Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

"Στίγματα" του Αργύρη Γιαμάλογλου


Πειραιάς 1964. Κορυδαλλός. Χωματόδρομοι, γειτονιές, σπιτικές μυρωδιές. Ένα μικρό ποτάμι χωρίζει την πόλη στα δύο. Καλοκαίρι. Αφόρητη ζέστη. Το χώμα καίει, μικρά παιδάκια κλωτσάνε μια ξεφούσκωτη μπάλα στην αλάνα απέναντι από το μοναστήρι. Η Ιερά Μονή της Αγίας Μαρίνας. Μεγαλόπρεπη και επιβλητική. Το στολίδι της πόλης.

Η οικογένεια Θεοχάρη έχει μόλις φτάσει από τη Θεσσαλονίκη. Έκαναν ένα πολύ μακρύ ταξίδι αλλά δεν είχαν άλλη λύση. Απελπισμένοι. Φτωχοί. Κουβαλάνε ένα μεγάλο βάρος, ένα φορτίο ασήκωτο στις πλάτες τους. Η Βασιλική και ο Γεράσιμος, 10 χρόνια παντρεμένοι και τα τρία τους παιδιά ο Γιώργος 11 ετών, ο Νίκος 9 ετών και ο μικρός Κωστάκης 8 ετών. Μαζί τους και η πολυαγαπημένη τους γιαγιά, μητέρα της Βασιλικής, η Παγώνα. Φιλοξενούνται στο σπίτι της Σοφίας, αδερφής της Βασιλικής.

Ακούνε καιρό τώρα για τη Μονή αλλά ο Γεράσιμος δεν πιστεύει σε αυτά τα πράγματα. «Θαύματα και βλακείες», συνηθίζει να λέει. «Μόνο η Ιατρική υπάρχει, τίποτα άλλο». Δεν ήθελε να έρθουν. Δεν ήθελε να μάθει ο κόσμος. Φοβάται. Πιστεύει ότι ίσως αυτός φταίει για ότι έχει γίνει. Χωρίς λόγο. Απλά κατηγορεί τον εαυτό του γιατί δεν ξέρει ποιον να κατηγορήσει. Τη νύχτα πριν πέσει να κοιμηθεί παρακαλάει για ένα θαύμα. Αλλά του κάκου. Τίποτα δεν συμβαίνει, τίποτα δεν αλλάζει.

Η Βασιλική κατηγορεί το θεό. Μέσα της. Αυτό πιστεύει. Πιστεύει ότι φταίει ο θεός, δεν το αξίζανε κάτι τέτοιο. Είναι θρήσκοι άνθρωποι. Και τα παιδιά τους. Κάθε Κυριακή στην Εκκλησία.

Τα αδέρφια του μικρού Κωστάκη δεν καταλαβαίνουν, τον πειράζουν συνέχεια. Τους είναι δύσκολο να καταλάβουν τι συνέβη στον αδερφό τους. Τον κρύβουν.

Η γιαγιά κλαίει τα βράδια αλλά ξέρει ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό που συμβαίνει. Και φοβούνται. Φοβούνται μην το μάθει η γειτονιά, μην του συμβεί κάτι, μήπως κολλήσει κάποιον, φοβούνται για τα πάντα. Γιατί έχουν άγνοια. Δεν ξέρουν τι έχει ο μικρός.

Κάποια μέρα βγήκε στο δρόμο. Δεν άντεχε άλλο το σκοτάδι του υπογείου. Ήθελε να δει τι συμβαίνει έξω. Δεν μπορούσε άλλο να είναι κλεισμένος εκεί μέσα.. Στη σκοτεινή, πέτρινη φυλακή. Δεν είχε κάνει και κανένα κακό άλλωστε. Ούτε έφταιγε εκείνος για ότι του συνέβαινε. Δεν το προκαλούσε εκείνος. Με το που βγήκε στον ήλιο άρχισε να τον πιάνει φαγούρα και έβγαλε την μπλούζα του. Τον είδε μια γειτόνισσα από απέναντι, η Μαρία, παιδική φίλη της Βασιλικής και πήγε κοντά. Είχε να τον δει τουλάχιστον έξι μήνες. Όσο καιρό δηλαδή συνέβαινε το κακό. Ο Κωστάκης ήταν πάντα θέμα ταμπού για την οικογένεια Θεοχάρη. Κανείς δεν τους ρωτούσε γιατί δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι, γιατί σταμάτησε να πηγαίνει σχολείο, αλλά όλοι αναρωτιόνταν τι συμβαίνει.

Όταν είδε τα στίγματα πάνω του, τρόμαξε, δεν ήξερε τι να κάνει, τι να του πει. Είχε ακούσει γι’ αυτά. Ότι αυτός που φέρει τα στίγματα του Χριστού πάνω του, είναι ο Αντίχριστος. Και ο Κωστάκης είχε τέτοια φάτσα... Ακόμα και χωρίς τα στίγματα ήταν τόσο σκληρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του που όποιος τον έβλεπε τρόμαζε. Δεν ήταν σαν τα συνηθισμένα παιδάκια. Του άρπαξε το χέρι και είδε το στίγμα στον αντίχειρα του. Ανάποδος σταυρός. Έτρεξε στον παπά. Εκείνος την έβαλε να ορκιστεί ότι δεν θα το πει πουθενά και της ζήτησε να φέρει το παιδί εκεί. Εν τω μεταξύ οι γονείς του στο σπίτι είχαν τρελαθεί. Δεν ήξεραν που είχε πάει και τι είχε γίνει. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη και ο Κωστάκης πουθενά.

Μετά από 4 ώρες ο Κωστάκης γύρισε σπίτι. Η Βασιλική τον αγκάλιασε κλαίγοντας γιατί ήταν πια σίγουρη ότι ο μικρός γιος της είχε πεθάνει. Τον είχε πάρει ο Κύριος στους ουρανούς. Ο μικρός τους είπε ότι αυτή η αρρώστια που έχει θα φύγει μόνο αν πάνε στην Ιερά Μονή της Αγίας Μαρίνας στην Αθήνα και συγκεκριμένα στον Κορυδαλλό. Η Μονή έχει μια θαυματουργή εικόνα της Αγίας Μαρίνας που κλαίει. Και το ποτάμι μπροστά από τη μονή περιέχει τα δάκρυα της. Τους είπε τα θαύματα που του είχε εξιστορήσει ο Παπάς. 

Οι γονείς δεν ήξεραν τι να κάνουν. Αλλά και πώς να πάνε μέχρι εκεί. Λεφτά δεν υπήρχαν. Πόσο μάλλον για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Και πως θα τον εμφάνιζαν στην Αθήνα. Τα στίγματα πλέον ήταν παντού. Ακόμα και στο πρόσωπο του. Χαρακιές και ανάποδοι σταυροί που συχνά μάτωναν χωρίς καν να το αντιλαμβάνεται ο Κωστάκης. Αν το έβλεπε αυτό ένας άνθρωπος, τρομαγμένος, θα καλούσε κατευθείαν την αστυνομία.

Τη λύση βρήκε πάλι ο παπάς που τους πρότεινε να τον φασκιώσουν και να προσποιηθούν πως έχει μια μεταδοτική ασθένεια ώστε να μην τους πλησιάσει κανείς και να μπορέσουν να μπουν σε ένα βαγόνι μόνοι τους.

Έτσι βρέθηκαν στη Μονή. Ο μικρός με το που αντίκρισε το ποτάμι, έτρεξε, πετώντας τα ρούχα του στον αέρα, σαν κάτι να τον καλούσε, σαν κάτι να τον φώναζε να πάει εκεί. Οι γονείς του έτρεξαν πίσω του αλλά πλέον ήταν αργά. Χωρίς καν να το σκεφτεί και ενώ δεν ήξερε μπάνιο, βούτηξε, γυμνός πια, μέσα στο ποτάμι. Οι γονείς του καθώς και διάφοροι άνθρωποι που είχαν πάει να προσκυνήσουν τη μονή, παρακολουθούσαν τη σκηνή με μεγάλη περιέργεια. Είχε αρχίσει να μαζεύεται κόσμος καθώς μάθαιναν ότι ένα μικρό, άρρωστο παιδί, έχει πέσει στο ποτάμι για να «καθαριστεί» απ’ την αρρώστια. Μετά από δέκα λεπτά, το παιδί άρχισε να βγαίνει ζητώντας τη μαμά του. Ο ήλιος έκαιγε αλλά δεν αισθανόταν πια ότι θέλει να ξυθεί, ούτε φαγούρα, ούτε κάψιμο. Κοίταξε τα χέρια του. Τους ώμους του. Τα πόδια του. Κάθισε κάτω, στο καυτό χώμα και κοίταξε κάτω από την πατούσα του. Τον αγκώνα του. Την κοιλιά του. Τον καρπό του. Ο ανάποδος σταυρός είχε εξαφανιστεί ως δια μαγείας. Τα στίγματα το ίδιο. Οι κοκκινίλες, τα αίματα, οι γραντζουνιές από τη φαγούρα. Τα πάντα. Ήταν άσπρος σαν γάλα. Και καθαρός. Απόλυτα καθαρός.

Η μητέρα του με δάκρυα στα μάτια, έτρεξε και τον αγκάλιασε. Τον σκούπισε με τα ρούχα της και με μια παλιά πετσέτα που είχε μαζί της και του έβαλε ξανά τα ρουχαλάκια του. «Για να μη μου κρυώσεις», του είπε. Κανείς από την οικογένεια δεν μπορούσε να πιστέψει το θαύμα που είχαν δει μπροστά στα μάτια τους. Η φωτογραφία τους κοσμεί πλέον τους τοίχους της μονής, μαζί με τα υπόλοιπα θαύματα, μικρά και μεγάλα που έχουν γίνει εκεί. Ο μικρός Κωστάκης δεν ξαναεμφάνισε στίγματα από τότε. Τώρα πια έχει μεγαλώσει και δεν θυμάται τίποτα από αυτή την περιπέτεια του. Είναι σαν να τα ξέχασε όλα με το που βγήκε από το ποτάμι και να άρχισε μια καινούργια ζωή.

Συγγραφέας: Αργύρης Γιαμάλογλου - Φοιτητής Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...