Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

"Φωτογραφία γάμου" της Μαίρης Κάντα



Έφυγες και με άφησες μαυροντυμένη και μόνη. Γιατί βιάστηκες να φύγεις; Δεν περίμενες να φύγουμε μαζί; Ξέχασες τι μου είχες υποσχεθεί; «Θα είμαι πάντα δίπλα σου για να μη φοβάσαι τίποτα» μου έλεγες συνέχεια. Μα τώρα φοβάμαι και δεν είσαι εδώ. Μόνο το άλμπουμ των φωτογραφιών υπάρχει για να μου θυμίζει την ύπαρξη σου. Από τότε που χάθηκες, ανοίγω συνέχεια αυτό το άλμπουμ. Παίρνω την φωτογραφία του γάμου μας και την αγκαλιάζω σφιχτά. Όπως έκανα και σε σένα και όλο μου έλεγες πως σε πονούσα. Μα έκανες λάθος. Η αγάπη δεν πονάει. Η απουσία μόνο πονάει.

Όταν παρατηρώ την φωτογραφία, βλέπω το αυστηρό ύφος του πατέρα μου, αλλά και χαμογελάω με το ύφος της μητέρας σου. Ποτέ δεν με συμπάθησε πραγματικά η μητέρα σου, έτσι;  Ήμουν η «κακιά» που πήρε τον πρωτότοκο γιο της, μακριά της. Καλά και ο μπαμπάς μου δεν σε συμπαθούσε στη αρχή, αλλά δεν του κράτησες ποτέ κακία. Πάντα του μιλούσες στο πληθυντικό και με τον καιρό σε αγάπησε και αυτός. Μα και εγώ για χρόνια προσπαθούσα να κάνω την μητέρα σου να με συμπαθήσει, αλλά δεν τα κατάφερα.

Βλέπεις, ήθελε εγγονάκι και εγώ δεν κατάφερα να εκπληρώσω την επιθυμία της. Συγχώρεσε με, που δεν σε έκανα πατέρα. Ήξερα πόσο πολύ ήθελες ένα παιδί, αλλά ποτέ δεν μου το είπες για να μη με στεναχωρήσεις. Προσπαθήσαμε πολύ, αλλά δυστυχώς ένα παιδί δεν ήρθε στη αγκαλιά μας. Είχαμε όμως πολλά ανήψια, που τα λάτρεψες σαν δικά σου παιδιά.

Ποτέ δεν ξέχασα την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Με είδες στο νεκροταφείο, την μέρα της κηδείας της μητέρας μου. Πενθούσα για τον θάνατο της μητέρας μου και εσύ είχες πάει λίγα λουλούδια στο μνήμα του πατέρα σου. Κάποια στιγμή σε είδα και εγώ. Πρόσεξα τα θλιμμένα μα και όμορφα καστανά μάτια σου. Δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε εκείνη την μέρα. Μίλησαν όμως τα μάτια μας. Συναντηθήκαμε ξανά, λίγες μέρες αργότερα, στο ίδιο σημείο. Σκυμμένη πάνω στο μνήμα της μητέρας μου, έκλαιγα χωρίς να σε αντιληφθώ. Μέχρι που ήρθες δίπλα μου και με αγκάλιασες. Χώθηκα στη αγκαλιά σου και για ώρα έμεινα εκεί. Δεν ήθελα να φύγω, δεν με ενδιέφερε να μάθω καν το όνομά σου. Ήξερα πως εσύ θα ήσουν ο ένας και μοναδικός άντρας που αργότερα θα παντρευόμουν. Το ήξερα από εκείνη την πρώτη αγκαλιά.

Από τότε, συναντηθήκαμε και άλλες φορές. Ήθελες από νωρίς να με ζητήσεις από τον πατέρα μου και να με κάνεις γυναίκα σου. Στη αρχή φοβόμουν. Ήξερα πόσο αυστηρός ήταν ο πατέρας μου. Γνώριζα πως δεν θα δεχόταν τόσο εύκολα να παντρέψει την μοναχοκόρη του με έναν αγρότη. Σου το είχα πει από την αρχή. Ο πατέρας μου, ήθελε ο γαμπρός του να ήταν τραπεζικός ή δάσκαλος. Και όχι αγρότης. Αλλά αγαπιόμασταν πολύ. Και οι δύο. Θυμάμαι πως έκανες σαν τρελός από την χαρά σου, όταν πείστηκα για την αγάπη σου και παρά τους φόβους μου, σου είπα να μιλήσεις με τον πατέρα και τα αδέρφια μου.

Ήταν Παρασκευή μεσημέρι, όταν μαζί με την μητέρα και τα αδέρφια σου ήρθες στο σπίτι. Είχα απίστευτο άγχος εκείνη την μέρα. Ήθελα να πάνε όλα καλά. Να σε συμπαθήσουν οι δικοί μου και σύντομα να γινόμουν γυναίκα σου. Είχα ετοιμαστεί από νωρίς το πρωί και είχα μαγειρέψει το αγαπημένο φαγητό του πατέρα μου: κοκκινιστό κρέας με πουρέ πατάτας. Ήλπιζα το φαγητό να έφτιαχνε την διάθεση του πατέρα μου και να μη τον ενοχλούσε τόσο η δουλειά σου. Για τον χαρακτήρα σου, ήμουν σίγουρη, πως θα σε συμπαθούσε.

Μάταια όμως ήλπιζα. Δεν φανταζόμουν πως θα γινόταν έξαλλος, κατά την διάρκεια του γεύματος, όταν του μίλησες για την δουλειά σου. Ευτυχώς που ήταν εκεί τα αδέρφια μας και τον ηρέμησαν. Η μητέρα σου, με κοίταξε άγρια και δεν μίλησε καθόλου. Κατάλαβα πως στεναχωρήθηκε. Ο  μεγάλος αδερφός μου, ο Χρήστος, έπεισε τον πατέρα μου για τις καλές σου προθέσεις. Χάρη σε αυτόν παντρευτήκαμε. Βέβαια ο Χρήστος ήξερε τι έκανε. Ήθελε να παντρευτώ σύντομα ώστε να μπορέσει και αυτός να παντρευτεί με την αγαπημένη του.  Γι αυτό και ήταν τόσο χαρούμενος την μέρα του γάμου μας.

Μα και εμείς δεν πηγαίναμε πίσω. Λάμπαμε από ευτυχία και οι δύο. Και ήμασταν τόσο όμορφοι, έτσι ντυμένοι που ήμασταν, εγώ νύφη και εσύ γαμπρός. Για εβδομάδες έραβα το νυφικό μου. Ήθελα να ήταν τέλειο για να το δεις εσύ. Και σου άρεσε τόσο πολύ. Πώς να ξεχάσω, την ματιά σου, όταν σε πλησίαζα στα σκαλοπάτια της εκκλησίας; Έλαμπες ολόκληρος.

Ευτυχισμένοι και αγαπημένοι ζήσαμε για πολλά χρόνια. Και θα ζούσαμε ακόμα περισσότερα αν δεν ερχόταν η κακιά στιγμή. Αυτή η στιγμή που σε πήρε μακριά μου για πάντα. «Δυστυχώς, έφυγε από ανακοπή καρδιάς» μου ανακοίνωσαν οι γιατροί, την μέρα του θανάτου σου και ένοιωσα να σταματά και η δική μου καρδιά. Για ποιον να χτυπά, αφού δεν είσαι πια εδώ;

Μόνο η φωτογραφία του γάμου μας, έμεινε για να θυμίζει τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε μαζί…

Συγγραφέας: Μαίρη Κάντα - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...