Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

"Σκοτεινιασμένο άσπρο" της Ιωάννας Αποστολάκου


Περπατούσε για περίπου δέκα λεπτά. Πήγαινε στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβού. Είχαν να βρεθούν δέκα χρόνια. Από εκείνο το βράδυ. Ήταν ανήσυχος αλλά και χαρούμενος που θα τον συναντούσε. Ήταν τόσο μικρός εκείνο το βράδυ και ποιος ξέρει τί του είχει συμβεί στο ίδρυμα όλα αυτά τα χρόνια. Θα είναι ακόμα ο μικρός του αδελφός ή όλα θα είναι αλλιώς;

Καθώς είχε χαθεί στις σκέψεις του παρατήρησε πως είχε περάσει το μαγαζί και γύρισε πίσω. Ήταν εκεί! Στο τραπέζι τους. Τον περίμενε. Ήταν ίδιος απλά λίγο πιο μεγάλος. Είχε βγάλει μούσια, αλλά ήταν ακόμα ο μπόμπος του. Μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε στο τραπέζι. Στην αρχή υπήρχε αμηχανία. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον αγκαλιάσει, να καθίσει δίπλα του ή απέναντί του. Αφού πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα κάθισε δίπλα του και όλα κύλησαν σωστά. Γέλια, αγκαλιές, πειράγματα. Ήταν όπως παλιά. Όπως τότε που έπαιζαν μέχρι το βράδυ στην αυλή, που πήγαιναν βόλτες με τα ποδήλατά τους, που αργούσαν να γυρίσουν και η μητέρα τούς φώναζε. Όπως εκείνη τη μέρα που προστάτευσε τον μικρό του αδερφό και όλο το βράδυ έμεινε στο κρύο. Αναπολούσαν εκείνες τις στιγμές. Ήταν σαν να μην τους έχει χωρίσει ποτέ κανείς. Ένιωθαν πως κανείς δεν μπορεί να αποδυναμώσει την αδελφική τους αγάπη.

Μέχρι που ο μικρός του αδερφός, ο Φοίβος, τον ρώτησε για εκείνο το βράδυ. Ήξερε πως δεν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα και αναζητούσε μία εξήγηση. Έπρεπε να ξέρει τί είχε συμβεί. Πέρασε τη μισή του ζωή στο ίδρυμα χωρίς να γνωρίζει τον υπαίτιο. Χωρίς να γνωρίζει την αλήθεια. Ζητούσε εξηγήσεις και ο Κώστας πάγωσε. Χλώμιασε και άλλαξε το βλέμμα του. Δεν ήξερε τί να του πει. Σκεφτόταν όσα έγιναν εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ και ήθελε να βάλει τα κλάμματα. Ένιωθε ένοχος που επέτρεψε να πάρουν μακριά τον αδερφό του, που δεν προσπάθησε να τον ξανακερδίσει. Ήταν όμως μόνο αυτό ή η ενοχή του πήγαζε από αλλού; Τα χέρια του είχαν αρχίσει να ιδρώνουν. Το στόμα του στέγνωσε. Έψαχνε λίγο νερό. Μπορούσε όμως να πιει νερό; Είχε τη δύναμη να σηκώσει το ποτήρι; Το χέρι του έτρεμε και όλα γύρω του είχαν χάσει το χρώμα τους. Οι κινήσεις του άρχισαν να γίνονται νευρικές, όταν ο Φοίβος συνέχισε να ζητά την αλήθεια. Του απάντησε πως δεν έχει κάτι άλλο να του πει. Όλα είχαν συμβεί όπως τα ήξερε και θα έπρεπε να αποδεχτεί την αλήθεια.

Ο Φοίβος όμως δεν πίστεψε λέξη. Φαινόταν πως κάτι του έκρυβε ο Κώστας και ήταν βέβαιος πως θα το ανακάλυπτε. Αποφάσισε να τον παγιδεύσει λέγοντάς του πως ήξερε την αλήθεια και μπορούσε να αποδείξει πως δεν ευθυνόταν η Σάντρα, η οικιακή βοηθός. Υπήρχε φωτογραφικό υλικό που αποδείκνυε ότι άλλος ήταν ο δολοφόνος. Και ήταν άντρας. Η Σάντρα ήταν μικρή και αρκετά αδύναμη για να αναμετρηθεί με τον πατέρα τους. Του είπε πως ήταν προκατειλλημένος γιατί ποτέ του δεν την συμπάθησε και ήταν σίγουρος πως το δικαστήριο είχε κάνει λάθος. Άλλωστε τότε ήταν αναμενόμενο να τα φορτώσουν όλα σε ‘κείνη. Ήταν αλλοδαπή, χωρίς αρκετά χρήματα και χωρίς κανέναν δικό της άνθρωπο. Οι γονείς της ήταν σε άθλια κατάσταση και εκείνη χρειαζόταν χρήματα για να τους στείλει. Συνεπώς, ήταν βολικό θύμα για το δικαστήριο. Στόχος της ήταν, όπως είπαν στο δικαστήριο, να σκοτώσει όλη την οικογένεια, να πάρει όλα τα χρήματα και να εξαφανιστεί. Ήταν εκδίκηση για τότε, είπαν όλοι.

Για εκείνο το βράδυ 8 μήνες πριν την διπλή δολοφονία. Η Σάντρα είχε μείνει μόνη στο σπίτι. Η κυρία του σπιτιού, η κυρία Νίκη, ήταν μαζί με τα παιδιά στο νοσοκομείο, λόγω του εγκεφαλικού που πέρασε ο πατέρας της και ο κύριος του σπιτιού, ο κυρ Μανώλης, μετά από την βάρδιά του, θα πήγαινε στο νοσοκομείο. Γυρνώντας από το νοσοκομείο το ίδιο βράδυ, λίμνη αίματος είχε δημιουργηθεί έξω από το δωμάτιο της Σάντρας. Μόλις αντίκρυσε το αίμα η κυρία Νίκη ούρλιαξε και τα παιδιά έτρεξαν στο δωμάτιό τους. Ο κυρ Μανώλης έσπασε την πόρτα με μία κλωτσιά και είδε τη Σάντρα πεταμένη στο πάτωμα, με τα πόδια της ανοιχτά και καλλυμένα με αίμα. Η κυρία Νίκη κάλεσε ένα ασθενοφόρο που την μετέφερε στο πιο κοντινό νοσοκομείο. Η Σάντρα ήταν σε κώμα για περίπου 4 μήνες. Η αστυνομία δεν μπόρεσε να βρει τον υπαίτιο για τον βιασμό της, αφού παντού υπήρχαν αποτυπώματα μόνο της οικογένειας. Τότε, όλοι σώπασαν. Άλλωστε ποιος νοιάζεται για μία αλλοδαπή; Κανείς δεν είχε το θάρρος να την υπερασπιστεί και να αντιταχθεί στο μοναδικό ύποπτο. Σε κανέναν δεν έπεφτε λόγος. Κανείς δεν το ξανασυζήτησε. Ούτε δίκη δεν έκαναν αφού ο κυρ Μανώλης είχε άκρες παντού. Δεν ήθελε, είπε, να γίνει θέαμα στη γειτονιά. Μία φορά αρκούσε. Δεν γινόταν να ρεζιλευτεί κι άλλο η οικογένειά του και έτσι όλοι το ξέχασαν. Όλοι εκτός από τα παιδιά και τη Σάντρα.

Όταν ο Φοίβος θύμησε στον αδερφό του όλες αυτές τις εικόνες και την αγωνία που είχαν για την Σάντρα, ο Κώστας άρχισε να τρέμει. Φαινόταν φοβισμένος, αβοήθητος. Φαινόταν ένοχος και συνέχισε να ιδρώνει. Όμως, ένιωθε πως έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να πει ξανά ό,τι είπε στο δικαστήριο εκείνη την ημέρα. Όλα όσα τον είχαν δασκαλέψει να πει. Σηκώθηκε όρθιος. Ξεκίνησε την ομιλία του όπως στο δικαστήριο, σα να ήταν ακόμα στο σχολείο και έλεγε το μάθημά του. Η ένταση της φωνής του αυξανόταν. Αφού ολοκλήρωσε το μάθημά του επαναλάμβανε τις λέξεις του ξανά και ξανά, μη ξέροντας τι άλλο να πει. Ο Φοίβος τον πίεζε να μιλήσει. Ήξερε πως κάτι άλλο είχε συμβεί. Έπρεπε να αναλάβει τις ευθύνες του και η ώρα περνούσε. Τότε ο Κώστας σηκώθηκε από το τραπέζι και φώναξε. Φώναξε στον αδερφό του, όπως τότε. Πάντα ήταν οξύθυμος όμως τώρα κάτι άλλο είχε συμβεί. Φώναζε και τα χέρια του ίδρωναν κι άλλο. Παρατήρησε τους υπόλοιπους πελάτες που τον κοιτούσαν και ζήτησε συγγνώμη με χαμηλωμένα τα μάτια του και κάθισε στο τραπέζι. Ο Φοίβος κατάλαβε τί είχε συμβεί. Όλα τα κατάλαβε, μα τον πίεζε κι άλλο γιατί ήθελε να το ακούσει και από εκείνον. Εκείνος με χαμηλωμένο το βλέμμα δεν ήξερε τι να κάνει. Αναζητούσε βοήθεια, μα δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει. Όλα είχαν καταστραφεί. Όλα τα είχε καταστρέψει εκείνο το βράδυ. Τα χέρια του ίδρωναν και τα πόδια του έτρεμαν από νευρικότητα μάλλον και όχι από φόβο. Δεν είχε τίποτα να φοβάται. Πάντα ήξερε να χειρίζεται τέτοιου είδους καταστάσεις. Έτσι, συνέχισε να λέει τα ίδια και τα ίδια, κρατώντας ενωμένα τα χέρια του και κοιτάζοντας χαμηλά δίνοντας όλο και λιγότερες λεπτομέρεις. Άλλωστε αυτά είχαν γίνει , αυτά έπρεπε να πει. Αυτά τον είχε δασκαλέψει τότε ο δικηγόρος του. Αυτή ήταν η αλήθεια. Αυτά θυμόταν. Τα υπόλοιπα τα είχε ήδη ξεχάσει.

Η Σάντρα ευθυνόταν. Είχε μαγέψει όλη τη γειτονιά με το καλλίγραμο κορμί της. Δεν έπρεπε ο μπαμπάς να τη θέλει τόσο. Δεν έπρεπε η μαμά να τον στηρίξει σε όλο αυτό. Έπρεπε να την προστατεύσει εκείνο το βράδυ, να μην την αφήσει μόνη της στο σπίτι. Έπρεπε να καταλάβει πως εκείνος θα γυρνούσε σπίτι και θα της έκανε κακό. Μα δεν ήταν εκεί. Την άφησε μόνη της να αντιμετωπίσει ένα τέρας που είχε μεταμορφωθεί σε άνθρωπο. Ένα τέρας που τους χτύπαγε συνεχώς. Έπρεπε μετά από όλα αυτά όμως να τον τιμωρήσει. Δεν μπορούσε να τον αφήσει να ξεφύγει. Έπρεπε να προστατεύσει την οικογένειά του και την Σάντρα. Την δική του Σάντρα. Πήρε λοιπόν μία απόφαση που θα του κόστιζε την ελευθερία του, αλλά δεν τον ένοιαζε αφού θα τον έβγαζε μια για πάντα από την ζωή τους. Αποφάσισε να τον σκοτώσει όσο η Σάντρα ήταν σε κώμα. Ήταν δύσκολο, μα δεν υπήρχε άλλη λύση. Περίμενε να γίνει καλά η Σάντρα και θα τον σκότωνε την ίδια στιγμή.

Εκείνο λοιπόν το βράδυ, ο πατέρας ήταν ξαπλωμένος με την μητέρα και ήταν βαριά άρρωστος. Έβηχε και πονούσε παντού. Του άξιζε να πονά. Έτσι, τον άφησε να πονά για λίγο ακόμα. Αποφάσισε όταν όλοι είχαν κοιμηθεί να πάρει το μαχαίρι από την κουζίνα και να τον μαχαιρώσει τόσες φορές όσοι και οι μήνες που ήταν η Σάντρα σε κώμα. Έτσι έγινε. Πήγε στην κουζίνα, άρπαξε το μαχαίρι και έφτασε στο δωμάτιο. Το τέρας άρχισε να βήχει και ο Κώστας πήγε να τον μαχαιρώσει αλλά η μητέρα του έγινε η ασπίδα του. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που ο Κώστας δεν μπορούσε να αντιληφθεί τί είχε συμβεί. Είχε σκοτώσει τη μητέρα του; Είχε σκοτώσει τον πατέρα του; Τους σκότωσε και τους δύο; Έτρεξε έξω στο δρόμο γρήγορα και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Άρχισε να κλαίει και όλη η γειτονιά βγήκε στο δρόμο. Κάλεσαν την αστυνομία και όλοι πίστεψαν πως η Σάντρα το είχε κάνει. O Κώστας δεν μίλησε σε κανέναν για τον επόμενο χρόνο. Δεν θυμόταν τίποτα από εκείνο το βράδυ, λόγω του μετατραυματικού σοκ που είχε υποστεί. Μόνο στο δικαστήριο μίλησε και από τότε είχε κλειστεί σε ένα άσπρο δωμάτιο. Σε μία φυλακή που ο ίδιος είχε δημιουργήσει, γεμάτη με ενοχές και τύψεις, γιατί εξαιτίας του η Σάντρα καταδικάστηκε για μία διπλή δολοφονία που ποτέ της δεν διέπραξε.
 
Όλα αυτά τα σκεφτόταν φωναχτά, όσο ο Φοίβος τον πίεσε να μιλήσει. Η αστυνομία είχε περικυκλώσει το μαγαζί και συνέλαβε τον Κώστα, ο οποίος φώναζε «Δεν έχω κάνει τίποτα, τίποτα, εκείνος φταίει για όλα».




                      Συγγραφέας: Ιωάννα Αποστολάκου - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...