Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

"Η δικιά μου φυλακή" της Αγαθονίκης Τσιάκαλου



Στο σαλόνι επικρατούσε ησυχία και ο θόρυβος απέξω έκανε την Νεφέλη να φαντάζει πως εκεί είναι ο παράδεισός της, η ελευθερία της αλλά και η φυλακή της ταυτόχρονα. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τώρα ηρέμησα» σκέφτηκε και ένα χαμόγελο χαράκτηκε στο πρόσωπο της. Άφησε το αιματοβαμμένο μαχαίρι που κρατούσε στον πάγκο της κουζίνας και έπλυνε τα χέρια της. Αίμα κυλούσε από τα χέρια της και οι κινήσεις της ήταν μηχανικές σχεδόν ρομποτικές. Έπειτα πήρε το μαχαίρι και το έπλυνε σαν να ήταν ένα μαχαίρι που λερώθηκε από βούτυρο και έπρεπε να καθαριστεί. Το στοίβαξε μαζί με τα άλλα μαχαίρια και καθάρισε όλη την κουζίνα της όπως έκανε κάθε πρωί.

Μεταφέρθηκε στο σαλόνι, έβαλε χαλαρωτική μουσική, κάθισε στο πάτωμα σε στάση λωτού όπως συνήθιζε να κάνει στην άσκηση της γιόγκα και έκλεισε τα μάτια της. Δίπλα της ακριβώς κειτόταν νεκρός ένας άντρας με μια λίμνη αίματος γύρω του. Η Νεφέλη κάθισε εκεί για αρκετή ώρα όταν η ηρεμία της αποσπάστηκε από ένα τηλεφώνημα. Σηκώθηκε νευριασμένα και έβρισε όποιον βρισκόταν στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου.

Κάθισε πάλι στην γνωστή στάση της γιόγκα αλλά αυτή τη φορά ακούμπησε πάνω στα αίματα. Εκνευρίστηκε με την υγρασία που ένιωσε ξαφνικά στα ρούχα της. Σηκώθηκε και αντίκρυσε τον νεκρό άντρα που βρισκόταν στο σαλόνι της. Έβαλε τις φωνές, ήταν σαν να έβλεπε πρώτη φορά το πτώμα αλλά σίγουρα όχι τον νεκρό. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν.

Δεν ήταν άλλος από τον άντρας της.
Δεν ήξερε τι να κάνει, έτρεμε από φόβο γι’ αυτό που μόλις συνειδητοποίησε πως είχε διαπράξει. Έτρεξε προς το τηλέφωνο, τα τρεμάμενα χέρια της σχημάτισαν τρία νούμερα.
«Σκότωσα τον άνδρα μου» είπε και έκλεισε την γραμμή.

Λίγη ώρα αργότερα η αστυνομία είχε φτάσει στο κατώφλι της και προσπαθούσε να μπει. Η Νεφέλη από την άλλη άκρη της πόρτας αδυνατούσε να τους ανοίξει. Καθόταν σε μια γωνιά κουλουριασμένη σαν ένα μικρό κοριτσάκι και έκλαιγε με αναφιλητά. Δευτερόλεπτα αργότερα έφτασε στην πόρτα της μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας. Η μητέρα της, η οποία είχε τηλεφωνήσει νωρίτερα και ανησύχησε πολύ όταν άκουσε το παιδί της να την βρίζει. Άνοιξε με το δεύτερο κλειδί που διέθετε στην αστυνομία και έτρεξε να αγκαλιάσει το παιδί της αλλά η αστυνομία την κράτησε έξω για λόγους ασφαλείας.

Η αστυνομικοί άρπαξαν την Νεφέλη και σαν να ξυπνούσε από ένα όνειρο άρχισε να ουρλιάζει, να λέει και να φτύνει προς τον νεκρό «Τον σκότωσα τον μπάσταρδο!».
Η Νεφέλη δεν συνεργαζόταν με τους αστυνομικούς, την πήραν σηκωτή και την έβαλαν με το ζόρι στο περιπολικό. Μισή ώρα αργότερα βρισκόταν στο ανακριτήριο.
«Νεφέλη μας είπες νωρίτερα πως σκότωσες τον άνδρα σου» είπε ο αστυνομικός.
«Όχι δεν τον σκότωσα εγώ. Τον αγαπούσα τον Σπύρο, δεν μπορεί να το έκανα εγώ» ομολόγησε η Νεφέλη και το κορμί της σπάραζε από φόβο. Ο αστυνομικός είχε μπερδευτεί, αυτό που έλεγε το εννοούσε και το έδειχνε. Η μητέρα της Νεφέλης εξήγησε στον αστυνόμο  την κατάσταση της και ότι πάσχει από διπολική διαταραχή.

Τις επόμενες μέρες της ζωής της η Νεφέλη κοιμόταν και ξυπνούσε φυλακισμένη σε ένα δωμάτιο με μαξιλάρια στους τοίχους. Έτσι τα ονομάτιζε η ίδια στην μητέρα της. Ήξερε ακριβώς που βρισκόταν και δεν την πείραζε μερικές φορές.
Εκεί σε αυτό το δωμάτιο είχε την ηρεμία που πάντα ήθελε αλλά και την δυστυχία που την έπνιγε όταν ήξερε πως είχε σκοτώσει τον έρωτα της ζωής της.  

Συγγραφέας: Αγαθονίκη Τσιάκαλου - Φοιτήτρια Tabula Rasa

1 σχόλιο:

  1. Πολύ παραστατικό και βαθύ που προκαλεί εντονα συναισθήματα..Μπράβο Νίκη μου!Εύα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...