Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

“Μαργαρίτα” της Χριστίνας Γαβρίλη


Μετά από 14 χρόνια γάμου, το χέρι μου χωρίς βέρα μου φαινόταν σαν ξένο. Ένιωθα συνεχώς ότι κάτι σημαντικό είχα χάσει… Και αυτό ήταν ακριβώς ότι μου είχε συμβεί. Είχα μόλις χάσει τη γυναίκα της ζωής μου, τη μητέρα των 2 λατρεμένων μου παιδιών. Δεν την είχα χάσει από μια άνιση μάχη με μια ασθένεια. Ούτε από ένα ξαφνικό τροχαίο. Ούτε καν από ένα δικό μου, μεγάλο λάθος. Την είχα χάσει γιατί κάποιος άλλος την έκανε πιο ευτυχισμένη. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα από τα χείλη της.

Μη μπορώντας να αντικρύσω το άδειο μας σπίτι, και ελπίζοντας ότι ένα διάλειμμά από τη ρουτίνα της δουλειάς και το βροχερό καιρό του Λονδίνου θα με έκανε να δω τα πράγματα με κάποια ψυχραιμία, μάζεψα τα κομμάτια μου, τα έβαλα κακήν κακώς σε μια βαλίτσα και πήρα τηλέφωνο τον μόνο συμμαθητή μου από το MBA με τον οποίο είχαμε κρατήσει επαφή. Τον Youssef από το Μαρόκο.

Στα 20 χρόνια γνωριμίας μας δεν είχαμε κατορθώσει ούτε μια φορά να επισκεφθούμε ο ένας τον άλλον. Το ότι επέλεξα η επανένωση να γίνει Αυγουστιάτικα, σε Αφρικανική χώρα, με εμένα να έχω βάλει τουλάχιστον 10 χρόνια μέσα σε μια νύχτα, απλά αύξανε τη νευρικότητα που με είχε ήδη οδηγήσει στο να ξαναρχίσω το εδώ και μια 5ετία κομμένο τσιγάρο.

Συναντηθήκαμε στο αεροδρόμιο, σε μια ατμόσφαιρα πνιγηρή, και οι δύο σαν σκιές του παρελθόντος μας μα με εγκάρδια και φιλότιμα χαμόγελα. Με ρώτησε αν ήθελα να πάω πρώτα από το σπίτι να φρεσκαριστώ ή εάν ήθελα να πάμε κατευθείαν για μπύρες. Χωρίς δεύτερη σκέψη διάλεξα το δεύτερο.

Οδηγήσαμε 100 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, χωρίς να ανταλλάξουμε πολλές κουβέντες, κάτω από έναν αδυσώπητο ήλιο, ανάμεσα σε κάρα, πλανόδιους μικροπωλητές, ποδήλατα, δικυκλιστές και ατρόμητους πεζούς να ξεπετάγονται μπροστά μας σαν να’ταν ζωές-μπόνους σε ηλεκτρονικό παιχνίδι.  
Με επιδέξιους ελιγμούς ο Youssef παρέκαμψε την κίνηση και τα αδιάφορα κτίρια της κεντρικής Καζαμπλάνκα και βρεθήκαμε απευθείας σε ένα μπαρ λουσμένο με την αλμύρα του Ατλαντικού Ωκεανού.  Ότι χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή για να συνοδεύσω την κρύα μπύρα μου: τον απέραντο ορίζοντα για να χάσω μέσα του το βλέμμα μου.

Παραγγείλαμε και ξεκινήσα διστακτικά να του λέω την ιστορία μου. Προσπάθησε να καταλάβει αν αυτό που με είχε τσακίσει ήταν το ότι έχασα τη γυναίκα μου ή ότι διαλύθυκε η οικογένειά μου. Παραδέχτηκα ότι ο έρωτας προς τη Σούζαν είχε εξασθενίσει αρκετά μετά από τόσα χρόνια. Απογοητέυτηκε που ένας ακόμη σχολικός έρωτας έπεσε θύμα της καθημερινής τριβής. Πόσα πολλά είχε να μάθει ακόμη ο Youssef, που στα 45 του παραμένει αμετανόητος εργένης - ίσως γι’αυτό και εμφανισιακά φαίνεται πολύ νεότερός μου!

Κοιτάζοντας τον θυμήθηκα πως είναι να είσαι ξανά ο εαυτός σου.
Έμοιαζε τόσο ξέγνοιαστος και γεμάτος ζωντάνια. Έμοιαζα σαν ξέπνοο φάντασμα.
Κάναμε ένα διάλειμμά από το αλυσιδωτό μας κάπνισμα και παραγγείλαμε κάτι ελαφρύ να φάμε. Άρχισα να χαλαρώνω και να μπαίνω στους ρυθμούς της ξένης μα τόσο ζεστης αυτής χώρας.
Τον ρώτησα αν θα μπορούσα να μείνω στο ξενοδοχείο του μπαρ, μιας και ένα δωμάτιο σε πολυτελές ξενοδοχείο, με τη θέα αυτή φάνταζε από μόνο του αρκετά θεραπευτικό. Επέμεινε να γυρίσω μαζί του στο Ραμπάτ για να με φιλοξενήσει σπίτι του με τις 2 αδερφές του μα του εξήγησα ότι προτιμώ να νιώσω όσο πιο ελεύθερος γίνεται σε αυτή τη φάση. Το δέχτηκε με βαριά καρδιά, πλήρωσε τον λογαριασμό (σε αυτό δε σήκωνε κουβέντα) και υποσχέθηκε να γυρίσει την επόμενη μέρα να με βρει. Το Σαββατοκύριακο δεν αργούσε και θα μπορούσαμε να το περάσουμε μαζί στη Καζαμπλάνκα. Στο μεταξύ θα κανόνιζε να μου βρούν το ωραιότερο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Ένιωσα πραγματικά ευγνώμον που είχα αυτόν τον φίλο.

Είχα μόλις σβήσει το τελευταίο μου τσιγάρο και παράγγελνα μια ακόμη κρύα μπύρα. Το μυαλό είχε κάπως μουδιάσει από το πολύ αλκόολ, βάζοντας σε αναμονή τις μαύρες σκέψεις μου. Ήμουν ένα πτώμα και ονειρευόμουν τα καθαρά σεντόνια του δωματίου μου. Ήπια την πρώτη γουλία από την μπύρα και ένιωσα ένα ακόμη κύμα ευχαρίστησης – τα τσιγάρα μου είχαν στενγώσει το στόμα και γύρευα τη μπύρα όπως το ξεραμένο χώμα γυρεύει τη βροχή. Ο ήλιος έδυε και είχε δημιουργήσει μια υπέροχη αντίθεση βάφοντας τον ωκεανό πορτοκαλί της φωτιάς και τον ουρανό ένα επίσημο μπλε-μωβ. Μου έκανε εντύπωση που παρατήρησα κάτι τέτοιο, γιατί ο ρομαντικός μου εαυτός που θα επέτρεπε τέτοιου είδους «ανούσιες» παρατηρήσεις, είχε ξεμείνει κάπου στο Λύκειο.

Τις σκέψεις μου διέκοψε ένα απαλό άγγιγμα στην πλάτη και μια γυναικεία βελούδινη φωνή μιας μελαχρινής δεσποινίδας που ζήτησε ευγενικά φωτιά για να ανάψει το slimline τσιγάρο της. Η προφορά των αγγλικών πρόδιδε την Ισπανική καταγωγή της. Απόρησα πως κατάλαβε ότι είμαι Άγγλος μα μετά σκέφτηκα την αστεία λευκότητα του δέρματος, τα κτρινισμένα δόντια μου, τα ξεπλυμμένα μπλέ μάτια μου, και τα λεπτά ξανθά μαλλιά μου που πάλευαν να κρατηθούν από τους κροτάφους μου. Έπιασα τον εαυτό μου να κόκκινίζει ελαφρώς και να ψάχνει κάπως αμήχανα τον αναπτήρα. Το χέρι μου σταμάτησε στο στήθος, ίσως για να σταματήσει την καρδιά μου που σαν να είχε ανεβάσει παλμούς, ίσως για να ελέγξει την τσέπη που πουκαμίσου μου. Και τελικά κατάφερε μόνο το δεύτερο. Με μεγάλη προσπάθεια της πρόσφερα τη φωτιά κρατώντας ίσια τα χέρια μου.

Με ευχαρίστησε με ένα διάπλατο χαμόγελο που αποκάλυψε την πιο υπέροχη, κατάλευκή οδοντοστοιχία που είχα δει στη ζωή μου. Μου έδωσε το χέρι της και μου πρόφερε απαλά το όνομα της. Daniela. Το χέρι της έμεινε μεσα στο δικό μου περισσότερο απ’όσο θα περίμενα. Δεν έκανα την παραμικρή κίνηση να το αφήσω, κι ας αισθανόμουν τον ιδρώτα να αρχίζει να κυλάει από τα δάχτυλά μου στα δικά της. Της είπα το δικό μου όνομα και τη ρώτησα από που είναι. Απάντησε τραβόντας αργά και βασανιστικά το μεταξένιο της χέρι μέσα από το δικό μου. Ήταν από τη Μαδρίτη και είχε έρθει να προωθήσει το πρώτο της βιβλίο. Θα έμενε μόνο για απόψε. Με ρώτησε τι κάνω εγώ εδώ. Της ζήτησα τσιγάρο, κινδυνεύοντας να φανώ γελοίος καπνίζοντας slimline, και τη ρώτησα τι ποτό πίνει, αλλάζοντας θέμα. Μαργαρίτα, frozen. Παράγγειλα και σιωπηλά άρχισα να την επεξεργάζομαι σπιθαμή προς σπιθαμή. Τα δάχτυλά της μακριά και λεπτά, σαν τα τσιγάρα που κάπνιζε. Θα έβαζα στοίχημα ότι έπαιζε άριστο πιάνο. Τα μαύρα της στιλπνά μαλλιά γυάλιζαν σαν να είχε μόλις βγει από το κομμωτήριο αψηφώντας προκλητικά τη περιρρέουσα ζέστη και την υγρασία του περιβάλλοντος. Ενώ ξεκινούσαν ολόισια κατέληγαν σε όμορφες πυκνές μπούκλες που ήταν σαν να εκλιπαρούσαν να τις τιθασέψεις.

Το μεταξένιο λευκό αμάνικο πουκάμισο που φορούσε έπεφτε απαλά στο στήθος της, διαγράφοντας το αχνά στο ημίφως, ενώ άφηνε ακάλυπτο το λαμπερό  σταρένιο δέρμα των ώμων της. Ήταν προφανές ότι είχε συνδυάσει τη δουλειά με διακοπές καθώς είχε ροδοκοκκινίσει από τον ήλιο. Το διακριτικό άρωμα της ενυδατικής της κρέμας έφτανε γαργαλιστικά στα ρουθούνια μου.

Μόλις κάθισε στο διπλανό σκαμπό, η μαύρη μίντι φούστα της ανέβηκε μέχρι τη μέση των μοιρών της και δεν μπόρεσα να μην ακολουθήσω με το βλέμμα μου τα μακριά λεπτά της πόδια που κατέληγαν σε δύο φονικές μαύρες γόβες-στιλέτο. Διαβάζοντας τη σκέψη μου μου αποκρίθηκε ότι είχε μόλις τελειώσει την παρουσίαση και δεν είχε προλάβει να αλλάξει. Μου παραπονέθηκε ότι οι γόβες την χτυπάνε και την προέτρεψα να τις βγάλει. Έτσι κι έκανε. Τα δάχτυλα των ποδιών της ήταν εξίσου ντελικάτα και θελκτικά με των χεριών της. Μου εξομολογήθηκε ότι θα πέθαινε για ένα μασάζ στις πατούσες εκείνη την στιγμή και χαριτολογώντας της είπα ότι θα το αναλάμβανα εγώ για 50 λίρες την ώρα. Γελάσαμε αμήχανα γιατί και οι δυο το ξέραμε ότι θα το έκανα δωρεάν…

Ήρθε το ποτό της και ξεκίνησε ένα νέο βασανιστήριο. Πήρε με τα δάχτυλά της το λεμόνι από το στόμιο και το έβαλε ανάμεσα στα σαρκώδη χείλη της. Η γαλλική της μύτη  ζάρωσε από την ανατριχίλα της οξύτητας. Έβγαλε την υγρή της γλώσσα και άρχιζε να γλείφει ηδονικά το αλατισμένο στόμιο του ποτηριού. Ήπιε μερικές μεγάλες γουλιές, και αφού πιπίλισε για λίγο τον πάγο που έμεινα στο στόμα της τον έσπασε με τα δόντια της. Τη ρώτησα αν πίνει την μαργαρίτα της πάντα το ίδιο ¨ενοχλητικά” για τους γύρω της και γέλασε αυτή τη φορά με την καρδιά της. Το μπαρ φωτίστηκε με μια λάμψη εκτυφλωτική που με έκανε να σαστίσω.

Της ζήτησα να μου μιλήσει για το βιβλίο της. Έβαλε δήθεν ντροπαλά τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της και χαμήλωσε το κεφάλι. Σε κάθε κίνησή της μου ερχόταν ένα μεθυστικό άρωμα αγιοκλήματος. Σήκωσε το βλέμμα και τα μεγάλα καφετιά μάτια της καρφώθηκαν στα δικά μου. “Θες πραγματικά να ακούσεις;» με ρώτησε, μα μου πήρε γύρω στα 10 δευτερόλεπτα να συνέλθω και να απεγκλωβιστώ από εκείνη την φυλακή των ματιών της.

Την άκουσα αποσβολωμένος να μου περιγράφει την ιστορία του βιβλίου της: Ήταν μια ιστορία απιστίας μιας γυναίκας απέναντι στον άντρα της που είχε πάψει χρόνια να την ποθεί και να της φέρεται όπως της αξίζει. Έχοντας να νιώσει το θαυμασμό, την ηδονή και το χάδι πολλούς μήνες, η πρωταγωνίστρια αφήνεται στην ερωτική πολιορκία ενός αγνώστου, στο μπαρ ενός ξενοδοχείου όπου βρέθηκε για επαγγελματική υποχρέωση.  Με την τελευταία της φράση τελειώνει το υπόλοιπο ποτό με μια γουλιά, με κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια και κάνει νόημα στο σερβιτόρο για άλλο ένα.

Ώστε πράγματι με φλέρταρε, δεν ήταν ιδέα μου.  Εμένα, τον σκονισμένο μεσήλικα από την γηραία Μεγάλη Βρετανία. Αυτό το μπουμπούκι της Μεσογείου με το σφρηγιλό κορμί και το στητό στήθος. Με φλέρταρε. Ήπια κι εγώ τη μπύρα μου μονοκοπανιά και παρήγγειλα δυο σφηνάκια τεκίλα.

Το όνειρο του δωματίου μου με τα καθαρά σεντόνια όπως το είχα αρχικά σχεδιάσει, είχε αρχίσει ξαφνικά να ξεμακραίνει και να αλλάζει μορφή. Τώρα στο μυαλό μου ξετυλίγονταν νέες εικόνες. Πάνω στα σεντόνια απλώνονταν σαν φίδια οι πυκνές μαύρες μπούκλες της. Της χάιδευα κάθε σπιθαμή του μεταξένιου της κορμιού και εκείνο ανταποκρινόταν σπαρταρώντας σε κάθε κίνηση. Η μεταξένια σάρκα της έλαμπε μες το φώς της νύχτας και τα μακριά της πόδια τυλίγονταν γύρω από την πλάτη μου. Έχωνα το πρόσωπό μου ανάμεσα από το στήθος της και μεθούσα με το άρωμά της. Δυο ιδρωμένα κορμιά πάλευαν και χόρευαν σε απόλυτη αρμονία, πότε ρυθμικό βάλς, πότε αισθησιακό τανγκό, πότε εκρηκτική σάλσα, με μουσική υπόκρουση  τις βαριές ανάσες και τα πνχιτά βογκητά. Δάγκωσε απαλά το αυτί μου καθώς το φιλούσε και την ώρα της κορύφωσης τα λεπτά της δάχτυλα μου τραβούσαν τα μαλλιά.

Ήπιαμε τις τεκίλες με μια γουλιά και σαν να έχει διαβάσει για άλλη μια φορά τη σκέψη μου, φόρεσε τις γόβες της και με ακολούθησε σιωπηλά στη ρεσεψιόν και μετά στο ανσασέρ για το δωμάτιο μου.

Το πρωί ο πονοκέφαλος δε με άφηνε να ανοίξω εντελώς τα μάτια μου. Με μισόκλειστα βλέφαρα είδα στο τραπέζι του σαλονιού ένα βιβλίο.
Tίτλοs: Margarita 
Συγγραφέας: Daniela Abano

Μύρισα την κάθε του σελίδα. Μύριζε αγιόκλημα. Παρήγγειλα καφέ και βγήκα στο μπαλκόνι. Άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί στον υγρό ορίζοντα. Πήρα δυο βαθιές ανάσες από τον ωκεανό. Κάθισα στον καναπέ και άνοιξα την πρώτη σελίδα. 

Συγγραφέας: Χριστίνα Γαβρίλη - Φοιτήτρια Tabula Rasa 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...