Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

“Το σκυλάκι της Αννούλας” της Σοφίας Παϊδούση




Κάπου, σε μία μεγάλη πόλη, σε ένα μικρό διαμέρισμα ζει η Αννούλα, ένα μικρό κορίτσι με τους γονείς της. Δεν έχει αδέλφια. Ένα απόγευμα βρίσκεται καλεσμένη στα γενέθλια της φίλης της, Ελένης.  Όλοι είναι μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι ευχόμενοι: "Να ζήσεις Ελενούλα και χρόνια πολλά, μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά!!!" Η Ελενούλα σβήνει τα κεράκια, όλοι χειροκροτούνε και οι γονείς της, της εμφανίζουν ένα κουτί με ένα μικρό σκυλάκι μέσα. Η Ελένη είναι πανευτυχής. Η Άννα χαίρεται για την ευτυχία της φίλης της, αλλά από την άλλη ζηλεύει λίγο. Κι εκείνη θα ήθελε να είχε ένα μικρό σκυλάκι να το φροντίζει και να παίζει μαζί του. Να το ‘χει σαν το αδελφάκι που δεν έχει, ή σαν καλό του φιλαράκι.

Μία μέρα στο σπίτι, η μητέρα της, η Σοφία, ετοιμάζει φαγητό. Φωνάζει την Αννούλα να φάει. Κατά τη διάρκεια του φαγητού η Αννούλα αναστενάζει, προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή της μητέρας της. 
"Αχ μανούλα δεν θα ήταν ωραία να είχαμε και 'μεις ένα σκυλάκι..." Η Σοφία γουρλώνει τα μάτια.
"Πού σου 'ρθε αυτό παιδί μου;" 
"Να, είδες οι γονείς της Ελένης της πήρανε σκυλάκι..." 
"Η Ελένη μωρό μου, μένει σε μεγάλο σπίτι εμείς δεν έχουμε χώρο... ούτε λεφτά για κτηνιάτρους... δυστυχώς". 
"Μα μαμά..."  
 "Τρώγε το φαγητό σου. Άσε τις ζημιές και την ακαταστασία. Και εγώ με τη δουλειά δεν προλαβαίνω ούτε να μαγειρέψω καλά καλά. Και ο πατέρας σου δεν το καταλαβαίνει". 
Η Άννα σταματάει να τρώει και στενοχωριέται. Το θεωρεί αδύνατο μάλλον να πείσει τη μαμά της.

Ο καιρός περνάει και η Αννούλα συνεχίζει να είναι κατσουφιασμένη. Στο γυρισμό από το σχολείο, σταματάει και χαζεύει τα σκυλάκια στο κατάστημα ζώων της γειτονιάς. Μία μέρα στο σχολείο όμως, ακούει μια φίλη της, να λέει ότι πριν λίγες μέρες η σκυλίτσα της γέννησε. "Α, τι καλά!" αναφωνεί η Άννα. "Ναι και είναι πανέμορφα. Και είναι και μικρούλικα σαν τη μάνα τους". "Αχ τι ωραία!! "Ναι και τα δύο από τα τρία τα χαρίζουμε, μήπως ενδιαφέρεσαι;" "Ε... ναι γιατί όχι!" Απάντησε με τη μία η Αννούλα. Σκεπτόμενη ότι είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να πάρει το σκυλάκι που τόσο θέλει, χωρίς να βάλει σε έξοδα τους δικούς της. "Ωραία περνάμε μετά από το σπίτι μου να διαλέξεις ένα!" "Τέλεια ανυπομονώ!" Λέει εκείνη και ένα πλατύ χαμόγελο κυκλώνει το προσωπάκι της.

Η Αννούλα παίρνει με πολύ χαρά το μικρό σκυλάκι, που είναι πραγματικά πανέμορφο και πολύ χαριτωμένο, και το κρύβει σε μία μικρή αποθήκη. "Εδώ μικρούλη δεν θα σε βρούνε. Δεν κατεβαίνουν σχεδόν ποτέ. Θα είσαι ασφαλής. Λοιπόν θα σε ονομάσω... Μπούμπη. Ναι, σου πάει αυτό το όνομα"... "Γαβ γαβ" "Είσαι πανέμορφος... Σε λατρεύω..." Ψιθυρίζει στο σκυλάκι, καθώς το αγκαλιάζει. "Πάω να σου φέρω λίγο φαγητό, πριν γυρίσουν οι δικοί μου εντάξει;"  Η Άννα το περιποιείται όσο μπορεί. Δεν της πάει η καρδιά να τ' αφήσει μόνο του. "Λοιπόν μικρούλη μου, σ' αφήνω όμως, πρέπει να πάω πάνω πριν το καταλάβουν. Να είσαι ήσυχος εντάξει; Θα ξανακατεβώ σε λίγο. Μάκια πολλά". Το σκυλάκι της κάνει πολλές χαρούλες. Φαίνεται να ταιριάζουν πολύ οι δύο τους.

Καθημερινά η Αννούλα κατεβαίνει τρεις φορές στην αποθήκη. Πριν το σχολείο, μετά και όταν βγαίνει από το σπίτι για άλλες δραστηριότητες. Σε κάθε ευκαιρία δηλαδή που βρίσκει. Το ταΐζει, του βάζει νεράκι και παίζει μαζί του όταν λείπουν οι δικοί της. Μοιάζει τόσο ευτυχισμένη. Και στο σχολείο τα πάει πολύ καλύτερα.

Μία άλλη μέρα στην αποθήκη. "Μπούμπι μου! Αγάπη μου τι κάνεις;;! Πώς είσαι; Σου έλειψα καθόλου; Το ξέρω μικρούλη και ‘γω σ' αγαπώ. Λοιπόν έλα να φας. Πώς τα πέρασες σήμερα; Ναι μωρέ θέλεις βολτούλα τώρα που μεγάλωσες λίγο... Θα σε πάω στο υπόσχομαι". Θα βρω τον τρόπο τουλάχιστον να σε βγάλω από δω για λίγο χωρίς να σε δούνε". Σκέφτεται η Άννα, καθώς ο Μπούμπης της κάνει ναζάκια.

Οι μέρες κυλούν γρήγορα και η Αννούλα περνάει τον περισσότερο ελεύθερο  χρόνο της στην αποθήκη. Όμως οι γονείς της αρχίζουν να υποψιάζονται, καθώς μία μέρα παριστάνει την άρρωστη για να μην κατεβούν  στην αποθήκη, μία άλλη, ο πατέρας της, τη βλέπει να μαζεύει τα αποφάγια, αλλά δεν της λέει τίποτα, πιστεύοντας ότι θα ταΐζει τα αδέσποτα της γειτονιάς, ενώ κάποιο άλλο πρωινό, η μητέρας της τυχαία βρίσκει τρίχες σε μια, δυο μπλούζες της και παραξενεύεται.

Ένα πρωί όμως, η Σοφία είναι στην κουζίνα φτιάχνοντας ένα γλυκό. 
"Μα πού στο καλό είναι ο μπλάστρης; Ουφ... θα ναι στην αποθήκη".  
Κατεβαίνει κάτω. Ακούει κάτι περίεργους ήχους, σαν γαυγίσματα μικρού σκυλιού. Κοντοστέκεται. Ανοίγει την πόρτα και βρίσκει τον Μπούμπη να παίζει με κάτι χαλιά που τα 'χει ψιλομαδήσει.  
"Μα τι συμβαίνει εδώ;;... Αν είναι δυνατόν... Αχ βρε Άννα!!"

Ανεβαίνει στο διαμέρισμα και παίρνει τηλέφωνο τον άνδρα της. 
"Έλα αγάπη μου δεν θα το πιστέψεις τι έκανε η κόρη μας... Έφερε ένα σκυλί στο σπίτι. Ναι και το ‘χει στην αποθήκη.... Τι θα κάνουμε; Τι;; Όχι δεν γίνεται. Με τίποτα... Έχουμε πολλά έξοδα και δεν προλαβαίνω να ασχολούμαι και με ένα σκύλο. Όχι, άσε κάτι θα σκεφτώ... Έλα τα λέμε μετά στο σπίτι. Γεια". 
Η Σοφία κλείνει το τηλέφωνο προβληματισμένη.

Το απόγευμα η Αννούλα γυρνάει χαρούμενη στο σπίτι. Πάει στην αποθήκη αλλά μια δυσάρεστη έκπληξη την περιμένει, το σκυλάκι έχει εξαφανιστεί. 
"Μπούμπη;... Μα πού είσαι... Μπούμπη;; Τι συνέβη;; Λες;; Παναγίτσα μου..." 
Ταραγμένη ανεβαίνει πάνω και βρίσκει τους γονείς της στο σαλόνι. 
"Μαμά μήπως... κατέβηκες καθόλου κάτω;" 
"Ναι! Και όσο για το σκυλάκι που έκρυβες εκεί... το δώσαμε". 
"Τι;" Αναφωνεί έκπληκτη η Άννα. 
"Η μητέρα σου το έδωσε, εγώ δεν είχα πρόβλημα κοριτσάκι μου". 
"Μα μπαμπά... Γιατί μαμά;; Τι σου έκανε;;" 
"Τι θα μου έκανε είναι το θέμα. Τι θα μας έκανε! Αγάπη μου ένα σκυλάκι είναι πολύ μεγάλη ευθύνη και 'συ είσαι πολύ μικρή για κάτι τέτοιο". 
"Και 'συ πού το ξέρεις;" της απαντάει η Αννούλα θυμωμένη
"Μικρό μου δεν είναι εύκολο. Έχει έξοδα, γιατρούς, φάρμακα, τροφές..." 
"Μα αποφάγια θα του δίναμε. Και σίγουρα μπορώ να το φροντίζω. Αλλά δεν σε νοιάζει για μένα σε νοιάζει;; Πού είμαι μόνη μου; Πού δεν έχω αδελφάκι; Τι σου ζήτησα πια; Δεν θα στο συγχωρέσω ποτέ που έδωσες τον Μπούμπη. Είσαι πολύ κακιά!!"

Η Άννα κλαμένη πάει και κλείνεται στο δωμάτιό της. Τα τελευταία λόγια στεναχώρησαν πάρα πολύ τη μητέρα της. Ο πατέρας της, παρόλο που δεν λέει τη γνώμη του, λυπάται και κείνος για αυτήν την εξέλιξη.

Τις επόμενες μέρες η Άννα πάει με το ζόρι στο σχολείο, δεν έχει όρεξη ούτε να μιλήσει, ούτε να φάει, σκέφτεται μονάχα τον Μπούμπη και τις λίγες στιγμές που πρόλαβε να περάσει μαζί του. Τι κρίμα... Πού να είναι τώρα; Είναι καλά; Μόνο τέτοιες σκέψεις κάνει. Δεν μιλάει ούτε στη μάνα της βέβαια. Η Σοφία τη βλέπει, αλλά πιστεύει πως θα της περάσει.
 "Τι θα γίνει αυτή η κατάσταση; Δεν βλέπεις πώς η κόρη μας είναι δυστυχισμένη; της λέει ένα πρωί ο άνδρας της. 
"Δεν ξέρω. Δεν το περίμενα και 'γω να κρατήσει τόσο καιρό". 
"Μήπως αγάπη μου έκανες λάθος; Στο κάτω κάτω δεν είναι και τόσο κακό να έχουμε ένα σκυλάκι. Όλοι έχουν"... 
"Δεν ξέρω... Φοβάμαι..." 
"Τι φοβάσαι;" η Σοφία τον κοιτάει στα μάτια
"Να, δεν στο χω πει ποτέ, αλλά η αλήθεια είναι ότι πολύ παλιά, όταν ήμουν και γω παιδί, είχα ένα μικρό σκυλάκι τη Ρίτα. Την αγαπούσα πάρα πολύ. Ήταν τόσο μικρούλα που χωρούσε και μες την τσέπη μου. Μου την είχαν κάνει δώρο". 
" Όχι δεν μου ‘χεις μιλήσει ποτέ γι’ αυτό" την κοιτάζει  ο άνδρας της απορημένα
"Ναι, την είχα τρία χρόνια, τρία υπέροχα χρόνια, όμως ένα απόγευμα που την έβγαλα βόλτα... Ήταν και ένα άλλο σκυλί εκεί, μεγαλύτερο, τσακωθήκανε... Το σκοινί της μπλέχτηκε και έσπασε... και η Ρίτα έτρεξε στο δρόμο και... μπροστά στα μάτια μου έγινε..." η Σοφία  ξεσπάει σε λυγμούς.  
"Έλα σιώπα, σιώπα, πέρασε αυτό..." προσπαθεί να την ηρεμήσει ο άνδρας της. 
"Το θυμάμαι σαν χθες. Ήταν τρομερό..." και μετά από λίγο συνέρχεται και συνεχίζει. 
"Δεν θέλω να νιώσει και η Άννα ποτέ τόσο πόνο. Γιατί θα συμβεί κάποια στιγμή. Είμαι σχεδόν σίγουρη... 
"Σώπα... ναι συμβαίνουν αυτά, είναι μες τη ζωή, όμως δεν είναι λόγος αυτός να απαγορέψουμε από την κόρη μας να πάρει ένα σκυλάκι. Εννοώ μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, όμως είναι αρκετά υπεύθυνη και θα το προστατεύει και θα το φροντίζει, και αν στη χειρότερη περίπτωση συμβεί κάτι κακό, αυτό θα την κάνει πιο δυνατή... Έτσι είναι η ζωή..." ο άνδρας της προσπαθεί να την καθησυχάσει. 
"Δεν ξέρω ίσως έχεις δίκιο. Ίσως..."

Οι μέρες περνούν και μετά από λίγο φθάσανε Χριστούγεννα. Η Αννούλα έχει πλέον πιο χαρούμενη διάθεση, καθώς σκέφτεται ότι ο Άγιος Βασίλης δεν θα την έχει ξεχάσει. Το σπίτι είναι στολισμένο και το δέντρο, από κάτω, γεμάτο δώρα. Την παραμονή των Χριστουγέννων η Άννα ανυπομονεί. Έχει ένα καλό προαίσθημα... Το επόμενο πρωί, σηκώνεται νωρίς, πάει στο σαλόνι και βρίσκει κάτω από το δέντρο ένα μεγάλο καλάθι με τον Μπούμπη μέσα, με μία ωραία Χριστουγεννιάτικη κορδέλα. Η Άννα τα χάνει, δεν μπορεί να το πιστέψει. Οι γονείς της κριμένοι δίπλα στην κουζίνα χαμογελούνε. 
"Μα πώς... πού τον βρήκατε;" 
"Ο Άγιος Βασίλης πραγματοποίησε την ευχή σου μωρό μου!" της απαντάει η μαμά της δίνοντας της ένα φιλί.  
"Είναι το ωραιότερο δώρο που θα μπορούσα να έχω!!! Σας ευχαριστώ τόσο πολύ!!"   
Αγκαλιάζονται όλοι μαζί. 

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 


Συγγραφέας: Σοφία Παϊδούση - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...