Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

''H ξανθομαλλούσα και το μαγικό σαπούνι" της Αναστασίας Καββαδία



Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε χαρούμενα σε ένα σπιτάκι μέσα στο τιρκουάζ δάσος η ξανθομαλλούσα με τους γονείς της. Κάθε πρωί μάζευαν το γάλα από τις κατσίκες και τις αγελάδες τους και το μέλι από τα λουλουδάτα μελίσσια. Το απόγευμα διάβαζε τα μαθήματα με την μαμά και την δασκάλα που της μιλούσε από την τάξη μέσω διαδικτύου. 

Μια μέρα αρρώστησε μία αγελάδα και η ξανθομαλλούσα κατέβηκε με τον μπαμπά της στο χωριό για να αγοράσουν φάρμακα. Δίπλα στο φαρμακείο μοσχομύριζε μαστίχα και κανέλα από το ζαχαροπλαστείο. Η ξανθομαλλούσα χάζεψε την βιτρίνα με τα πολύχρωμα παγωτά: κεράσι, μπανάνα και σοκολάτα με φιστίκι, το αγαπημένο της. 
''Όχι, ξανθομαλλούσα μου. Θα πάρουμε μεθαύριο φρέσκο παγωτό από το πανηγύρι μας'' απάντησε ο μπαμπάς και μπήκε στο φαρμακείο. Η ξανθομαλλούσα έκατσε να θαυμάζει την βιτρίνα. 
Τότε ένας κύριος με φανταχτερά ρούχα βγήκε από το ζαχαροπλαστείο κρατώντας ένα μεγαααααλο χωνάκι στο χέρι με παγωτό σοκολάτα-φιστίκι. 
''Ξανθομαλλούσα, αν θέλεις το παγωτό θα έρθεις μαζί μου για μια βόλτα με την βάρκα στο ποτάμι'' της είπε με τσιριχτή φωνή. 

''Ο μπαμπάς είπε όχι. Από την άλλη, το ποταμάκι εδώ δίπλα είναι. Αυτός ο κύριος έχει παράξενη φωνή. Και το παγωτό αρχίζει να στάζει… '' σκέφτηκε η ξανθομαλλούσα.
''Εσείς πώς λέγεστε;'' απαντά.
''Είμαι ο Χέλης Πορτοχέλης, ο άρχοντας των ποταμίσιων χελιών''.
''Φύγαμε'' είπε τελικά η ξανθομαλλούσα. 
Ο Πορτοχέλης έδωσε το παγωτό και πήρε το χεράκι της ξανθομαλλούσας. Σε δύο λεπτά το στόμα της γέμισε από σοκολατένια γλύκα και η βάρκα την είχε πάρει μακριά. Τα μάτια του Πορτοχέλη είχαν γίνει πρασινοκίτρινες σπείρες σαν τα γλειφιτζούρια του λούνα-παρκ.
''Συμφωνήσαμε μια βόλτα κ. Πορτοχέλη. Ώρα να επιστρέφουμε.''
''Δεν κατάλαβες, μικρούλα. Εγώ μαζεύω παιδάκια για να ταΐσω την οικογένεια μου'' .
''Τα χέλια δεν τρώνε μικρά ψάρια και βατράχους;'' ρώτησε η ξανθομαλλούσα και προχώρησε πιο πίσω στην βάρκα. Ο Πόρτοχέλης ψήλωσε και τα ρούχα τεντώθηκαν σφιχτά στο σώμα του. Τριγωνικά δόντια σαν σπασμένα γυαλιά φάνηκαν στο μισάνοιχτο στόμα. ''Τρώμε παιδάκια για λιχουδιά'' .
''Γιατί να μην ακούσω τον μπαμπά μου;'' σκέφτηκε το κοριτσάκι. Τότε ένας δυνατός αέρας έσπρωξε πέρα τον Πορτοχέλη. Μια νεράιδα με φτερά ψιθύρισε στο αυτί της ξανθομαλλούσας ''πάρε το μαγικό σαπούνι και τρίψε το δυνατά στο κεφάλι του''. Τα κάτασπρα χεράκια γέμισαν λεμονένιους αφρούς και άνοιξαν σαν δαγκάνα προς τον λαιμό του. Ο Πορτοχέλης φτερνίστηκε, μετά τινάχτηκε και πήδηξε στο ποτάμι για να ξεπλυθεί. Τότε η νεράιδα φύσηξε την βάρκα προς το χωριό. Ο μπαμπάς της ξανθομαλλούσας έφτανε στην αποβάθρα καταϊδρωμένος. Αμέσως την αγκάλιασε.
''Συγνώμη μπαμπά μου που δεν σε άκουσα'' του είπε με δάκρυα στα μάτια.
''Εγώ συγνώμη που δεν κατάλαβα πόσο λαχταρούσες το παγωτό. Στο πανηγύρι έχουν τα πιο αγνά υλικά, γι’ αυτό σου ζήτησα να κάνεις λίγο υπομονή''. Αφού συνήλθαν λιγάκι, πήραν τα φάρμακα και τα υπόλοιπα ψώνια και ανέβηκαν το πορτοκαλένιο μονοπάτι προς το σπιτάκι τους στο τιρκουάζ δάσος. 

 Συγγραφέας: Αναστασία Καββαδία - Φοιτήτρια Tabula Rasa

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...