόνι στο ύψος της πλάτης.

Συγγραφέας: Ιωάννης Βλαχος - Φοιτητής Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...