Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

"Η καρδιά ενός μαχαιριού" του Μάνου Σφυράκη


Το σκοτάδι ήταν αποπνικτικό ενώ μέσα του φοβόταν πως κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί. Μια απότομη κίνηση έκανε το κακόμοιρο το μαχαίρι κουζίνας να γλιστρήσει ακόμα περισσότερο μέσα στην τσέπη του δράστη, τον οποίο δεν μπόρεσε να δει πολύ καλά στο πρόσωπο όταν το άρπαξε!

Οι κινήσεις από αργές τώρα πια είχαν γίνει γρηγορότερες και αυτό είχε αρχίσει να προκαλεί στο μαχαίρι τρομερό πονοκέφαλο αλλά και ναυτία…

Ποτέ άλλοτε δεν είχε μπει σε άλλο σκοτεινό μέρος, πέρα από το συρτάρι στο οποίο αναπαυόταν μαζί με τους φίλους και την οικογένεια του και τώρα του φαινόταν παράξενο που βρισκόταν σ’ αυτό το άγνωστο και άβολο μέρος.

Σκέψεις πολλές περνούσαν από το θολωμένο του μυαλό όμως δεν ήξερε σε ποια απ’ όλες θα μπορούσε να στηριχτεί! Για ποιο λόγο κάποιος να ήθελε να το “απαγάγει” από τη ζεστή και όμορφη παρέα του; Μια χαρά περνούσε μαζί τους ενώ ήταν και αρκετά εξυπηρετικό με τους άλλους συγκάτοικούς του που του φέρονταν με μεγάλη προσοχή και καλοσύνη, αφού μετά από μια κουραστική μέρα δουλειάς, πάντα του έκαναν ζεστό ή και κρύο μπανάκι που συνοδευόταν από πλούσιο αρωματικό αφρό…

Τι κι αν προσπαθούσε να ξεχαστεί με σκέψεις θετικές και όμορφες, το μυαλό του δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το γεγονός ότι ίσως κάποιος προσπαθούσε να του κάνει κακό ή ακόμα χειρότερα να βλάψει κάποιον άλλον. Δεν ήταν αφελές, γνώριζε πως ως μαχαίρι μπορούσε να προκαλέσει ζημιά, έτσι κι αλλιώς το είχε ακούσει αλλεπάλληλες φορές να το λέει και η κυρία του σπιτιού όταν μάλωνε τα παιδιά της: «Το μαχαίρι δεν είναι παιχνίδι για να παίζετε! Μπορεί να τραυματιστείτε μ’ αυτό!». Όσο κι αν το πλήγωνε αυτό, ήταν η αλήθεια, δεν μπορούσε να παίξει με κανέναν γιατί ο τρόπος κατασκευής του το καθιστούσε επικίνδυνο!

Ακόμα θυμόταν εκείνη την φορά που η μικρή Μαρία ενώ προσπαθούσε να κόψει ένα μήλο, κατά λάθος κόπηκε… Ήταν μια από τις χειρότερες μέρες της ζωής του, καθότι την συμπαθούσε πάρα πολύ. Για αρκετές μέρες αισθανόταν χάλια και ήταν τόσο πολύ στεναχωρημένο που ευχόταν να μπορούσε να αποκτήσει λαλιά για της πει πόσο πολύ λυπάται που την πλήγωσε! Παρόλο που εκείνη είχε πια μεγαλώσει και είχε φύγει από το σπίτι, το μαχαίρι την θυμόταν ακόμα! Εξάλλου δεν ήταν και λίγες οι φορές που την είχε βοηθήσει να αλείψει το βούτυρο και την μαρμελάδα στο ψωμάκι της ή να κόψει την ζουμερή μπριζόλα της. Ήταν λες και εκείνη αισθανόταν κάτι για το ίδιο το μαχαίρι, μα αν αυτό ίσχυε τότε γιατί έφυγε και το άφησε πίσω; Γιατί δεν γύρισε ποτέ πίσω να το πάρει μαζί της; Μάλλον ποτέ δεν πρόκειται να το μάθει…

Οι μόνες σκέψεις που μπορούσαν να το απαγκιστρώσουν από την ζοφερή του πραγματικότητα εκείνη την στιγμή ήταν αυτές με την Μαρία, όμως δυστυχώς, σύντομα κάτι το έκανε να αποκόψει τις σκέψεις του αυτές και να επανέλθει στον πρωταρχικό του φόβο και στην κρύα μοναξιά του…
Κάτι ζεστό τρύπωσε μέσα στην σφιχτή τσέπη όπου βρισκόταν και τυλίχτηκε γύρω από την λαβή του. Δεν ήταν αρκετά σίγουρο αλλά η ζεστή αυτή υφή του έμοιαζε με δάχτυλα! Μέσα του ευχόταν να είναι δάχτυλα κι αν μπορούσε όποιος κι αν ήταν αυτός που το είχε εγκλωβίσει μέσα σ’ αυτό το έρεβος, να το τραβούσε έξω αυτή την ίδια στιγμή! Ήθελε να δει το πρόσωπο εκείνου που με βία το άρπαξε από το συρτάρι, όπου ήρεμα κι ωραία αναπαυόταν δίχως να ενοχλεί κανέναν…

Τα τυλιγμένα δάχτυλα γύρω από την λαβή του έμεναν στάσιμα. Η ζεστασιά τους ήταν τόσο ωραία που το μαχαίρι άρχισε ξανά να αναπολεί τον παλιό καλό καιρό με την Μαρία και να φαντάζεται πως θα ήταν αν εκείνη βρισκόταν τώρα εκεί.

Κάπως έτσι αισθανόταν όταν το έπαιρνε στα χέρια της για να κάνει κάποια δουλίτσα, τέτοια ήταν η αίσθηση, τόσο ζεστή και όμορφη, που έκανε το μαχαίρι τις στιγμές εκείνες να πετάει στην παραδεισένια χώρα τον μαχαιριών! Γιατί να μην ήταν και η Μαρία ένα μαχαίρι όπως κι εκείνο για να μπορεί συνέχεια να βρίσκεται μαζί της; Πάντοτε το είχε απορία…

Μια φωνή κάπως οικεία το διέκοψε ξανά από τις βαθυστόχαστες σκέψεις του! Ήταν η φωνή της Μαρίας, κάπως αλλοιωμένη βέβαια. Η χαρά του εκείνη την στιγμή δεν περιγραφόταν αφού σκέφτηκε πως το αγαπημένο του κορίτσι είχε έρθει για να το σώσει…
Στην φωνή της Μαρίας άρχισε όμως να ακούει ένα τρέμουλο, ήταν σαν τότε, όταν κόπηκε και ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Ένα δυνατό φως, τύφλωσε το μαχαίρι και ξαφνικά μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων είδε τα μάτια της Μαρίας να καθρεπτίζονται πάνω του. Το μαχαίρι ήταν στραμμένο προς τους γονείς της, κι εκείνο πάγωσε από την τρομάρα του! Τότε άκουσε την Μαρία να τους λέει: «Δώστε μου τα λεφτά αν θέλετε το καλό μου!»
 
Το μαχαίρι την κοίταξε. Δεν ήταν η Μαρία που θυμόταν! Η λάμψη από τα μάτια της είχε πια χαθεί ενώ το πρόσωπο της ήταν χλωμό και σκυθρωπό, μοιάζοντας περισσότερο σε φάντασμα! Ο πατέρας της προσπαθώντας να την ηρεμήσει της απάντησε: «Πρέπει να ηρεμήσεις Μαρία μου, δεν είσαι καλά, χρειάζεσαι βοήθεια…»
«Αυτό που χρειάζομαι είναι η δόση μου και τίποτα άλλο! Δώστε μου τα λεφτά αλλιώς αυτή θα είναι η τελευταία συζήτηση που θα έχουμε κάνει!»

Ο πατέρας της αρνείται και προσπαθεί να την πλησιάσει. Το μαχαίρι σοκαρισμένο παρακολουθεί όλη την έντονη αυτή συζήτηση και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει, γιατί η Μαρία συμπεριφερόταν τόσο περίεργα.

Πριν προλάβει όμως να σκεφτεί οτιδήποτε παραπάνω, η ουσία του ολόκληρη άρχισε να διαπερνά την ζεστή σάρκα της Μαρίας καθώς μια πνιχτή κραυγή ίσα που ακούστηκε! Έμεινε μέσα της για λίγα μόνο δευτερόλεπτα όμως ήταν αρκετά για το μουσκευτεί με το αίμα της και να το γευτεί μέσα του βαθειά…

Το μαχαίρι παρατημένο κάτω στο πάτωμα, κοιτούσε την Μαρία όπου προσπαθούσαν να την επαναφέρουν στη ζωή.
«Αυτό που έκανε» σκέφτηκε το μαχαίρι «ήταν άδικο! Με ανάγκασε να πράξω φόνο!»
Η Μαρία το είχε προδώσει με τον χειρότερο τρόπο, κι αυτό πονούσε πολύ! Είχε αρχίσει να την μισεί για ότι έκανε…
Τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο για το μαχαίρι, γιατί δεν ήταν πλέον ένα απλό μαχαίρι κουζίνας αλλά ένας ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ!!!

Συγγραφέας: Μάνος Σφυράκης - Φοιτητής Tabula Rasa


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...