Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

"Όλα για τη νίκη" της Μαίρης Χαρπαντίδου



Ήταν έτοιμος να πιάσει το χερούλι και να τραβήξει με δύναμη τη βαριά, σιδερένια πόρτα όταν άκουσε το πρώτο γρύλισμα που σύντομα μετατράπηκε σε αγριεμένο γαύγισμα. Το χέρι του κοκάλωσε και έπεσε άψυχο. 

Ο παλιός φόβος άρχισε να αναδύεται σιγά-σιγά καθώς το τραυματικό γεγονός ξύπνησε στη μνήμη του. Εκείνος να τρέχει για τη ζωή του στον επαρχιακό δρόμο και το πίτμπουλ του γείτονα να τον κυνηγά σαν αφηνιασμένο. Αν δεν είχε καταφέρει να σκαρφαλώσει στο δέντρο, τα σημάδια στη δεξιά του γάμπα θα ήταν σίγουρα πολύ περισσότερα. Από τότε ο φόβος ήρθε και εγκαταστάθηκε μέσα του. Έκατσε όπως κάθεται η σκόνη στα έπιπλα. Τη σκουπίζεις αλλά ποτέ δεν φεύγει εντελώς.

Όταν δήλωσε συμμετοχή στο παιχνίδι, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα χρειαστεί να έρθει αντιμέτωπος με τον παλιό φόβο. Είχε φροντίσει, εξάλλου, στα ψυχοτέστ που του έκανε η παραγωγή να κρύψει εντέχνως τη φοβία του. Παλιά καραβάνα στη μπλόφα και τον αντιπερισπασμό. Χρηματιστής ήταν, διάολε, ήξερε πώς να χειρίζεται ανθρώπους και καταστάσεις… Που να φανταστεί ότι η έρευνα των ανθρώπων της παραγωγής θα πήγαινε τόσο βαθιά στο παρελθόν των συμμετεχόντων!

Μπήκε στο παιχνίδι με όλο τον αέρα και την αυτοπεποίθηση του νικητή. «Αγώνες Επιβίωσης» ήταν αυτοί και αν κάποιος ήξερε να επιβιώνει ήταν αυτός. Είχε σπουδάσει την επιβίωση στο Γουενάκι, την ιδιαίτερη πατρίδα του, ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό της πολιτείας της Ουάσινγκτον. Εκεί, μέσα στα πυκνά κωνοφόρα δάση πλάι στον ποταμό Γουενάτσι όπου σχεδόν καθημερινά έβγαινε για ψάρεμα ή κυνήγι και το καλοκαίρι κατασκήνωνε με τους φίλους του για ολόκληρες εβδομάδες. Όσο για ευστροφία και πνευματική εγρήγορση, είχε αποκτήσει μάστερ σ’ αυτά. Μεγάλο σχολείο η Γουόλ Στρητ. Όλες οι σωματικές και πνευματικές προκλήσεις του παιχνιδιού ήταν κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του. Και δεν είχε άδικο.

Στη διαδρομή του από τα υπόγεια του κάστρου μέχρι την κορυφή όπου βρισκόταν η σημαία- έπαθλο πέρασε από δοκιμασίες που θα έφερναν στα όρια του και τον πιο ανθεκτικό άνθρωπο. Δωμάτια παγωμένα ή υπερβολικά ζεστά. Δωμάτια- αδιέξοδα βουτηγμένα στο απόλυτο σκοτάδι. Ποντίκια, αρουραίοι, κατσαρίδες και κάθε λογής έντομα και ερπετά που καραδοκούσαν σε κάθε γωνιά και σχισμή του κάστρου. Φαγητό τόσο αηδιαστικό που θα προκαλούσε εμετό και στα πιο γερά στομάχια. Όλα είχε καταφέρει να τα αντιμετωπίσει χάρη στην οξυδέρκεια και την ευρηματικότητα του.

Και τώρα ήταν εδώ, ένα βήμα πριν το νικητήριο σάλπισμα, με τα χέρια παγωμένα, την όραση του θολή και την καρδιά του να χτυπάει ακανόνιστα. Προσπάθησε να ελέγξει την αναπνοή του αλλά τα γρυλίσματα και τα αλυχτίσματα έκαναν την ανάσα να μπλοκάρει στο στέρνο του. Με το πρόσωπο χλομιασμένο οπισθοχώρησε και έγειρε στον τοίχο. Ένιωθε ότι όλο το αίμα είχε στραγγίξει από τις φλέβες του. Τα γόνατα του λύγισαν, έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του σε μια προσπάθεια να αποκόψει τους ήχους που τον εμπόδιζαν να σκεφτεί λογικά.

Κάτι έπρεπε να κάνει, έπρεπε να βρει τρόπο να ανοίξει αυτή την πόρτα. Έπρεπε να νικήσει. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο έπρεπε να πάρει αυτό που ήθελε. Έτσι είχε μάθει, να κερδίζει πάση θυσία. Πώς, όμως, θα τα κατάφερνε τώρα; Το μυαλό του ήταν θολωμένο και το σώμα του αδυνατούσε να ανταποκριθεί. Έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί όρθιος. Μάταια. Ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, τα γόνατα του να τρέμουν.

Κάτι έπρεπε να κάνει. Πίεσε τα χέρια του στα αυτιά του. Ήταν επιτακτική ανάγκη να μην ακούει τίποτα, να μπορέσει να συγκεντρωθεί. Άρχισε να παίρνει βαθιές εισπνοές και να εκπνέει αργά. Μία , δύο, τρεις…. Σιγά – σιγά ένιωσε την ευεργετική επίδραση του οξυγόνου στον εγκέφαλό του. Οι παλμοί της καρδιάς του έπεσαν και ένιωσε το αίμα να κυλάει και πάλι στις φλέβες του.

Θυμήθηκε τα μαθήματα διαλογισμού που είχε κάνει όταν δούλευε στη χρηματιστηριακή. Θυμήθηκε πόσο τον είχαν βοηθήσει να ηρεμεί και να αδειάζει το μυαλό του από ό,τι τον απασχολούσε. Μάλιστα, ο γιόγκιστ του τον είχε διδάξει και τεχνικές οραματισμού για να μπορεί να ισορροπεί το νου και το σώμα του, αλλά και να ελέγχει τη θέληση του.

Οραματίστηκε ότι ήταν τελείως μόνος μέσα στην απόλυτη ησυχία. Ήταν μόνο αυτός και η πόρτα απέναντι του. Είδε ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό του την εικόνα του εαυτού του να ανοίγει την πόρτα και να αντικρίζει τη σημαία. Κανείς άλλος δεν ήταν εκεί, μήτε άνθρωπος, μήτε ζώο. Σε κάθε εισπνοή και εκπνοή έβλεπε τον εαυτό του να πλησιάζει όλο και περισσότερο τη σημαία, να την παίρνει τελικά στα χέρια του.

Εισπνοή, εκπνοή, σηκώνεται όρθιος. Εισπνοή, εκπνοή, βήμα σταθερό. Τα σκυλιά δεν γαυγίζουν πια, ησυχία εκκωφαντική. Σαν υπνωτισμένος ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται έξω, στη στέγη του κάστρου. Το φως του ήλιου τον λούζει. Πιάνει τη σημαία στα χέρια του και η αίσθηση της αφής τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Είναι εκεί, είναι νικητής. Είναι μόνο αυτός και η σημαία, δεν υπάρχουν σκυλιά. Άραγε υπήρξαν ποτέ; Δεν έχει σημασία. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα, μόνο η νίκη.               

Συγγραφέας: Μαίρη Χαρπαντίδου - Φοιτήτρια Tabula Rasa


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...