Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

"Ο Παρφές" της Σοφίας Παϊδούση



Πρόσφατα, κάπου σε μια πόλη, μιας πολύ παγωμένης χώρας, έχει μετακομίσει ένα αγόρι με την οικογένεια του. Ο Παρφές, όπως είναι το όνομα του, πάει στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Είναι σχεδόν όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του. Το μόνο διαφορετικό που έχει είναι ότι είναι φτιαγμένος από παγωτό. Εξολοκλήρου! 

Το δωμάτιό του είναι σαν μια τεράστια κατάψυξη και όλα τα έπιπλα του είναι φτιαγμένα από πάγο. Κάθε φορά που βγαίνει έξω, φοράει μια ειδική στολή για να τον κρατάει παγωμένο εκτός δωματίου. 

Ο Παρφές ετοιμάζεται να πάει την πρώτη μέρα σχολείο. Η μητέρα του τον καλεί για πρωινό. "Παρφέ μου, παιδί μου, έτοιμο το πρωινό σου". Του φωνάζει καθώς βγάζει από το ψυγείο παγωμένο γάλα και κρέμα και τα ανακατεύει. "Έλα, δεν είναι σωστό ν' αργήσεις πρώτη μέρα!". Ο Παρφές έρχεται με δυσκολία στην κουζίνα, δείχνει αστείος στη στολή του.
"Πολύ ζέστη έχει σ΄ αυτό το μέρος... Χθες δεν μπορούσα να κοιμηθώ".
"Θα συνηθίσεις μικρέ μου".

Ο πατέρας του κάθεται κι αυτός στο τραπέζι διαβάζοντας εφημερίδα "Τα παγωμένα νέα". "Έτσι είναι όταν σε διώχνουν από την ίδια σου την πατρίδα... Λιώσιμο των πάγων σου λέει μετά. Άμα κανείς δεν ενδιαφέρεται για τον βόρειο πόλο... και θα χαθούν και άλλες χώρες όπως λέει εδώ."
"Έλα ηρέμισε, πιες τον καφέ σου" του λέει η γυναίκα του και συνεχίζει απευθυνόμενη στο γιο της. "Και 'συ μικρέ θα εξοικειωθείς σιγά σιγά, ο πρώτος καιρός είναι δύσκολος."

Ο πατέρας του συνοδεύει τον Παρφέ, την πρώτη μέρα στο σχολείο. Το σχολείο είναι τεράστιο και τα παιδιά πάρα πολλά. Όλοι τον κοιτάνε περίεργα, νομίζοντας στην αρχή, ότι ίσως έχουν φέρει μια μασκότ για κάποια γιορτή. Όταν μπαίνουν όλα τα παιδιά στην αίθουσα, η διευθύντρια τους συστήνει το νέο μέλος για πρώτη φορά.
"Παιδιά, από 'δω ο νέος σας συμμαθητής, ο Παρφές. Θα ήθελα να τον βοηθήσετε να προσαρμοστεί, καθώς πρόσφατα μετακόμισε από το Βόρειο Πόλο. Είναι προφανές βέβαια... ότι είναι φτιαγμένος από παγωτό, αλλά κατά τ΄ άλλα δεν διαφέρει σε τίποτα από όλους εσάς. Ελπίζω σύντομα να γίνετε φίλοι και να έχουμε όλοι μια όμορφη σχολική χρονιά. Σας ευχαριστώ".

Τα παιδιά, εντωμεταξύ γελούν ενώ κάποια κορίτσια ψιθυρίζουν μεταξύ τους τι γλυκούλης που είναι. Όταν όμως φεύγει η διευθύντρια, τα αγόρια ξεκινούν να τον πειράζουν.
"Βγαίνεις και σε άλλες γεύσεις;"
"Ο μπαμπάς σου τι δουλειά κάνει; Παγωτατζής;"
"Ένα κυπελάκι με γεύση παρφέ παρακαλώ!"
 Τα χαχανιτά δεν σταματούν με τίποτα. Ο καθηγητής τους μάταια προσπαθεί να επιβάλει την τάξη. Ο Παρφές, με το κεφάλι κατεβασμένο και μάγουλα κόκκινα σαν φράουλες, κάθεται δίπλα σε ένα άλλο αγόρι, λίγο κοντούλη και  χαμηλών τόνων όπως φαίνεται.
"Γεια είμαι ο Τομ." Του συστήνεται.
"Χάρηκα." Του απαντάει  μη μπορώντας ακόμα να σηκώσει τα μάτια του.

Ο καιρός περνάει και σίγουρα κάποια παιδιά δεν έχουν σκοπό να τον αποδεχτούν. Ειδικά μια παρέα παιδιών μεγαλύτερων σε ηλικία, με "αρχηγό" τους ένα μεγαλόσωμο παιδί τον Σιδερή.  Στα διαλείμματα, συνήθως ο Παρφές κάθεται μόνος του σε μια γωνιά στην αυλή, κοντά στο χιόνι, αναπολώντας τα παλιά, όποτε όμως αυτή η παρέα περνάει από δίπλα του, τον χλευάζει.

Μια άλλη μέρα τον πλησιάζουν αυτή τη φορά τρώγοντας παγωτά σε χωνάκι ή κυπελάκι και τον κοιτούν με απειλητικό ύφος. Άλλες φορές του πετούν νερά για να τον κάνουν να γλιστράει να πέφτει κάτω, να σηκώνεται μετά με δυσκολία, και να γίνεται ρεζίλι. Ο Ο Τομ που προσπαθεί να πλησιάσει τον Παρφέ και να γίνει φίλος του, συχνά γίνεται μάρτυρας όλων αυτών των "πειραγμάτων" και δυσανασχετεί. Η ζωή του Παρφέ στο σχολείο έχει γίνει πολύ δύσκολη.

Ένα άλλο πρωί, ενώ εκείνος κατευθύνεται προς το απομακρυσμένο του παγκάκι, του πετούν από πίσω γαρνιτούρα και σοκολάτες για να γίνει πιο νόστιμος όπως λένε, όμως ένας καθηγητής τους βλέπει από ένα μπαλκόνι του σχολείου και τους φωνάζει να σταματήσουν και να διαλυθούν ησύχως. Ο Παρφές προσπαθεί να βγάλει όλα αυτά τα σιρόπια και ο Τομ, που έχει δει το περιστατικό, τρέχει με χαρτομάντιλα να τον βοηθήσει.
"Είσαι καλά;" Τον ρωτάει αλαφιασμένος.
Ο Παρφές έχει ακόμα χαμηλωμένο το κεφάλι του από το σοκ. "Καλά είμαι..." Απαντάει σχεδόν με το ζόρι. Έπειτα φυσάει τη μύτη του.
Ο Τομ σκέφτεται τρόπους να τον κάνει να ανοιχτεί. "Πάμε στις βρύσες να σε βοηθήσω να ξεπλυθείς". Του λέει και τον πιάνει από το μπράτσο και τον οδηγεί προς τις βρύσες στην άκρη του προαυλίου.

Τα άλλα παιδιά που τους βλέπουν, έχουν καταλάβει τι συμβαίνει, αλλά φοβούνται να πάρουν θέση για να μην τα χτυπήσουν και τα ίδια και απομακρύνονται.
"Πιστεύω θα 'πρεπε να μιλήσουμε στη διευθύντρια γι αυτό το θέμα".
"Δεν νομίζω να είναι καλή ιδέα, δεν θα πιστέψει ότι αυτός ο... βλάκας ο  Σιδερής, ο ίδιος της ο γιος,  είναι αρχηγός αυτής της "συμμορίας".
"Δεν μπορείς να το υπομένεις όλο αυτό, είναι άδικο."
"Όσο σκέφτομαι πόσο ευτυχισμένος ήμουν στον Βόρειο Πόλο. Και τι δεν θα 'δινα να ξαναγυρνούσα πίσω, στο σπίτι μου. Που πλέον δεν υπάρχει. Όλα έχουν λιώσει., όλα έχουν καλυφτεί από τη θάλασσα." Ο Παρφές αρχίζει να δακρύζει και τα ζεστά δάκρυα του λιώνουν το γαλακτερό πρόσωπό του. Ο Τομ τον παρακολουθεί σκεπτόμενος, αν μπορεί να κάνει κάτι να τον βοηθήσει.
Το απόγευμα,  στο σπίτι, η μητέρα του τον φωνάζει για φαγητό. Του έχει ετοιμάσει μια μεγάλη κούπα με φρέσκο γάλα. "Παρφέ θα 'ρθεις;" αλλά δεν παίρνει καμιά απάντηση. Η μητέρα του παραξενεύεται και τον βρίσκει στη χιονισμένη αυλή κουκουλωμένο με κάτι ξεκουβέρτες (που τον κρατούν παγωμένο, όταν δεν φοράει τη στολή του) και να ζωγραφίζει με ένα ξύλο, σπιτάκια στο χιόνι. Είναι δακρυσμένος. "Τι έχεις αγόρι μου;" Τον ρωτάει αναστατωμένη.
"Άσε με... Φύγε... Θέλω να μείνω μόνος μου..."
"Το φαγητό σου είναι έτοιμο..."
'Είπα, άφησέ με μόνο μου!!! Τι δεν κατάλαβες;" την κοιτάει ενώ σπίθες πετάγονται από τα παγωμένα μάτια του. Η μητέρα του δεν τον έχει ξαναδεί ποτέ έτσι. Αρχίζει να ανησυχεί. Ακούγεται το κουδούνι και η κουβέντα τους απότομα διακόπτεται. Εκείνη πάει να ανοίξει και εκείνος νευριασμένος πετάει το ξύλο του μακριά και κλωτσάει τα σπιτάκια που ζωγράφισε στο χιόνι. Σηκώνεται και πηγαίνει στο δωμάτιό του.
Στην πόρτα είναι ο Τομ, η μητέρα του τον καλωσορίζει, συστήνονται, αλλά εκείνη του κάνει και νόημα ότι ο φίλος του δεν είναι στα καλύτερα του. Ο Τομ ανεβαίνει πάνω και χτυπάει την πόρτα του. "Να μπω;" τον ρωτάει διστακτικά. Ο Παρφές του κάνει νόημα να περάσει.
"Είσαι καλά;" τον ρωτάει ενώ περιεργάζεται κάπως αμήχανα το δωμάτιο - κατάψυξη του φίλου του. "Αυτό είναι το δωμάτιό σου ε;"
"Το περίμενες διαφορετικό;" Του απαντάει κοιτώντας έξω από το παράθυρο.
"Όχι, σε καταλαβαίνω... Ξέρω πως είναι να είσαι στο περιθώριο και να μην θέλουν οι άλλοι να σ' αποδεχτούν..."
"Τι εννοείς;" τον ρωτάει ο Παρφές ενώ του δίνει ένα μαξιλάρι για να κάτσει σε μία από τις παγοκαρέκλες του δωματίου του.
"Ήμουν και γω στη θέση σου, με κάποιο τρόπο, όταν πρωτοήλθα από άλλη πόλη, εδώ. Όλοι με κορόιδευαν για το ύψος μου, ο Σιδερής ειδικά και οι φίλοι του δεν μ' άφηναν σε ησυχία. Από τότε όμως που άρχισα να παίρνω αριστεία, οι καθηγητές με έχουν σε μεγαλύτερη εκτίμηση και τα παιδιά, επειδή είμαι και απουσιολόγος, με καλοπιάνουν για να τους χαρίζω καμιά απουσία... Κατάλαβες; Διαφορετικά..."
"Μπράβο σου, που τα κατάφερες... απλώς εγώ δεν νομίζω να έχω τέτοια υπομονή και τόσο μεγάλες αντοχές..."
"Καλό θα ήταν να μιλήσεις πάντως. Οι δικοί σου το ξέρουν;"
"Όχι. Και είναι καλύτερα να μην μάθουν τίποτα για να μην στεναχωρηθούν, δεν φταίνε εκείνοι... που γεννήθηκα έτσι..." Ο Παρφές συνεχίζει να κοιτάει έξω από το παράθυρο ενώ τα μάτια του έχουν αρχίσει να βουρκώνουν.
"Ότι νομίζεις. Τέλος πάντων.. Ήρθα και για έναν ακόμα λόγο.  Μαζεύουμε όλα τα παιδιά λεφτά για την 5ήμερη που θα πάμε σε λίγο καιρό. Στη λίμνη Δρέσπα. Από τους υπολογισμούς που κάναμε, βγαίνει 150 ευρώ το άτομο. Όποτε θέλεις μπορείς να μου τα δώσεις μέχρι τέλος του μήνα. Θα περάσουμε τέλεια! Ο Τομ χαμογελάει αλλά το ύφος του Παρφέ σβήνει απότομα το χαμόγελο απ' τα χείλη του.
"Θα στα δώσω αλλά εγώ δεν θα έρθω..."
"Δεν θα 'ρθεις;;"
"Δεν είναι καλή ιδέα. Καλύτερα να μείνω αυτές τις μέρες μόνος μου μακριά από το σχολείο..."
"Μα μέχρι τότε..."
"Τίποτε δεν θα χει αλλάξει μέχρι τότε... Τίποτα δεν πρόκειται ποτέ ν' αλλάξει." Τον διακόπτει με αφοπλιστικό ύφος. "Πάντα θα είμαι διαφορετικός από τους άλλους εδώ πέρα και κανείς ποτέ δεν πρόκειται να μ' αποδεχτεί. Το ξέρω." Λέει στενοχωρημένος.
"Μην το λες αυτό... Όλοι είμαστε διαφορετικοί..."
"Εγώ είμαι από άλλο υλικό... Θα λιώσω μπροστά τους..." τον αντικρούει κοιτώντας τον στα μάτια. "Πήγαινε τώρα καλύτερα γιατί έχω και διάβασμα."
"Ναι συγνώμη... σ' αφήνω, αλλά σκέψου το, εντάξει;" Ο Παρφές γνέφει καταφατικά, αλλά το μόνο που θέλει, είναι να μείνει μόνος του.

Ο Τομ πάει στην κουζίνα και βρίσκει την μητέρα του, που περιμένει με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του. Καθώς κλείνει την πόρτα πίσω του, της κάνει νόημα "Να έχετε το νου σας κυρία Ντίνα."
Η κα Ντίνα μένει σκεφτική. "Τι να έχει άραγε το παιδάκι μου;"

Η επόμενη μέρα που ξημερώνει είναι ακόμα χειρότερη για τον φίλο μας τον Παρφέ. Στη διάρκεια ενός κενού, ο Σιδερής και η περιβόητη "συμμορία" του, έχουν ανάψει φωτιά σε μια γωνιά της αυλής. Βλέπουν τον Παρφέ να περιφέρεται μόνος του, τον πλησιάζουν και τον σέρνουν προς τη φωτιά. Εκείνος τους παρακαλάει να τον αφήσουν ήσυχο. Του τραβάνε και του σχίζουν τη στολή, ενώ ο εκείνος μάταια προσπαθεί να τους εμποδίσει. Αυτοί δεν σταματούν με τίποτα. Οι φλόγες αρχίζουν να χαϊδεύουν το κορμί του...

Όμως στάθηκε τυχερός, καθώς εκείνη η μέρα ήταν η μέρα που η μητέρα του θα περνούσε από το σχολείο για να μάθει για την πρόοδο του.

Όταν εκείνη πρωτοβλέπει το περιστατικό δεν φαντάζεται περί τίνος πρόκειται. Αμέσως όμως καταλαβαίνει από τις σπαρακτικές στριγκλιές του γιού της... Ο Παρφές αρχίζει να λιώνει σαν λαμπάδα. Κάποιοι από την παρέα χορεύουν κρατώντας κομμάτια από τη στολή του στον αέρα ενώ άλλοι μαζεύουν από κάτω τα λιωμένα κομμάτια παγωτό και αρχίζουν να τα γλύφουν. Οι φωνές ακούγονται μέχρι μέσα στις τάξεις.  Η μητέρα του, δεν μπορεί ακόμα να συνειδητοποιήσει τι κάνουν στο γιο της... Τρέχει προς την αυλή ουρλιάζοντας.
"Αφήστε το παιδί μου... Σαν δεν ντρέπεστε... Κακομαθημένα!!"

Στο μεταξύ έχουν μαζευτεί όλα τα παιδιά γύρω γύρω για να δουν τι συνέβη. Άλλα γελούν, άλλα στεναχωριούνται, ενώ άλλα παρακολουθούν από τα παράθυρα των τάξεων, ανάμεσα τους και ο Τομ δακρυσμένος. Η Ντίνα παίρνει ότι απέμεινε από το γιο της και τη σκισμένη του στολή και βρίζοντας τους, φεύγουν βιαστικά. Οι καθηγητές βγαίνουν στην αυλή, ενώ η διευθύντρια, που βλέπει από μακριά το γιο της και τους φίλους του να εξαφανίζονται, φωνάζει με υπεροπτικό ύφος, να μαζευτούν όλοι στις τάξεις. Όλοι όμως γνωρίζουν ποιοι το έκαναν...

Οι επόμενες μέρες βρίσκουν τον Παρφέ κλεισμένο στο δωμάτιο που έχει μετατραπεί σε κατάψυξη-νοσοκομείο καθώς ένας παγωτατζής τον εξετάζει προσεκτικά και του βάζει ορό που του προσθέτει συνεχώς γάλα και κρέμα για να αναπλάσει τα κομμάτια που έχασε. "Μην ανησυχείτε κυρία μου... θα γίνει σύντομα καλά." λέει φεύγοντας στη μητέρα του χτυπώντας την ελαφριά στην πλάτη. Εκείνη δεν σταματάει να τον παρακολουθεί και να κλαίει, έχοντας τύψεις που τόσο καιρό δεν καταλάβαινε τι γινόταν και που δεν μπόρεσε να προβλέψει κάτι τέτοιο.

Ένα πρωί στο σχολείο, ο Τομ κατευθύνεται με το απουσιολόγιό του προς το γραφείο της διευθύντριας. Έξω όμως από το γραφείο ακούει φασαρία.
"Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό... Είναι αδιανόητο... Δεν μπορώ να αντικρύσω στα μάτια τους μαθητές και τους συναδέλφους μου..."
"Μητέρα..." Ο Τομ διακρίνει τη φωνή του Σιδερή.
"Πώς μπόρεσες;;"
"Μια πλακίτσα ήταν..."
"Δεν πάει άλλο. Λυπάμαι... Με αναγκάζεις να σε διώξω από το ίδιο μου το σχολείο..."
"Μα..."
"Πήγαινε!"
Ο Τομ κάνει επιτόπου στροφή να φύγει, ενώ ο Σιδερής καθώς βγαίνει κοπανάει την πόρτα γρυλίζοντας. Ο Τομ κρατάει το απουσιολόγιο τρέμοντας.

Μετά από λίγες μέρες, όταν ο Παρφές έγινε λίγο καλύτερα, η μητέρα του πάει και κάθεται στο κρεβάτι του και τον ξυπνάει ελπίζοντας να μιλήσουν για ότι συνέβη. "Αγόρι μου γλυκό, είσαι καλύτερα σήμερα;". Τα μάτια του Παρφέ φωτίζονται καθώς τη βλέπει.
"Καλά είμαι... μαμά... σ' ευχαριστώ για όλα όσα έκανες". Της πιάνει το χέρι.
"Πόσο καιρό αγάπη μου γινόταν αυτό;"
"Από την πρώτη μέρα..." απαντάει δειλά.
"Δεν το πιστεύω... Έπρεπε να μου είχες μιλήσει... Θα είχα πάει στους καθηγητές σου... θα το είχαμε προλάβει..."
"Δεν είναι εύκολο. Αυτά τα παιδιά είναι σωματώδη, έχουν διασυνδέσεις, είναι έξυπνα. Δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί τους, δυστυχώς. Και γω είμαι τόσο διαφορετικός..." Η μητέρα του δακρύζει, ενώ ο πατέρας του κοντοστέκεται στην πόρτα και παρακολουθεί συντετριμμένος κι αυτός τη συζήτηση.  Μετά από λίγο της λέει με τρεμάμενη φωνή. "Ξέρεις μητέρα... δεν θα ήθελα να ξαναπάω σχολείο. Δεν θέλω να τους ξαναδώ ποτέ..."
"Εντάξει παιδί μου σε καταλαβαίνω...Θα δούμε τι θα κάνουμε, μην ανησυχείς..." Η μητέρα του βγαίνει από το δωμάτιο, παίρνει τον άνδρα της από το χέρι  και αφήνουν τον Παρφέ να ξεκουραστεί. 

Ένα απόγευμα τον επισκέπτεται ο Τομ κρατώντας ένα δώρο. "Τομ εσύ;" Του φωνάζει χαμογελαστός.
"Ήρθα να δω φίλε μου τι κάνεις!" του λέει και τον αγκαλιάζει.
"Είμαι καλύτερα ευτυχώς."
"Αυτό είναι για σένα." Του λέει δίνοντας του μια μεγάλη σακούλα. Ο Παρφές την ανοίγει και βγάζει από μέσα μια τελευταίας τεχνολογίας στολή "συντήρησης παγώματος". Μένει άναυδος.
"Μα αυτό πρέπει να 'ναι πολύ ακριβό!"
"Είναι το λιγότερο που μπορούσε να κάνει η τάξη μας για σένα".
"Απίστευτο!!" Ο Παρφές τον αγκαλιάζει συγκινημένος. Κοιτάζει τη σακούλα και βρίσκει και μια κάρτα ζωγραφισμένη από όλα τα παιδιά της τάξης ευχόμενοι: "Περαστικά και να γυρίσεις σύντομα κοντά μας γλυκέ μας Παρφέ. Με αγάπη, οι συμμαθητές σου". Τα λόγια αυτά αγγίζουν τον Παρφέ μες την καρδιά του.

Το επόμενο πρωί ο Παρφές επιστρέφει στο σχολείο. Ελπίζοντας για μια νέα αρχή. Τα παιδιά στην αυλή χαμογελούν που τον ξαναβλέπουν αλλά τον χαιρετούν κάπως διστακτικά. Ο Παρφές δεν δίνει αρχικά σημασία.. Καθώς κατευθύνεται προς την αίθουσα καταλαβαίνει ότι πίσω από τη φαινομενική τους χαρά, που ξαναγύρισε ο συμμαθητής τους, πολλά απ' αυτά ψιθυρίζουν κρυφά. Φθάνει στην τάξη όπου αντικρίζει τον Τομ.
"Φίλε μου επιτέλους ξαναγύρισες!!" Ο Τομ χαρούμενος τον αγκαλιάζει.
"Χαίρομαι και γω που σε ξαναβλέπω Τομ!"
"Σου πάει η καινούργια σου στολή ε;" Τον πειράζει.
"Ναι είναι πραγματικά ωραία και πολύ άνετη... δεν ξέρω πώς να σας το ξεπληρώσω..."
"Τι είναι αυτά που λες...
"Τι να πω... Για πες τα νέα σου; Τι έγινε τόσο καιρό που έλειπα;"
"Μμμ... από που ν' αρχίσω... η διευθύντρια απέβαλε το Σιδερή..."
"Αλήθεια;" Ο Παρφές δεν μπορεί να κρύψει τη χαρά του ενώ ακούγεται το κουδούνι για να ξεκινήσει το μάθημα.

Στο διάλειμμα ο Παρφές κατευθύνεται προς την αυλή. Ο καιρός έχει φτιάξει και έχει πολύ όρεξη να βγει έξω να πάρει καθαρό αέρα. Παρ' όλα αυτά στους διαδρόμους ακούει διάφορα...
"Εκείνος φταίει για την εκδρομή..." λέει ένα αγόρι, ενώ ένα άλλο κορίτσι τον διακόπτει.
"Τι λες; Ο Σιδερής φταίει για όλα..."
"Ναι αλλά αν δεν ερχόταν ο... τίποτα δεν θα γινόταν".
"Εμείς κάναμε το σωστό."
Ο Παρφές προχωράει προβληματισμένος. Ξαφνικά λίγο πριν την πύλη ακούει μια γυναικεία φωνή πίσω του. 
"Παρφέ... θα μπορούσα να σε δω για λίγο στο γραφείο μου;"
Κάνει αναστροφή και αντικρίζει τη διευθύντρια που προσπαθεί να σχηματίσει ένα χαμόγελο στα χείλη της.
Στο γραφείο, η διευθύντρια πηγαινοέρχεται πάνω κάτω σκεφτόμενη τι θα πει ακριβώς. Κάθεται. "Κοίταξε, Παρφέ... λυπάμαι πάρα πολύ για ότι συνέβη... ξέρω ότι για όλα φταίει ο Σιδερής, ο γιος μου... και θα ήθελα να ξέρεις ότι απ΄ όσο περνάει από το χέρι μου δεν θα επαναληφθεί κάτι τέτοιο..."
"Το εκτιμώ κυρία."
"Ελπίζω από δω και πέρα όλα να πάνε καλά..." Η διευθύντρια τον χαϊδεύει στην πλάτη. "Πήγαινε τώρα."
"Σας ευχαριστώ πολύ."
Ο Παρφές βγαίνει χαμογελώντας από το γραφείο κατευθυνόμενος πάλι προς την αυλή. Τα σχόλια όμως δεν σταματούν.
"Τουλάχιστον απαλλαχθήκαμε από τον Σιδερή... κάτι είναι και αυτό." Ακούει ένα κορίτσι να λέει στις φίλες της.
Ο Παρφές προσέχει από μακριά τον Τομ να σέρνει με δυσκολία κάτι μπάλες για το μάθημα της γυμναστικής και τον πλησιάζει.
"Τομ... άσε με να σε βοηθήσω..." Ο Τομ του δίνει το σάκο και τον μεταφέρνει προς το γήπεδο.
"Ουφφφ πάει κι αυτό." Ο Παρφές προσπαθεί να πιάσει συζήτηση στο φίλο του που μάλλον δεν έχει πολύ καλή διάθεση. "Λοιπόν πώς πάνε οι ετοιμασίες για την εκδρομή; Σε λίγες μέρες δεν είναι ή κάνω λάθος;"
"Ναι...ε..." Ο Τομ αποφεύγει να τον κοιτάξει στα μάτια και αλλάζει κατεύθυνση για να μεταφέρει και άλλες μπάλες.
"Τομ... Τι έγινε με την εκδρομή;" Ο Τομ δεν απαντάει κάνοντας τον βιαστικό. "Τομ! Περίμενε. Μήπως τα λεφτά της εκδρομής πήγανε στη στολή που μου πήρατε;" Ο Παρφές τον κοιτάει στα μάτια.
"Ναι". Απαντάει ο φίλος του μετά από λίγο και σταματάει να προχωράει.
"Γι’ αυτό όλα τα παιδιά είναι στεναχωρημένα..." Αναλογίζεται ο Παρφές και τραβάει το φίλο του προς το κοντινότερο πεζούλι.
"Αλλά αυτό ήταν το σωστό. Όλοι ψηφίσανε υπέρ. Απλά ξέρεις... περίμεναν χρόνια αυτήν την εκδρομή γι αυτό είναι στεναχωρημένα..."
"Μμμ... κάτι θα σκεφτούμε..." Του απαντάει ο Παρφές παρατηρώντας τα.
Το επόμενο πρωί ο Παρφές δίνει μια τεράστια σακούλα στον Τομ. Ο Τομ τον κοιτάει απορημένος.
"Δώσε σ' όλα τα παιδιά αυτές τις προσκλήσεις και κρέμασε όπου μπορείς τις αφίσες. Να το μάθουν όλοι. ΠΑΡΤΥ-ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ!!! ΕΛΑΤΕ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΣΑΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΡΦΕ ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΕΛΕΙΑ!! ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ.
"Δεν το πιστεύω..." Αναφωνεί ο Τομ και ένα χαμόγελο ξεχύνεται στο πρόσωπό του. 
Ο Τομ με κέφι κρεμάει παντού τις αφίσες και μοιράζει σ' όλα τα παιδιά τις προσκλήσεις. καθώς και σε φίλους του εκτός σχολείου.
Ο Παρφές, από την άλλη πλευρά, ζητάει από τη μητέρα του αν έχει περισσέψει καθόλου από τον ορό που έπαιρνε όσο ήταν άρρωστος. Η μητέρα του τον κοιτάει παραξενεμένη...

Η επόμενη μέρα βρίσκει την οικογένεια του Παρφέ σε πυρετό προετοιμασιών. Είναι όλοι πολύ αγχωμένοι. Ξαφνικά ακούγεται το κουδούνι.
"Σε ζητάει ένας συμμαθητής σου." Του λέει ο πατέρας του, ενώ ο Παρφές προσπαθεί να στήσει ένα μεγάλο πάγκο στην αυλή. Πάει στην είσοδο και αντικρίζει τον τελευταίο άτομο που περίμενε να δει...
"Τι θέλεις εσύ εδώ;"
"Κοίτα... Παρφέ... συγνώμη για όλα..." Ο Σιδερής ψελλίζει, μη τολμώντας να τον κοιτάξει στα μάτια και συνεχίζει  "το ξέρω ότι εγώ φταίω για όλα. Για τη στολή σου... για την εκδρομή..."
"Για τον εξευτελισμό που μου προκάλεσες..." Τον διακόπτει απότομα ο Παρφές. "Ναι... για όλα... Θα ήθελα να επανορθώσω..."
"Πώς να επανορθώσεις;" Τον κοιτάει απορημένος.
"Δεν ξέρω όπως θέλεις εσύ... θα μπορούσα να σε βοηθήσω με το πάρτι ή... ότι θέλεις εσύ... Σε παρακαλώ...  συγχώρεσε με..." Ο Παρφές ποτέ δεν περίμενε ότι ο Σιδερής θα είχε  και μια ευαίσθητη πλευρά. Μένει σκεφτικός ενώ η μητέρα του παρακολουθεί τη σκηνή από ένα παράθυρο με εμφανή την ταραχή και την αγωνία της.

Μετά από αρκετές ώρες προετοιμασιών και με βοήθεια από επιπλέον ανθρώπους τελικά στην αυλή στήθηκε ένας τεράστιος πάγκος και από πάνω δεκάδες γεύσεις από παγωτό. Ο Σιδερής έπαιρνε το παγωτό από τον Παρφέ και το έβαζε σε ειδικά δοχεία και βοήθησε με το στήσιμο των ηχείων και με τη μουσική που είναι και το χόμπι του. Τα παιδιά ξεκινούν να έρχονται με τους φίλους τους και τους τρέχουν τα σάλια στη θέα του ολόφρεσκου παγωτού. Ο Παρφές, μες την καινούργια του φωσφόριζε στολή μοιράζει σ' όλους παγωτά.  Η μουσική παίζει ασταμάτητα ενώ ο Τομ ρωτάει τον Παρφε πως είναι. "Με περίσσεια παγωτού όπως βλέπεις..."
"Όλη η τάξη σε ευχαριστεί πάρα πολύ. Δεν ήσουν υποχρεωμένος..."
"Χαρά μου φίλε!"

Στο μεταξύ έχουν μαζευτεί όλα τα παιδιά από το σχολείο καθώς και οι καθηγητές τους. Προς το τέλος καταφθάνει και η διευθύντρια που δεν περίμενε να δει το γιο της να σερβίρει χαμογελαστός παγωτό στο σπίτι του Παρφέ. Ο Παρφές τον βλέπει από μακριά και του κλείνει το μάτι. Τελικά δεν υπάρχει ωραιότερη πράξη από τη συγχώρεση...

Το πάρτι είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και  συγκεντρώθηκαν ακόμα περισσότερα λεφτά για την εκδρομή από ότι υπολόγιζαν. Έτσι μετά από λίγες μέρες όλοι μαζί και ο Παρφές, πέρασαν πέντε μαγευτικές μέρες στη λίμνη.

Όσον αφορά το Σιδερή, η μητέρα του τον ξαναδέχτηκε στο σχολείο αλλά τον έχει από επιτήρηση. Μετά από λίγο καιρό βέβαια, ο Τομ, ο Σιδερής και ο Παρφές, έγιναν μια ευτυχισμένη παρέα. Με τον τελευταίο να χαρίζει παγωτά σε όλα τα παιδιά με κάθε ευκαιρία που έβρισκε. 

 Συγγραφέας: Σοφία Παϊδούση - Σπουδάστρια Tabula Rasa


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...