Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

"Τα πάνω κάτω στις συγκοινωνίες" της Σοφίας Παϊδούση



Ήταν ένα  πρωινό Τετάρτης και όλοι στο σπίτι ήταν ξύπνιοι από πολύ νωρίς. Στο σαλόνι η τηλεόραση έπαιζε χαμηλά τα νέα με τίτλο "ΤΑ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ ΣΤΙΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ'',  ενώ η μητέρα του Γιωργάκη, η Μαρίνα  έπινε τον καφέ της βιαστικά καθώς μιλούσε στο τηλέφωνο.  
"Εντάξει  Βίκυ μου θα έρθουμε εμείς. Ναι ναι σίγουρα αφού τώρα μπορεί ο γιατρός. Γιωργάκηηη!!! Ετοιμάσου γρήγορα θα σε πάει η γιαγιά στο σχολείο!" φώναξε κλείνοντας το τηλέφωνο βιαστική και συνέχισε καθώς τακτοποιούσε το δωμάτιο του παιδιού. 
"Δημήτρη αγάπη μου, πες της μαμάς σου να πάει το παιδί στο σχολείο! Πρέπει να πάμε τώρα για τις εξετάσεις!"  και μετά μουρμούρισε "Ελπίζω να ξέρει πως να πάνε...", 
"Εντάξει! Θα  πάω να της το πω, είχε πει ότι θα πάει στην τράπεζα από νωρίς" είπε ο πατέρας του καθώς έβαζε στο παιδί πρωινό.

Μετά από λίγο ο Δημήτρης με τη μητέρα του επέστρεψαν στο σπίτι. Η γιαγιά του Γιωργάκη είναι λίγο ή μάλλον, πολύ μεγάλη σε ηλικία φοράει γυαλιά καθώς και ακουστικό βαρηκοΐας.
"Ήρθαμε!" λέει ο Δημήτρης
"Γιωργάκη έτοιμος; Σήμερα θα σε πάει η γιαγιά σου στο σχολείο έτσι;", 
"Καλά... αν και είμαι αρκετά μεγάλος να πηγαίνω και μόνος μου" απάντησε το παιδί βαριεστημένα.  
"Ναι καλά..." είπε ο πατέρας του και απευθύνθηκε στη μητέρα του. "Μαμά να τον προσέχεις εντάξει;". Η γιαγιά προσπαθούσε να ξαναβάλει το ακουστικό στο αυτί της που είχε φύγει απ' τη θέση του.  
"Τι είπες παλικάρι μου;" 
"Λέω  να προσέχεις το παιδί εντάξει; Και να φοράς συνέχεια τ' ακουστικό σου! Μ' ακούς;" της φώναξε.  
"Μην ανησυχείς παιδί μου, πηγαίνετε στις δουλείες σας. Ευκαιρία να βγω και γω να κάνω καμιά βόλτα" του απάντησε καθώς έφτιαχνε ακόμα το ακουστικό που είχε μπλέξει στο μαντήλι της. 

Η γιαγιά και ο Γιωργάκης ξεκίνησαν σιγά σιγά για τη στάση λεωφορείου. 
"Ωραία μέρα σήμερα!" είπε  η γιαγιά.  
"Ελπίζω να μην αργήσουμε. Την πρώτη ώρα γράφουμε τεστ" είπε ο Γιωργάκης καθώς άνοιγε με όρεξη το βιβλιαράκι του για να ξανακάνει επανάληψη. Περνάει ένα λεωφορείο. Ο Γιωργάκης σηκώνεται. "Γιαγιά αυτό είναι!" 
"Είσαι σίγουρος παιδάκι μου;" 
"Ναι! Το Α3" αναφώνησε ο Γιωργάκης ενώ προσπαθούσαν να μπουν μέσα.  
"Πολύ κόσμο έχει". Μονολόγησε η γιαγιά προσπαθώντας να κάνει χώρο με το μπαστούνι της,  ενώ η μισή μαύρη φούστα της είχε πιαστεί απέξω καθώς το λεωφορείο ξεκινούσε.

Το λεωφορείο προχωρούσε, ενώ ο Γιωργάκης παρατηρούσε τον κόσμο και τα μέρη από το παράθυρο. Μετά από αρκετή ώρα, 
"Γιαγιά αυτός ο δρόμος δεν μου θυμίζει κάτι..." 
"Να ρωτήσουμε παιδάκι μου". "Συγνώμη κοπελιά μου, πού είμαστε;" ρώτησε η γιαγιά μια κοπελίτσα από τους τελευταίους επιβάτες που άκουγε με τα ακουστικά της μουσική.  
"Συγνώμη;" 
"Πού είμαστε λέω;" 
"Α, είμαστε στην Ασκημούπολη". 
"Α Γιωργάκη φθάσαμε!" 
"Όχι γιαγιά το σχολείο μου είναι στην  Ασημούπολη όχι στην Ασκημούπολη!  Τι δουλειά έχουμε στην Ασκημούπολη;"  
"Μάλλον θα πήρατε λάθος λεωφορείο" τους λέει η κοπέλα. 
"Κάνουν τροποποιήσεις στα δρομολόγια λόγω νέων στάσεων μετρό και...", 
"Πάμε Γιωργάκη ας κατεβούμε". 
"Έχει καμιά στάση μετρό εδώ κοντά;" ρώτησε ο Γιωργάκης αγχωμένος.  
"Ναι στην επόμενη...", 
"Ας κατεβούμε γιαγιά να πάρουμε το μετρό, μπας και φθάσουμε επιτέλους".
Κατεβαίνοντας ο Γιωργάκης επιτάχυνε πολύ το βήμα του με αποτέλεσμα η γιαγιά να μην μπορεί να τον φθάσει. 
"Περίμενε Γιωργάκη!!!" 
"Γιαγία βιάσου!  Έχω χάσει ήδη την πρώτη ώρα." 
Η γιαγιά προχωρούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε αλλά όταν έφθασε σ 'ένα φανάρι που είχε γίνει πορτοκαλί και κόκκινο στην πορεία, δεν το είδε και ένας ανυπόμονος οδηγός αυτοκινήτου άρχισε να της φωνάζει.  
"Κουνήσου γιαγιάκα!!! Πάρε τα πόδια σου, έχουμε και δουλειές"!!!  
 "Ποιόν είπες γιαγιάκα ρε;"  
Το φανάρι άνοιξε και ο οδηγός έφυγε γρήγορα.  
"Έλα γιαγιά" της φώναξε ο Γιωργάκης ενώ την έβλεπε να 'χει άγριες διαθέσεις, με το μπαστούνι της ψηλά στον αέρα και καθώς και οι άλλοι οδηγοί άρχισαν να σφυρίζουν για να φύγει από τη μέση του δρόμου.
Φθάνοντας τελικά στη στάση του μετρό μετά από δέκα λεπτά περπάτημα, βλέπουν ότι το μετρό ήταν κλειστό. 
"Μα τι συμβαίνει;" ρώτησε η γιαγιά. 
Ο Γιωργάκης έτρεξε στο κοντινότερο περίπτερο για να ρωτήσει
"Έχει στάση εργασίας σήμερα. Από τις 9 μέχρι τις 12" του εξήγησε ο περιπτεράς. 
"Μα είναι ακόμα 8:30..." μονολόγησε ο Γιωργάκης κοιτώντας το ρολόι του. "Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα πάω στο σχολείο; Αν το μάθει η μαμά μου θα φωνάζει" είπε στη γιαγιά του προσπαθώντας να βρει μια λύση. "Καλύτερα να πάρουμε ένα ταξί". 
"Όχι ταξί παιδί μου, τους φοβάμαι τους ταξιτζήδες, οι περισσότεροι σε κάνουν βόλτες επίτηδες για να γράφει το ταξίμετρο και... και διάφορα άλλα"... 
"Καλά."  της απάντησε ο Γιωργάκης κοιτώντας το μεγάλο χάρτη του μετρό.
Ο περιπτεράς που τους παρακολουθούσε φώναξε τη γιαγιά.  
"Κυρία, αν θέλετε να πάτε στην Ασημούπολη μπορείτε να πάρετε το τρόλεϊ το Α60 να σας πάει στο κέντρο και μετά το Θ89 για Ασημούπολη." 
"Α! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κύριε. Είστε πολύ καλός!" "Γιωργάκη άκουσες;" φώναξε η γιαγιά προσπαθώντας να πάει προς το Γιωργάκη. "Μου είπε ο περιπτεράς να πάρουμε το τρόλεϊ το Α50 για κέντρο και μετά το Η59 και φθάσαμε! Πολύ καλός άνθρωπος!" 
"Ωραία πάμε!" της απάντησε ο Γιωργάκης. Το Α50 κατέφθασε και επιβιβάζονται στο τρόλεϊ.  Το τρόλεϊ αυτό πήγαινε κάπως σαν ξεχαρβαλωμένο,  σαν βάρκα  και οι επιβάτες του ήταν όλοι πολύ περίεργοι στην εμφάνιση. Η γιαγιά άρχισε να φοβάται. Μετά από λίγο συνειδητοποίησε ότι το ακουστικό είχε βγει πάλι από τη θέση του και έκανε πως ασχολείται καθ' όλη την ώρα μ' αυτό γιατί φοβόταν να αντικρύσει τους υπόλοιπους επιβάτες, που τους κάρφωναν με τα μάτια. "Τερματικός σταθμός Χαμούπολη" ακούστηκε από το μεγάφωνο.
"Πού είμαστε γιαγιά;  Φοβάμαι..." ψιθύρισε ο Γιωργάκης καθώς κατέβαιναν από το τρόλεϊ. 
"Δεν ξέρω παιδάκι μου δεν έχω βρεθεί ποτέ ξανά εδώ. Πάμε να ρωτήσουμε." 
Αλλά ποιόν να ρωτήσουν;  Οποιοσδήποτε θα φοβόταν πάρα πολύ να κυκλοφορήσει σε μια τέτοια άγνωστη περιοχή στο κέντρο της πρωτεύουσας. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κίνηση και όλοι περπατούσαν βαριεστημένα και μουρμουρούσαν ακαταλαβίστικα. 
"Ας πάρουμε καλύτερα ένα ταξί." είπε ο Γιωργάκης. 
"Δίκιο έχεις." συμφώνησε  η γιαγιά. Καθώς περπατούσαν βιαστικά πέρασε ξυστά τους ένα μηχανάκι με ιλιγγιώδη ταχύτητα,  τράβηξε και άρπαξε  τη τσάντα της γιαγιάς και έφυγε σφαίρα. "Αχ τη τσάντα μου!!!! Βοήθεια!!!! Η τσάντα μου!!!! Τον.... Πιάστε τον!!!" ούρλιαζε η γιαγιά καθώς έτρεχε με ταχύτητα που κάνεις δεν περίμενε ότι μπορεί να τρέξει, ούτε ο ίδιος ο εγγονός της, που προσπαθούσε να τη φθάσει.  
"Καταραμένε!!!"  Όλοι οι περαστικοί το είδαν το περιστατικό αλλά κανένας δεν τη βοήθησε. Σαν να ήταν πολύ σύνηθες φαινόμενο. Και αστυνομία πουθενά...
 Η γιαγιά μετά από αρκετά μέτρα σταμάτησε λαχανιασμένη. 
"Και μόλις είχα πάρει τη σύνταξη!!! Τι γκαντεμιά"!!! 
"Κατάλαβα..." είπε  ο Γιωργάκης στεναχωρημένα.  
"Δεν θα πάρουμε τελικά ταξί..."  καθώς περπατούσαν τους δρόμους της Χαμούπολης η γιαγιά άρχισε να κλαψουρίζει... "Και πώς θα βγάλουμε το μήνα τώρα...;"   
Ο Γιωργάκης άρχισε στα αλήθεια να φοβάται ότι δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ σπίτι. "Τι θα κάνουμε τώρα γιαγιά;" 
"Δεν ξέρω παιδί μου, μου πήραν και το κινητό δεν μπορούμε να πάρουμε και τον πατέρα σου. Μου πήραν και τα φάρμακά μου..." 
Ο Γιωργάκης έβγαλε το εισιτήριο από την τσέπη του και αναφώνησε: "Μόλις έληξαν και τα εισιτήριά μας... αλλά νομίζω..." είπε και άρχισε να ψαχουλεύει την τσάντα του.  "Κοίτα γιαγιά βρήκα  λίγα ευρώ που μου 'δωσε η μαμά για κολατσιό. Μ' αυτά μπορούμε να βγάλουμε καινούργια εισιτήρια για να γυρίσουμε"! 
"Ναι να γυρίσουμε επιτέλους σπίτι μας... Δεν αντέχω άλλο είμαι εξαντλημένη". είπε η γιαγιά μη μπορώντας να πάρει πλέον τα πόδια της.  
"Ορίστε στάση τραμ!" φώναξε ενθουσιασμένος ο Γιωργάκης. "Τώρα μπορούμε να φύγουμε από εδώ! " 
"Ναι παιδί μου. Επιτέλους! Πήγαινε βγάλε δύο εισιτήρια. Εμένα μισό!" είπε η γιαγιά ενώ σωριάστηκε στο παγκάκι. 
Το τραμ έφθασε αλλά ήταν γεμάτο κόσμο. Κανένας δεν είχε την πρόθεση να σηκωθεί να κάτσει η κατακουρασμένη  γιαγιάκα. Έτσι εκείνη πήγε δίπλα σε ένα νεαρό και κουνώντας το μπαστούνι της επιτακτικά στο γόνατο του, του είπε. "Άντε σήκω παλικάρι μου να κάτσει η γιαγιάκα". Ο νεαρός φοβούμενος μη του δώσει και καμία με το μπαστούνι σηκώθηκε αμέσως.  
"Είμαστε πολύ ταλαιπωρημένοι..." είπε η γιαγιά σε όσους ήταν δίπλα.  
"Τερματικός σταθμός Κοινοβούλιο." ακούστηκε μετά από λίγη ώρα και αμέσως μετά... μπιπ.. μπιπ.. μπιπ.. άνοιξαν οι πόρτες. Ο Γιωργάκης και η γιαγιά του κατέβηκαν. 
"Τουλάχιστον δεν είμαστε σε ένα άγνωστο μέρος". είπε η γιαγιά. 
"Ναι εδώ ερχόμασταν συχνά με τη μαμά για δουλείες και ψώνια. Πολύ παλιά" είπε ο Γιωργάκης χαζεύοντας τις βιτρίνες. 
"Πώς θα γυρίσουμε όμως πίσω; Λεφτά για άλλο εισιτήριο δεν έχουμε..." ρώτησε ο Γιωργάκης κοιτώντας τη μες τα μάτια. 
"Θα πάμε σιγά σιγά με τα πόδια τι άλλο να κάνουμε;" απάντησε η γιαγιά ατενίζοντας τη λεωφόρο που απλωνόταν μπροστά τους.
 
Εντωμεταξύ στο σπίτι του Γιωργάκη, η μαμά του έχει αρχίσει να ανησυχεί. Καθόταν στο γραφείο και χάζευε τα νέα μέσω ίντερνετ. "ΤΑ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ ΣΤΙΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ",  διάβασε. Άνοιξε το άρθρο. "Μάλλον θα πήραν λάθος λεωφορείο, πρέπει να τη βρω"... Καλεί στο τηλέφωνο. "Μα γιατί το 'χει κλειστό;" "Πρέπει να ενημερώσω το Δημήτρη" σκέφτηκε αμέσως.

Ο Γιωργάκης με τη γιαγιά του είχαν περπατήσει πολλά χιλιόμετρα, είχαν φθάσει σχεδόν κοντά στο σπίτι, όταν ο μικρός  αναγνώρισε από μακριά το αυτοκίνητο του πατέρα του, ο οποίος μόλις τους είδε πάτησε απότομα φρένο και τους κόρναρε. Η γιαγιά δεν έδωσε πολύ σημασία μάλλον γιατί δεν τον άκουσε. Ο Γιωργάκης καταχαρούμενος άρχισε να τσιρίζει. "Μπαμπά! Μπαμπά!" 
"Γιόκα μου!!! Δεν το πιστεύω!! Έγινε θαύμα! Άγιε Δημήτριέ μου!! Άρχισε να παραληρεί η γιαγιά καθώς έμπαιναν βιαστικά στο αυτοκίνητο.  
"Πού ήσασταν εσείς; Με έπαιρνε η Μαρίνα τηλέφωνο και ανησυχούσε γιατί δεν επέστρεψες ακόμα μαμά!" ρώτησε ο Δημήτρης  με απορία. 
"Δεν θα το πιστέψεις τι συνέβη σήμερα..." 
"Μαμά γιατί έχεις το τηλέφωνό σου κλειστό;" την ξαναρώτησε. 
"Μου έκλεψαν την τσάντα... και να 'ταν μόνο αυτό; Όλα τα παράξενα σήμερα συνέβησαν..." 
"Εσύ Γιωργάκη είσαι καλά;" ρώτησε το γιο του με αγωνία. Ο Γιωργάκης με εμφανή πλέον την ηρεμία στα ματάκια του είπε.  
"Άστα μπαμπά, άλλη φορά θα πηγαίνω μόνος μου σχολείο". 
"Έχεις δίκιο, και οι δύο δηλαδή. Δεν έπρεπε να σε πάει η γιαγιά σήμερα. Έπρεπε να ενημερωθώ καλύτερα για τις αλλαγές στα μέσα συγκοινωνίας και να σας ενημερώσω για το πιο λεωφορείο θα σε πηγαίνει στο σχολείο από σήμερα, έτσι θα αποφεύγαμε όλη αυτήν την ταλαιπωρία. Λυπάμαι ελπίζω πως δεν θα επαναληφθεί".
  
Έπειτα από λίγα λεπτά επέστρεψαν σπίτι με τη Μαρίνα να τους περιμένει στην είσοδο με ανυπομονησία. Έτσι όλοι συνέχισαν τη μέρα τους μαζί ευτυχισμένοι. Όλοι έκτος απ' τη γιαγιά βέβαια που ακόμα κλαίει τη σύνταξή της...

Συυγραφέας: Σοφία Παϊδούση - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...