Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

"Μια σχολική ανάμνηση" της Μαριάννας Παπαδοπούλου



"Βασιλιά βασιλιά, με τα δώδεκα σπαθιά τι ώρα έχεις;" Τέσσερις παρά τέταρτο... και έκαναν τα παιδιά τέσσερα βήματα μπροστά και ένα μικρό μικρό βήμα πλάγια. Κι ακούγονταν φωνές "όχι έτσι, αλλιώς.. όχι δεξιά, αριστερά... όχι τόσο μπροστά,... Τσούρμα κλέβεις!". Έβγαινε κι ο Φάνης ως αντίκλητος βασιλιάς, για να επιβάλει την τάξη και γινόταν χαμός. Τσακωμοί, κλωτσιές, μπουνιές, τραβήγματα, μαγκιές τα αγόρια· μαζί με το ένα κορίτσι που ήθελε να είναι κι αυτός μάγκας, την Αντριάνα. Τα υπόλοιπα κορίτσια κάθονταν παράμερα και μιμούνταν τις απογοητευμένες γυναίκες· φιγούρες που αντέγραφαν από τις μαμάδες τους. Ερχόταν και η Λυγεροπούλου να επιβάλει την τάξη με το χαρακτηριστικό "Πππσσσσσσττττ" και τα σάλια να πετάγονταν από τα χείλια και τα ρουθούνια της. Βούταγε από ένα αυτί παιδιού σε κάθε χέρι και τά 'σερνε, αγέρωχη γερακίνα, στο γραφείο. Οι γονείς, κατόπιν κλήσεως, απαρηγόρητοι. "Ατακτη η κόρη σας, δεν μπορούμε να την πειθαρχήσουμε!" για την Αντριάνα. "Πρέπει να λάβετε τα μέτρα σας. Προσέξτε το γιό σας, θα σας ξεφύγει!" για τον Φάνη. Δύο παιδιά με δαίμονες να προσπαθούν να παντρέψουν τις ιδιοτροπίες τους, να τιθασέψουν τους εγωισμούς τους και - πάνω απ'όλα- να συνεχίσουν το παιχνίδι. Έπαιρναν και εύσημα αλλά με ρέγουλα. 

Οι συνθήκες του ιδιωτικού δεν ήταν πάντοτε ευχάριστες για τους μαθητές. Ιδιαίτερα όταν πλήρωνε ο "χορηγός-πατέρας" για να είναι ο γιός του πρώτος και το όνομά του να βγαίνει κάθε μέρα στο δρομολόγιο του σχολικού. Με το στανιό πρώτος, και με το στανιό όμορφος. Ο πρώτος κατά συνθήκη μαθητής, που ποτέ δεν το 'χε να γίνει "βασιλιάς". Μια απαίτηση ενός σατράπη οδοντίατρου να θέλει να βλέπει τον μαλθακό υιό του πρώτο, ακόμα κι αν δεν ήταν. Κι αυτή η μαλθακότητα τον συντρόφευσε μέχρι και το τέλος του ιδιωτικού δημοτικού. Δεν είχε τη στόφα του Βασιλιά ο γιος του χορηγού. Αντίθετα, ο πραγματικός "βασιλιάς", έπρεπε να παλέψει με τους δράκους του, την μάνα του που τον συνέθλιβε μέρα με την μέρα, τον πατέρα του άνεργο και ρομαντικό, τα παιδιά που τον φατούρωναν σε κάθε ευκαιρία. Κι ο πραγματικός "μάγκας" ήταν αναγκασμένος να ζει κάθε μέρα μέσα σε κλειδωμένους τοίχους. "Είναι ο καλύτερος μαθητής και στις δύο Πέμπτες αλλά οι παρορμήσεις του θα τον καταστρέψουν!" ανακοίνωναν για τον Φάνη. "Αναγνωστοπούλου! Τετραπέρατη, αλλά τεμπέλα!" ανακοίνωναν για την Αντριάνα. Κι έφευγαν μαζί από το γραφείο της σύστασης, Φάνης και Αντριάνα, με μάγουλα κόκκινα από την ντροπή και τα αυτιά πρησμένα από το τράβηγμα για να μπούνε στο μάθημα, να καθίσουν στα θρανία τους και να ξαναρχίσουν να πετάνε κομμένες γομολάστιχες, κατ΄'εθιμον, την ώρα του μαθήματος. Μέχρι που το ξανάπαιρνε χαμπάρι ο δάσκαλος και έπιανε αυτιά που άφησε η προηγούμενη, για να τα κάνει ασορτί από το τράβηγμα. Κάπως έτσι, με την ίδια σειρά αλλά με ποικιλία στις ζαβολιές τέλειωσαν όλο το δημοτικό, απονήρευτα, αεικίνητα και ελαφρώς απογοητευμένα από το σύστημα. 
Το γυμνάσιο δεν ήρθε εύκολα για κανέναν από τους δύο. Η εφηβεία έφερε τις αφύσικες ντροπές και το μπλοκάρισμα. Τα κυνηγητά για το γέλιο έδωσαν τη σκυτάλη στα κυνηγητά για να σώσεις τη ζωή σου από τους νταήδες του Κορυδαλλού. Κάτι ντερέκια μέχρι το ταβάνι, 18 χρονών που πήγαιναν ακόμα πρώτη γυμνασίου και έκαναν τη ζωή δύσκολη όλων όσων κουμάνταραν. Με πεταλούδες περασμένες στα ρολόγια και χέρια που έκλειναν άνετα λαιμό μέσα τους, κυνήγαγαν απειλητικά τον Φάνη περιμένοντας την μέρα που θα 'αντρέψει'... ή θα τον άντρευαν αυτοί. Δεν πρόλαβαν όμως, γιατί έφυγε ο Φάνης, κι άφησε πίσω την κλειδωμένη στους τοίχους του σπιτιού της Αντριάνα, να περιμένει,...την παρέα. Καμία παρέα για την Αντριάνα δεν ήρθε στα χρόνια της εφηβείας, και έτσι πέρασαν και τα δικά της τα εφηβικά, με αρκετές ενοχλήσεις από τις τυποποιημένες συμμαθήτριές της, μόνο περιορισμοί και πειθαρχία από τον περίγυρό της και όνειρα, πολλά όνειρα. Όχι δικά της.. των υπολοίπων. Ίσως κάτω από αυτούς τους περιορισμούς να γραπώνονταν και οι δύο από τις παλιές μνήμες, από τα γέλια, έτσι η Αντριάνα γέλαγε, σκεφτόταν όλες τις χαρούμενες στιγμές και μίλαγε, έπλαθε διαλόγους, μόνη της στον δρόμο.
Έφυγε ο ένας όσο πιο μακριά γινόταν και πήγε κι έμεινε σε ένα μέρος που μπορούσε να πεί ότι οι Κορυδαλλιώτες είναι κανίβαλοι, χωρίς τον κίνδυνο να τον πετροβολήσουν. Εμεινε η Αντριάνα τόσο με τον εαυτό της όσο χρειάστηκε για της κολλήσει το κουσούρι να μιλάει μόνη της. Μόνη της παντού. Στο άδειο σπίτι. Στο δρόμο. Στο λεωφορείο.. οπου πίστευε ότι δεν την κοίταζαν. Πήρε η ζωή τον δρόμο της, και κάπου κάπου, ίσως και να πέρναγε μια αχτίδα σκέψης του άλλου.. "που να είναι ο ένας, που να 'ναι ο άλλος... Και ξεθώριασαν. Έτσι συνέχισαν ξεθωριασμένοι ο ένας για τον άλλον. Κι ο βασιλιάς έγινε 'βαρώνος' κι ο 'μάγκας' έγινε καριερίστα, έκαστος εφ'ω ετάχθη. 
Μια οι μπίζνες της νύχτας, μια η τρέλλα της επιβολής, μια τα λεφτά που έρεαν με τη σέσουλα, ο Φάνης μεταμορφώθηκε από παιδί της σφαλιάρας, σε άτεγκτο κλειδοκράτορα του 4%, κράτημα επιταγών, μπίζνες στα νησιά, έδρα στη Βουλγαρία, γυναίκες παντού, απειλές από όλους,... δεν μάσαγε. Μόνο κάθε που καθόταν στην τσόχα, το μάτι του χανόταν στον ρήγα καρώ... αυτόν που κράταγε το σπαθί.. Κι άλλες φορές μόνος του πάλι, μετά από τιποτένια κρεβάτια με άγνωστες της νύχτας, άφηνε την φαντασία του να πλάσει την φάτσα 'του μάγκα' στα δαχτυλίδια του καπνού που έβγαιναν από τα σωθικά του. Κάπου κάπου θυμόταν και τον "βασιλιά" μέσα του. Κάπου κάπου κι η Αντριάνα το ίδιο, μία στις πιέσεις της διευθύντριας, που έβγαινε με τα ρίχτερ της για να μπίξει τις φωνές, μία σποραδικά κάθε που μιλούσε μόνη της και μία κάθε που κοίταζε την ώρα στα ρολόγια με τους δείκτες.
Έτσι. Έτσι μέσα στην βουή που θέλει ο κόσμος από αυτούς και στην αναμπουμπούλα που ήρθε όταν στράβωσαν τα πράγματα, άρχισε να χάνει ο Φάνης. Κι άρχισε να τα χάνει κι η Ανδριάνα. Κι ο κόσμος ανένδοτος, να περιμένει στην προσωπική του αρένα, αυτούς τους δύο πότε θα πάρουν το επόμενο κεφάλι ή πότε θα χάσουν. Κι ήρθε η κρίση κι έχασαν. Ήρθε το σπάσιμο της αγοράς και βγήκαν περισσότερα μαχαίρια. Ήρθε το κλείσιμο των επιχειρήσεων κι η Ανδριάνα έμεινε μ'ένα τορνευτό πτυχίο και χωρίς αύριο στο χέρι, να οικτήρει τον εαυτό της και να παθαίνει κατάθλιψη στην σκέψη του οτι είναι άχρηστη. Οι κρίσεις πανικού δεν άργησαν να έρθουν με την κατάθλιψη και την αγοραφοβία να σέρνεται σαν την κόμη της Βερενίκης. Οι κρίσεις πανικού δεν άργησαν να τον επισκεφτούν με τους σπασμούς στο στομάχι και τα καρφιά στην χολή. Τριαντά πέντε χρόνια μετά από τον πρώτο τους αποχαιρετισμό, χρόνια μετά το παιχνίδι, βρέθηκαν να κάθονται εξ απεναντίας, στην αίθουσα αναμονής ψυχιατρκής κλινικής. Και οι δύο για κρίσεις πανικού. Κι έτσι, σκέτα, όπως κοιτάμε αδιάφορα την φάτσα του απέναντί μας, κάθισαν στον απέναντι τα μάτια της Ανδριάνας, λέγοντας το 'αυτόν κάπου τον ξέρω. Μόνο αναπάντεχα, όπως κάποτε ήξερε καλά, η Ανδριάνα ρώτησε "Βασιλιά- βασιλιά, με τα δώδεκα σπαθιά, τι ώρα έχεις;
  Συγγραφέας: Μαριάννα Παπαδοπούλου - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...