Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

“Μαμά γιατί;” της Κωνσταντίνας Δήμου



Σκηνικό
Ο Άγγελος είναι μέσα στο δωμάτιο του. Μέσα από το σωρό των παιχνιδιών, ο Άγγελος σηκώνει τον Γουίνι του και τον παίρνει αγκαλιά απευθυνόμενος σε εκείνον αρχίζει να μιλάει…

Άγγελος
(Κρατάει σφικτά στην αγκαλιά του τον αρκούδο του κλαίγοντας σχεδόν)
Τι τυχερός που είσαι εσύ; Από τους δύο μας περισσότερο. Μόνο εσύ μπορείς να αγγίζεις το μέλι. Να παίζεις με τις μέλισσες, να τις νικάς μέλισσες και να τρως το μέλι τους. Ακούς;
Εμένα μου το απαγόρευσε η μητέρα μου. Είναι κακιά. (την μιμείται) «Δύο κουταλιές την ημέρα. Όχι παραπάνω. Κατάλαβες; Αλλιώς θα σε δείρει ο πατέρας σου». Ποιος πατέρας μου Γουίνι; Τόσο καιρό μέσα σε αυτό το σπίτι και τον πατέρα μου δεν τον ξέρω. Δεν τον έχω δει. Δεν τον θυμάμαι. Αυτό της είπα, και να τώρα. Πάλι μαζί θα κοιμηθούμε. Χωρίς φαγητό. Χωρίς φως. Χωρίς Παραμύθι. Αλλά τι λέω; Μάλλον μία φορά τον έχω δει, στο σπίτι της θείας της Γιώτας. Σε μία φωτογραφία που έβγαλαν όλοι μαζί και μετά την είχε η μαμά μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου της. Αυτή είναι η αλήθεια. Μην λέω και ψέματα και έρθει η μαμά μου και με χτυπήσει όπως πριν. Πήρε την κουτάλα την ξύλινη και μου έδωσε μία δυνατή κουταλιά στον ποπό μου.(κοιτάει μέσα στο παντελόνι του). Ακόμη κόκκινος είναι. Γι’ αυτό δεν μπορώ να κάτσω καλά εδώ μαζί σας. Κάθομαι κάτω και πετάγομαι από τον πόνο. Δεν θα παίξουμε πολύ σήμερα. Στο υπόσχομαι αύριο πιο πολύ. Δεν θα μου θυμώσεις έ; 

(χαμηλώνει το βλέμμα του και τον κρατάει μπροστά από τα πόδια του).
Σήμερα θέλω να μιλήσουμε. Να με ακούσεις. Κανένας δεν μου μιλάει εδώ μέσα. Πόρτες κλείνουν και πόρτες ανοίγουν. Είτε για να πάω στο σχολείο ή για να κλειστώ και να διαβάσω τα μαθήματα μου, εδώ. Η μαμά δεν είναι καλά. Έχει πολύ καιρό να μου χαμογελάσει. Να με αγκαλιάσει. Δεν της κρατάω κακία. Είμαι πολύ ζωηρός. Σκαρφαλώνω στα ντουλάπια να βρω μπισκότα και καραμέλες της γιαγιάς μου όταν έρχεται επίσκεψη. 

Σηκώνω το ακουστικό του τηλεφώνου για να μιλήσω με τους φίλους μου και ακούω συνέχεια μία φωνή βαριά να της μιλάει και να της λέει «Που έχεις το χεράκι σου τώρα μανίτσα μου»; Μα αφού ακουμπάει το τηλέφωνο Γουίνι. Που να το έχει δηλαδή; Τι περίεργοι που είναι οι μεγάλοι; Όλο χαζές ερωτήσεις κάνουν. Άμα κάνουμε εμείς, όλο λένε «μυξιάρικα παιδιά είστε ακόμη. θα μάθετε». Αυτό λένε. Βαρέθηκα να τους ακούω. Ενώ άλλες φορές λέει αυτός ο άνδρας στο τηλέφωνο «Μην με ρωτάς τίποτα άλλο. Στα είχα πει. Δεν στα είχα πει; Την ήξερες την κατάσταση από την αρχή. Δικό σου είναι το μούλικο. Ή κανενός άλλου. Όχι δικό μου. Παράτα με ήσυχο. Μην με ξαναπάρεις», και μετά ακούω την μαμά μου να κλαίει. Και μετά το κλείνει και δεν ακούω αυτό το μπιιιιππππ που μου τρυπάει τα αυτιά. Είναι πιο ενοχλητικό και από το τραγούδι της θείας Γιώτας.

Να σου πω ένα μυστικό; Η θεία Γιώτα είναι τρελή. Μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία. Έτσι λέει ο θείος Τάκης στην μαμά μου. «Φαντάζεται διάφορα η αδερφούλα σου. Ακούει φωνές, έχει έμμονες ιδέες. Σόι πάει το βασίλειο. Και εσύ δεν στέκεις στα καλά σου». Τηλεφωνείς μέσα στην νύχτα και ουρλιάζεις. Θα του τα πω όλα, στο ορκίζομαι. Να μην ξημερωθώ».

Δεν ξέρω σε ποιον μιλάνε ή για ποιον. Δεν καταλαβαίνω. Εσύ; Έχεις καμία  ιδέα; Άσε που ο θείος είναι όλη μέρα εδώ μέσα. Κλείνονται στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς, αφού ο μπαμπάς όλο λείπει και δεν τον ενοχλεί κανένας, και μετά ακούω φωνές. Χτυπήματα στον τοίχο. Κραυγές δυνατές. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν αντέχω άλλη τιμωρία. 

Να πάω να ζητήσω συγνώμη από την μαμά μου που έσπασα το βάζο με το μέλι;
Τι λες; Είναι σωστό να βγω από το δωμάτιο μου; Αύριο το πρωί μου είπε πως θα έρθει να με ντύσει για να πάμε στο σχολείο. Πρώτα θα φτιάξω το δωμάτιό μου.

Να είναι καθαρό και τακτοποιημένο όπως λέει και η μαμά μου. Εκείνη βέβαια δεν κάνει ότι λέει. Το σαλόνι είναι γεμάτο ρούχα πεταμένα, που δεν είναι όλα της μαμάς μου. Έχει παντελόνια γεμάτα λάσπη αντί για τα φορέματα της. Το τραπέζι της κουζινας είναι γεμάτα φάρμακα. Όχι όπως το δικό μου που παίρνω για τον βήχα. Πιο μικρά χαπάκια. Μία φορά πήγα να δοκιμάσω ένα από αυτά και η μαμά μου με χτύπαγε στην πλάτη για να το βγάλω. Δεν ξέρω τι είναι. 

Πάντως η μαμά μου δεν τα καταπίνει έτσι όπως και εγώ. Παίρνει ένα μπουκάλι με νερό, αλλά δεν μυρίζει το ίδιο με αυτό που πίνω από την βρύση. Είναι πικρό. Και η ετικέτα έχει άλλα γράμματα. Όχι αυτά που ξέρω. Όχι αριθμούς που μαθαίνω. Όλο μαζί της τα έχει. Και αυτά και αυτό. Το σαλόνι είναι γεμάτο σκόνη, άλλοτε καφέ και άλλοτε γκρι, που άμα την πιάσω στα χέρια, μου καίει τα δάκτυλα. Να κοίτα. Είναι σκασμένο το δάκτυλό μου. Και όχι από την πιπίλα που βάζω όταν κοιμάμαι μέσα από τα δόντια μου. Μόνο στον ύπνο το κάνω. Στ’ ορκίζομαι. Μεγάλωσα πια. Τεσσάρων χρονών έγινα. Ομόρφυνα μου λένε όλοι. Ψήλωσα. Κοίτα την γραμμή στον τοίχο. Ανέβηκα λίγο προς τα πάνω. Σε πέρασα ε; (Γελάει)
Μην ζηλεύεις!
Περίμενε εδώ Γουίνι, πάω να ζητήσω συγνώμη.
Θα είσαι περήφανος για μένα! Θα δεις. Και η μαμά το ίδιο.
(Ξεκλειδώνει και ανοίγει την πόρτα. Φωνάζει στο βάθος)

Μαμά μου……

Μαμά μου……

Μαμά μου……

Μαμά μου……

(Ακούγεται μόνο η δική του φωνή που αρχίζει να κλαίει δυνατά φωνάζοντας βοήθεια).

~~~~~~~~~

Το κείμενο δραματοποιήθηκε για τις ανάγκες της παράστασης "Αγαπημένη μου μαμά" που έγινε στα πλαίσια της γιορτής της μητέρας, στις 10 Μαΐου 2015. 


"ΜΑΜΑ ΓΙΑΤΙ;" 
Κείμενο: Κωνσταντίνα Δήμου
Σκηνοθεσία: Άρης Λεχουρίτης
Ερμηνεύουν: Άγγελος Μπαμπάλας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...