Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

"Αγάπησέ με" της Μαριάννας Μανιάτη



Στο σαλόνι επικρατούσε ησυχία. Η Ρένια καθόταν ακίνητη σε μια μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα. Η ανάσα της έβγαινε γρήγορη και κοφτή. Τα μάτια της έψαχναν συνεχώς το χώρο, χωρίς ωστόσο να τολμάει να γυρίσει να κοιτάξει πίσω της. Εκείνος της είχε πει να μείνει ακίνητη. Πώς είχε ξεγελαστεί έτσι μαζί του; Πώς είχε πιστέψει πως αυτός ο άνθρωπος είχε γίνει καλά; Δεν ήταν και ιδιαίτερα έμπειρη στο χώρο της ψυχανάλυσης, λόγω ηλικίας, αλλά το ένστικτο της δεν την είχε προδώσει ποτέ μέχρι τότε. Και τώρα βρισκόταν εγκλωβισμένη στο σπίτι ενός ψυχικά άρρωστου ανθρώπου, ο οποίος ξαφνικά, μετά από τόσες συνεδρίες και τόση βοήθεια και κατανόηση από τη μεριά της, έδειχνε να τη μισεί.
Άκουσε βήματα πίσω της και κατάλαβε ότι εκείνος είχε επιστρέψει. Μπήκε στο οπτικό της πεδίο και στάθηκε μπροστά της.

-Λοιπόν; Είχες αρκετό χρόνο να σκεφτείς. Αναγνώρισες το λάθος σου; της είπε κοιτώντας την πικραμένος.
Η Ρένια ξεροκατάπιε. Δεν ήξερε τη σωστή απάντηση. Με αυτούς τους ανθρώπους είναι πολύ δύσκολο να ξέρεις αν υπάρχουν όντως σωστές απαντήσεις.
-Νικόλα, σε παρακαλώ.
-Σκάσε, σήκωσε το χέρι του και τη χαστούκισε με δύναμη. Σε είχα για πιο έξυπνη.
Στο μάγουλο της Ρένιας είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται μια κοκκινίλα και  από τη μύτη της έτρεχε αίμα. Ποτέ κανείς δεν την είχε χτυπήσει ξανά. Ούτε καν οι γονείς της, όταν μικρή έκανε σκανταλιές. Ποιος ήταν αυτός τώρα που τόλμαγε να σηκώσει το χέρι του πάνω της. Όλη η συμπόνια που έδειχνε για εκείνον τόσο καιρό εξανεμίστηκε. Όλη η επαγγελματική της υπομονή και κατανόηση παραμερίστηκε.
-Το λάθος μου ήταν που νόμιζα ότι είχες ελπίδες να γίνεις καλά, του φώναξε ενώ την ίδια στιγμή το μετάνιωνε.
Ο Νικόλας έμεινε για λίγο σαστισμένος με το στόμα του να χάσκει και τα πράσινα μάτια του γουρλωμένα. Συνέχιζε να είναι τόσο όμορφο αγόρι παρά τον τρόμο που της προκαλούσε. Ξαφνικά η σαστιμάρα του προσώπου του μετατράπηκε σε αηδία και τα μάτια του στένεψαν, κοιτώντας την απειλητικά. Με μια γρήγορη κίνηση την άρπαξε με το ένα του χέρι από τα μαλλιά, τραβώντας προς τα πίσω το κεφάλι της.
-Έπρεπε να με αγαπήσεις, ούρλιαξε μέσα στο αυτί της Ρένιας που ένιωθε τα κόκαλα στο σβέρκο της να πιέζονται επικίνδυνα από το τράβηγμά του.
-Σ’ αγαπάω Νικόλα, του είπε ενώ η χροιά της φωνής της πρόδιδε τον πόνο που ένιωθε.
-Είσαι μια ελεεινή ψεύτρα. Αν με αγαπούσες δε θα με γέμιζες με φάρμακα, δε θα με κοίταζες μόνο ως ασθενή σου, αλλά και ως άνθρωπο. Δεν ξέρω πολλά από αγάπη είναι η αλήθεια, αλλά ξέρω πως όταν αγαπάς δε μένεις στην επιφάνεια. Κοιτάς μέσα στον άλλον, βαθιά. Κι εγώ σε άφησα να μπεις μέσα μου και να κοιτάξεις στα πιο βαθιά κομμάτια της ψυχής μου, μα εσύ έμεινες στην επιφάνεια.
-Νικόλα, τι είναι αυτά που λες; Δεν προσπάθησα εγώ να σε βοηθήσω; έψαξε με το βλέμμα της να βρει το δικό του.
-Όχι Ρένια, δεν προσπάθησες να με βοηθήσεις. Να με διορθώσεις προσπάθησες. Να με αλλάξεις ήθελες. Να με φέρεις στα δικά σου σωστά κι ευπρεπή μέτρα. Κι εγώ ο ηλίθιος νόμιζα πως μ’ αγαπούσες. Μα αν δε με αγαπάς τώρα, έτσι όπως είμαι τώρα, αν δεν αγαπάς τις χειρότερες πτυχές μου, δεν αγαπάς αληθινά ούτε τον καλό μου εαυτό. Θέλω να με αγαπήσεις, τ’ ακούς, ούρλιαξε παρακλητικά.
-Δεν μπορείς να αναγκάσεις κάποιον να σε αγαπήσει, Νικόλα. Το ξέρεις. 
H Ρένια προσπαθούσε να διατηρήσει τη φωνή της ήρεμη και γλυκιά. Ο Νικόλας την κοίταξε με πονεμένο ύφος και άφησε επιτέλους το κεφάλι της.
-Τόσο σιχαμερός είμαι λοιπόν; τη ρώτησε τώρα και η φωνή του είχε παράπονο μικρού παιδιού. Δεν αξίζω να αγαπηθώ επειδή μεγάλωσα λάθος κι επειδή άνθρωποι σαν κι εσένα με όρισαν ως μη φυσιολογικό; Ως τρελό;
-Νικόλα, όλοι αξίζουν την αγάπη, του είπε η Ρένια κοιτώντας τον στα μάτια και τρίβοντας τον αυχένα της ταυτόχρονα.
-Τότε αγάπησέ με, της φώναξε οργισμένος. Εσύ που προσπαθείς να με πείσεις για διάφορα τόσον καιρό. Εφάρμοσέ τα. Αγάπησε με, αφού όλοι αξίζουν να αγαπηθούν.
-Νικόλα, σε αγαπώ και το ξέρεις, του είπε η Ρένια τρομαγμένη.
-Τίποτα δεν ξέρω, άρχισε να πηγαίνει πάνω κάτω μέσα στο σαλόνι χαμένος στις σκέψεις του. Δεν ξέρω καν αν ανήκω σε αυτούς τους όλους που αξίζουν να αγαπηθούν. Μπορεί να είμαι η εξαίρεση. Μπορεί να είμαι μια μονάδα. Μπορεί να είμαι ένα λάθος που πρέπει να πάψει να υπάρχει.
-Δεν ισχύει αυτό που λες, σηκώθηκε η Ρένια διστακτικά από την πολυθρόνα και άρχισε να τον πλησιάζει.
Εκείνος έμεινε με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της.
-Η αγάπη είναι καλό κι εγώ καλό δεν έχω κάνει, μονολόγησε ο Νικόλας.
Η Ρένια άπλωσε το χέρι της διστακτικά και του χάιδεψε τον ώμο. Εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της, ενώ ένας πυροβολισμός ακούστηκε. Η Ρένια έπιασε τον ώμο της που αιμορραγούσε κι ύστερα κοίταξε τον Νικόλα. Κρατούσε όπλο στα τρεμάμενα χέρια του. Ευτυχώς η σφαίρα είχε περάσει ξυστά από τον ώμο της. Δάκρυα είχαν αρχίσει να κυλάνε από τα μάτια του κι έδειχνε τρομαγμένος, καθώς το όπλο του τη σημάδευε.
-Η αγάπη είναι καλό κι εγώ καλό δεν έκανα ποτέ μου, είπε ο Νικόλας κοιτώντας το τραύμα της.
-Νικόλα, δεν έκανες τίποτα κακό. Απλά τρόμαξες…
-Θα ήθελα όμως να είχες πεθάνει ήδη, είπε ανάμεσα σε λυγμούς σημαδεύοντας τη πιο σταθερά με το όπλο του.
Η Ρένια πάγωσε. Δεν ήξερε τι άλλο να πει. Ίσως είχε έρθει το τέλος της τελικά.

-Η αγάπη είναι καλό κι εγώ καλό ούτε καν σκέφτηκα ποτέ μου, είπε και με μια γρήγορη κίνηση γύρισε το όπλο κάτω από το σαγόνι του και πυροβόλησε.
Τα γόνατα της Ρένιας λύγισαν καθώς δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Σύρθηκε κοντά στη λίμνη με τα αίματα μέσα στην οποία επέπλεε ο Νικόλας, ψελλίζοντάς του συγγνώμη. Έκλαψε για ώρες, κρατώντας τον στην αγκαλιά της κι ύστερα κάλεσε την αστυνομία.

Συγγραφέας: Μαριάννα Μανιάτη - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...