Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

"Η κοκκινοσκουφίτσα... η συνέχεια" της Σοφίας Παϊδούση



Από τότε που έγινε το περιστατικό με το λύκο που έφαγε την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά της, η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν πλέον πολύ προσεκτική. Μετά από κάποια χρόνια παντρεύτηκε, μετακόμισε στην πόλη και έκανε δύο παιδιά τον Άρη και μια μικρότερη κόρη την Αλίνα που τα υπεραγαπούσε. Για να βγάζει τα προς το ζην  δούλευε σε ένα γραφείο.

Τα καλοκαίρια η Κοκκινοσκουφίτσα πήγαινε τα παιδιά της συχνά να ζήσουν στο χωριό με τη μητέρα της, που τα λάτρευε. Η γιαγιά της Αλίνας της είχε χαρίσει μια πολύ όμορφη κόκκινη τσαντούλα και η Αλίνα τη χρησιμοποιούσε καθημερινά για να μαζεύει λουλούδια από τον κήπο και καρπούς από τα δέντρα και να της τα πηγαίνει. Της άρεσε πάρα πολύ της Αλίνας στο χωριό, γιατί είχε το χρόνο αλλά και το χώρο να ασχολείται με τις αγαπημένες της δραστηριότητες. Τα πρωινά της άρεσε να παίζει με τους αγαπημένους της φίλους τη Ρίτα, μία αλεπουδίτσα και τον Τομ ένα κάτασπρο λαγουδάκι. Τα απογεύματα συχνά έκανε βόλτες στο δάσος κοντά στο σπίτι της. Τα βράδια συνήθως έπαιζε με τον Άρη στην αυλή του σπιτιού τους, αλλά τον τελευταίο καιρό ο Άρης, επειδή ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία, την απέφευγε γιατί βαριόταν να κάνει πολύ παρέα με τη μικρή του αδελφή.
Έτσι η Αλίνα έκανε κολλητή παρέα με τη φίλη της τη Ρίτα. Η αλεπού ήταν κατενθουσιασμένη με τη φίλη που απέκτησε, τόσο που πολύ σύντομα τη γνώρισε και στην οικογένειά της. Έτσι πολλά απογεύματα παίζανε και στο σπίτι της Ρίτας.
Ένα απόγευμα η Αλίνα βγήκε στην αυλή και φώναξε την αγαπημένη της αλεπού να της κάνει παρέα στην καθημερινή τους βόλτα στο δάσος. Η Ρίτα όμως δεν φάνηκε πουθενά. Ούτε και το κουνελάκι όμως. Η Αλίνα τελικά αποφάσισε να πάει μόνη της τη βόλτα, δεν ήθελε με τίποτα να κλειστεί μέσα μια τόσο όμορφη μέρα. Ξεκίνησε αγκαλιά με τη τσαντούλα της και χαρούμενη τραγουδούσε καθώς περπατούσε στο γνωστό της μονοπάτι μέσα στο δάσος, κόβοντας λουλούδια, ενώ τα πουλάκια από τριγύρω κελαηδούσαν μαζί της. Ξαφνικά είδε από απόσταση ένα μικρό πορτοκαλί ζωάκι που της φάνηκε για τη φίλη της τη Ρίτα. "Α! Ρίτα εδώ είσαι!! Βιάστηκες να πας τη βόλτα χωρίς εμένα;" Η Αλίνα αποφάσισε να ακολουθήσει το ζωάκι που έμοιαζε πολύ με τη φίλη της.
Στο μεταξύ στο σπίτι, η γιαγιά έλεγε παραμύθια στον Άρη καθώς καθόταν αναπαύτηκα στην κουνιστή της καρέκλα. Όταν τελείωσε είπε: " Και τώρα παιδί μου φώναξε την αδελφή σου. Το φαγητό είναι έτοιμο και έχει αρχίσει να νυχτώνει."
Ο Άρης βγήκε στην αυλή. "Αλίνα! Αλίνα! Έλα! Έτοιμο το δείπνο." Ο Άρης έριξε το βλέμμα του παντού αλλά δεν την είδε πουθενά. Σιγή ιχθύος. "Αλίνα!!! 'Έλα θα κρυώσει! Έλα!! Σταμάτα να παίζεις με τη Ρίτα και τον Τομ αλλιώς θα σε μαλώσει η γιαγιά". Ο Άρης άρχισε να φωνάζει δυνατά, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη δεν είδε πουθενά την παραμικρή κίνηση.
Μετά από λίγα λεπτά βγήκε έξω και η γιαγιά τους. "Ελάτε παιδιά γρήγορα! Μα πού είναι η Αλίνα;" Η απορία στα μάτια της γιαγιάς ήταν έντονη.
"Γιαγιάκα δεν ξέρω δεν τη βλέπω πουθενά..." Τρέκλισε ο εγγονός της.
"Μα πώς είναι δυνατόν;" Η γιαγιά πανικοβλημένη άρχισε να φωνάζει γύρω γύρω αλλά σημάδι της μικρής πουθενά. "Θεέ μου!! Τι θα κάνουμε τώρα; Πρέπει να τη βρούμε!"
"Αλίνα..." Ψέλλισε ο Άρης, η φωνή του πνιγμένη στο φόβο.
Η γιαγιά ένιωσε να της κόβονται τα πόδια. "Τι θα κάνουμε τώρα; Ω Θεέ μου... Τι θα πω στη μητέρα της;"
"Να πάω να την ψάξω γιαγιά;" Προσφέρθηκε ο εγγονός της χωρίς να είναι και πολύ σίγουρος αν θα τα καταφέρει.
"Τρελάθηκες παιδί μου; Δεν είσαι αρκετά μεγάλος..." Τον αποπήρε εκείνη.
"Μα γιαγιά..." Παραπονέθηκε ο Άρης.
"Όχι"! Είπε αποφασιστiκά η γιαγιά. Εσύ μείνε εδώ. Δεν θα ήθελα να χαθείς και συ και να ψάχνουμε και τους δύο". Εγώ πάω στην πλατεία. Θα το πω στους συγχωριανούς μας και όλοι μαζί θα ψάξουμε για την Αλίνα. Κατάλαβες; Εσύ μείνε εδώ εντάξει;"  Εκείνος έγνευσε καταφατικά.
Η γιαγιά πήρε την κάπα της και βγήκε από το σπίτι όσο πιο γρήγορα της επέτρεπαν τα πόδια της. Ο Άρης κάρφωσε το πρόσωπο του στο παράθυρο μήπως δει ένα σημάδι της αδελφής του μες τη νύχτα.
Μετά από λίγη ώρα η γιαγιά έφθασε στην πλατεία. Ευτυχώς όλοι σχεδόν οι συγχωριανοί της ήταν μαζεμένοι στο κεντρικό καφενείο όπως συνήθιζαν τέτοια ώρα. "Βοήθεια συγχωριανοί!!" Κραύγασε η γιαγιά και όλο τα ζωάκια γύρισαν να την κοιτάξουν. "Χάθηκε η εγγονή μου η Αλίνα μου..." Κλαψούρισε και όλοι πετάχτηκαν πάνω.
"Μα καλά πώς είναι δυνατόν;" Νιαούρισε η γάτα.
"Είσαι σίγουρη; Έψαξες καλά;" Έσκουξε η ποντικίνα.
"Να βγούμε να ψάξουμε παντού!" Γκάριξε ο γάιδαρος.
"Να καλέσουμε την αστυνομία". Γαύγισε ο σκύλος.
"Σας ευχαριστώ παρά πολύ καλοί μου φίλοι, δεν ξέρω πραγματικά τι θα έκανα χωρίς εσάς". Η γιαγιά ήταν πάρα πολύ στεναχωρημένη.
Στο μεταξύ ο Άρης βαρέθηκε να κοιτάζει μέσα από το παράθυρο για κάποιο σημάδι της αδελφής του, έτσι πήρε το πανωφόρι του και αποφάσισε να πάει να βρει τη γιαγιά του και να ψάξει και κείνος για την Αλίνα.
"Αλίνα! Αλίνα". Φώναζαν όλοι κρατώντας φακούς μέσα στο κατασκότεινο δάσος. "Αλίνα κοριτσάκι μου πού είσαι;" Φώναζε και η γιαγιά της.
"Γιαγιά ήρθα! Τη βρήκατε;" Ο Άρης έτρεξε δίπλα στη γιαγιά του και της τράβηξε το μανίκι.
"Όχι αγόρι μου... όχι ακόμα. Μείνε δίπλα μου μη χαθούμε, εντάξει παλικάρι μου;"'
"Εντάξει γιαγιάκα μην ανησυχείς." Ο Άρης την κρατούσε αγκαζέ και προχωρούσαν μαζί στο δάσος.
"Αχ! Πού να είναι το κοριτσάκι μου..." παραμιλούσε η γιαγιά ενώ και ο Άρης άρχισε  να φοβάται.
Το επόμενο πρωί τους βρήκε να μισοκοιμούνται κουρασμένοι στην αυλή του σπιτιού, ο Άρης στην αγκαλιά της γιαγιάς του και ο φακός πεταμένος στο χώμα. Μαζί τους ήταν και ο Τομ το λαγουδάκι και φίλος της Αλίνας.
"Μητέρα, Άρη τι συμβαίνει;" Ακούστηκε μια ταραγμένη φωνή και οι δύο τους πετάχτηκαν πάνω σαν ελατήρια μόλις κατάλαβαν ότι τους μιλούσε η Κοκκινοσκουφίτσα.
"Παιδί μου!!" Η γιαγιά αγκάλιασε την κόρη της όμως δεν ήξερε πώς να αισθανθεί, χαρά που γύρισε η κόρη της νωρίτερα ή λύπηση πού έχασε την εγγονή της;
"Μανούλα!"  Έπεσε και ο Άρης στην αγκαλιά της.
"Τι συμβαίνει εδώ; Γιατί κοιμόσασταν έξω;" Κοίταξε απορημένη η Κοκκινοσκουφίτσα.
"Τίποτα κοριτσάκι μου απλά να... έγινε χθες ένας σεισμός... και... μείναμε έξω από  φόβο, κατάλαβες κοριτσάκι μου;" Ψέλλισε η γιαγιά μην πιστεύοντας και η ίδια τα λόγια της. Ο Άρης συμφώνησε.
"Περίεργο δεν άκουσα κάτι στο δρόμο, ούτε και είδα άλλους κατοίκους έξω από τα σπίτια τους. Τέλος πάντων μητέρα, βοήθησε με να πάω τα πράγματα μέσα." Πρόσταξε η Κοκκινοσκουφιτσα και πήρε τη βαλίτσα και κάτι σακούλες που κρατούσε και τις πήγε στο δωμάτιο της. "Η Αλίνα πού είναι;" Τους ρώτησε καθώς έψαχνε με τα μάτια το χώρο.
"Ε... " Ψέλλισε η γιαγιά προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι.
"Κοιμάται στο σπίτι της φίλης της, της Ρίτας, για μεγαλύτερη ασφάλεια". Πετάχτηκε ο Άρης μην πιστεύοντας και ο ίδιος πόσο γρήγορα σκέφτηκε αυτή τη δικαιολογία.
"Ναι σε λίγο θα πάω να την πάρω." Συμφώνησε η γιαγιά. "Εσύ πώς και γύρισες νωρίτερα από την πόλη;"
"Ακυρώθηκε η αυριανή συνάντηση και είπα να έρθω νωρίτερα..."
Ντοκ Ντοκ... Ακούγεται ο χτύπος της πόρτας. Η γιαγιά πηγαίνει να ανοίξει. Η ποντικίνα λαχανιασμένη τη ρωτάει: ¨Τι έγινε Μαρία μου; Τη βρήκατε την Αλίνα;"
Η γιαγιά τα έχασε.
"Τι συνέβη; Πού είναι το παιδί μητέρα;" Η φωνή της Κοκκινοσκουφίτσας έτρεμε.
Η γιαγιά χαμήλωσε το κεφάλι. Η ποντικίνα δεν ήξερε τι να πει ούτε και ο Άρης που δεν ήθελε να στενοχωρήσει τη μητέρα του.
"Ε ξέρεις κορίτσι μου... χάθηκε... χθες... δεν ξέρω πως... δεν..." Δάκρια άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια της γιαγιάς.
"Μα καλά πώς έγινε; Ήταν μόνη της; Εσύ πού ήσουν;" Τους βομβάρδισε με ερωτήσεις η Κοκκινοσκουφίτσα αλλά μη περιμένοντας απάντηση συνέχισε. "Και τι κάνουμε εδώ; Πάμε να την ψάξουμε παντού!"
Όλοι βγήκαν ταραγμένοι από το σπίτι και άρχισαν να ψάχνουν από την αρχή το δάσος. Ίσως τώρα με το φως του ήλιου να βρίσκανε κάποιο ίχνος της.
"Τίποτα..." Ψέλλισε η ποντικίνα κουρασμένη από το πολύωρο περπάτημα. "Να καλέσουμε την αστυνομία καλύτερα".
"Ξέρω ποιός το έκανε! Ο λύκος..." Η Κοκκινοσκουφίτσα τραύλισε και το όμορφο πρόσωπό της ξαφνικά σκοτείνιασε καθώς θυμήθηκε παλιές άσκημες αναμνήσεις.
"Είσαι καλά κόρη μου;" Τη ρώτησε η μητέρα της τρομαγμένη.
"Καλά είμαι... πάρε καλύτερα τον Άρη και πηγαίνετε στο σπίτι και εμείς θα πάμε στην αστυνομία."
"Όπως νομίζεις κορίτσι μου, πάμε αγόρι μου." Η γιαγιά πήρε τον εγγονό της και επέστρεψαν στο σπίτι.
H Κοκκινοσκουφιτσα μαζί με την ποντικίνα και άλλους κατοίκους του χωριού συνέχισαν όλοι μέρα να ψάχνουν την Αλίνα αλλά δυστυχώς τίποτα. Τελικά πήγαν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής.
"Αστυνόμε έχασα τη μοναχοκόρη μου!" Ανάκραξε η Κοκκινοσκουφίτσα απευθυνόμενοι σε δύο αστυνομικούς που δεν ήταν άλλοι από δύο μεγαλόσωμους λαγούς.
"Πείτε μου κυρία μου πού την είδατε για τελευταία φορά." Της απευθύνθηκε ο λαγός- αστυνομικός.
Η Κοκκινοσκουφίτσα σωριάστηκε στην πολυθρόνα και άρχισε να εξιστορεί τα γεγονότα. Είπε πως άφησε τα παιδιά για κάποιες μέρες στη μητέρα της, όπως συνηθίζει τα καλοκαίρια, αλλά ένα βράδυ ξαφνικά η Αλίνα ενώ έπαιζε στην αυλή... χάθηκε..."
"Υποπτεύεστε κάποιον; Πιστεύετε ότι θα μπορούσε κάποιος να κάνει κακό σε σας και ίσως κατ' επέκταση στην οικογένεια σας;" Τη ρώτησε με σοβαρό τόνο ο λαγός.
"Δεν νομίζω κυρ αστυνόμε... αν και πριν πολλά χρόνια η αλήθεια είναι ότι μου είχε κάνει κακό ο λύκος εμένα αλλά δεν ξέρω αν για κάποιο λόγο θα ξανάκανε κακό σε μένα ή στους δικούς μου.
"Έχουμε υπόψιν το περιστατικό αλλά ο λύκος από τότε δεν έχει μπλέξει σε άλλες υποθέσεις στο χωριό". Θα ερευνήσουμε το περιστατικό. Μην ανησυχείτε κυρία Κοκκινοσκουφίτσα θα κάνουμε ότι μπορούμε για να βρεθεί η κόρη σας". Προσπαθούσε να την καθησυχάσει ο αστυνόμος.
 Μετά από λίγη ώρα όλοι οι κάτοικοι του χωριού κολλούσαν αφίσες σε δέντρα και τοίχους με το πρόσωπο της Αλίνας ή πετούσαν φυλλάδια στους δρόμους και σε γειτονικά χωριά. Η Κοκκινοσκουφίτσα επέστρεψε ταλαιπωρημένη το βράδυ στο σπίτι της.
"Μανούλα τι έγινε; Είχαμε κανένα νέο;" Τη ρώτησε ανήσυχος ο Άρης.
"Όχι αγάπη μου... αλλά ψάχνουμε... ψάχνει όλο το χωριό. Και η αστυνομία βέβαια...."
"Όλα θα πάνε καλά κοριτσάκι μου..." Τη χάιδεψε στην πλάτη η μητέρα της βάζοντας της λίγο φαγητό. "Φάε κάτι θα είσαι εξουθενωμένη..."
"Δεν έχω όρεξη... Τι να κάνει το κοριτσάκι μου... πού να είναι... είναι καλά..." Παραμιλούσε η Κοκκινοσκουφίτσα κοιτάζοντας το παράθυρο.
"Μην ανησυχείς μανούλα όλα καλά θα πάνε θα δεις..." Ο Άρης την αγκάλιασε.
"Μακάρι..." Ψέλλισε εκείνη μη μπορώντας να πάρει το βλέμμα της από το παράθυρο.
"Ναι κόρη μου... φάε κάτι, πρέπει να είσαι δυνατή, όλοι να είμαστε δηλαδή και ενωμένοι, για να αντιμετωπίσουμε και να νικήσουμε αυτή τη δοκιμασία."
Η Κοκκινοσκουφίτσα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και άρχισε να ρουφά λίγη από τη σούπα που ετοίμασε η μητέρα της.
Την επόμενη μέρα οι λαγοί - αστυνομικοί επισκέφτηκαν το σπίτι- που έφερνε περισσότερο σε καλύβα, του γέροντα πλέον λύκου.
"Καλημέρα λύκε, συγνώμη για την αναστάτωση, θα μπορούσαμε να σου κάνουμε κάποιες ερωτήσεις;" Τον ρώτησε ο λαγός αστυνομικός.
"Ναι βεβαίως περάστε..." Αποκρίθηκε εκείνος και τους άνοιξε την πόρτα. Οι λαγοί τον κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω, ήταν αδύνατος και πολύ γερασμένος.
"Έχετε ακούσει για την εξαφάνιση της μικρής Αλίνας, της κόρης της Κοκκινοσκουφίτσας, σωστά;" Τον ρώτησε ο αστυνομικός.
"Ναι κάτι έχει πάρει τ' αυτί μου". Αποκρίθηκε εκείνος.
"Εσείς είδατε καθόλου το παιδί στο δάσος;" Τον ρώτησε ο λαγός με ανακριτικό ύφος.
"Όχι έχω χρόνια να δω το παιδί ή τους δικούς της. Δεν βγαίνω συχνά από το σπίτι, δεν με κρατούν τα πόδια μου". Αναστέναξε βαριά ο λύκος.
"Μάλιστα... Μένετε μόνος εδώ;" Τον ξαναρώτησε ο αστυνομικός ενώ περιεργαζόταν την καλύβα του λύκου σπιθαμή προς σπιθαμή. Ταυτόχρονα ο υπαστυνόμος κατέγραφε όλες τις απαντήσεις του γέροντα - λύκου.
"Τα τελευταία χρόνια ναι, δυστυχώς η γυναίκα μου έχει πεθάνει..."
"Και ποιός σας φέρνει φαγητό;" Συνέχισε τις ερωτήσεις ο αστυνόμος.
"Τα δυο μου παιδιά, κυνηγούν στο δάσος και φέρνουν σπίτι ότι μπορούν".
"Τώρα πού βρίσκονται;" Οι ερωτήσεις του αστυνόμου λαγού έπεφταν γρήγορα μην αφήνοντας χρόνο στο λύκο να σκεφτεί τι να απαντήσει.
"Έχουνε πάει σε ένα χωρίο λίγο πιο μακριά για κάποιες μέρες..."
"Μάλιστα..."
Όταν τελείωσαν την ανάκριση οι λαγοί έφυγαν από το σπίτι του.
"Δεν νομίζω να φταίει ο λύκος αφεντικό... μου φάνηκε ότι δεν έχει ιδέα για τη μικρή". Σχολίασε ο υπαστυνόμος κοιτώντας τις σημειώσεις του.
"Μάλλον δίκιο έχεις υπαστυνόμε". Συμφώνησε ο αστυνόμος.
Στο μεταξύ η γιαγιά και ο μικρός Άρης είχανε βγει πάλι στους δρόμους για να βρουν την Αλίνα. Ξαφνικά ο Άρης διακρίνει από μακριά, καλυμμένο με χώματα το αγαπημένο τσαντάκι της Αλίνας. "Γιαγιά τρέξε να δεις!" Της φώναξε καθώς το ξέθαβε.
"Παναγιά μου! Η τσάντα της! Κάτι κακό θα συνέβη στο παιδί!" Η γιαγιά κραύγασε ταραγμένη.
"Μην το λες αυτό γιαγιά απλά τώρα μπορεί να είμαστε πιο κοντά της. Ας ακολουθήσουμε τα ίχνη".
Ο Άρης ακολούθησε ένα μονοπάτι σχεδόν καλυμμένο όλο με πλούσια βλάστηση που με μεγάλη δυσκολία μπορούσε να διαβεί κάποιος. Ίσως μόνο ένα παιδί ή ένα ζωάκι. Η γιαγιά προσπάθησε να περάσει, ξερίζωσε μερικά φυτά αλλά απηύδησε.
"Δεν μπορώ παιδί μου να έρθω! Έλα πίσω καλύτερα! Είναι πολύ επικίνδυνο!" Του φώναξε καθώς έβγαζε κάτι αγκάθια από τη μακριά της φούστα.
"Γιαγιά πιστεύω είμαστε κοντά! Πήγαινε σε παρακαλώ φώναξε τους αστυνομικούς! Εκείνοι θα  μπορούν να περάσουν σίγουρα!"
Η γιαγιά έγνευσε καταφατικά και έκανε μεταβολή προτρέποντας τον να προσέχει πάρα πολύ. "Παναγιά μου κάνε να μην χαθεί και το άλλο μου εγγόνι". Παρακάλεσε.
Ο Άρης διάβηκε ένα μαγευτικό μονοπάτι με κάθε λογής λουλούδια και άνθη που μοσχοβολούσαν. Στο πέρασμα του είδε πολλά ζωάκια, άλλα να παίζουν, άλλα να τρώνε ενώ χαρούμενα πουλάκια τραγουδούσαν από πάνω του. Για μια δόση σχεδόν ξέχασε γιατί πήρε αυτό το δρόμο ώσπου ξαφνικά...
"Μα τι κάνετε εδώ! Αφήστε τη μικρή ελεύθερη! Δεν είναι παιδί σας να την κρατάτε εδώ χωρίς τη θέλησή της!"
"Περνάει εδώ πολύ καλύτερα από το σπίτι  της. Εκεί η μητέρα της την παρατάει και ο αδελφός της την παραμελεί! Εδώ έχει μια φίλη που είναι σχεδόν αδελφή της!"
"Τι είναι αυτά που λέτε! Εκεί είναι το σπίτι της... όλοι είναι ανήσυχοι... τρέχουν στους δρόμους την ψάχνουν..."
Ο Άρης είδε από μακριά να διαπληκτίζονται δύο μικροί λύκοι με ένα ζευγάρι αλεπούδων. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό!
"Έχει βγει και η αστυνομία στους δρόμους και την ψάχνει..." Προσπαθούσε να πείσει ο μικρός λύκος τις αλεπούδες.
"Η μικρή περνάει πολύ καλύτερα εδώ, εμείς είμαστε πλέον οικογένειά της".
"Μπορούμε να τη δούμε;" Ρώτησε ο ένας λύκος.
"Είναι μέσα και παίζει με τη Ρίτα". Απάντησε απότομα η αλεπού.
"Φωνάξτε την!" Τους πρόσταξε ο άλλος λύκος.
"Ναι φωνάξτε την αμέσως!!" Ακούστηκε δυνατή κραυγή μέσα από τους θάμνους και ξαφνικά το μικρό σπίτι των αλεπούδων περικυκλώθηκε από δεκάδες αστυνομικούς - λαγούς. Ο Αστυνόμος πετάχτηκε στην πόρτα των αλεπούδων και εκείνες σάστισαν. "Ψάξτε όλο το σπίτι!" Οι λαγοί μπήκαν στο σπίτι και έψαξαν σε κάθε τετραγωνικό του καθώς και στην αυλή. Μετά από λίγη ώρα έβγαλαν σώα τη μικρή Αλίνα, που γεμάτη λαχτάρα, έπεσε στην αγκαλιά του αδελφού της.
"Αδελφούλα μου! Δόξα το Θεό είσαι καλά!!" Την αγκάλιασε σφιχτά ο Άρης με μάτια βουρκωμένα. "Έλα πάμε σπίτι, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο έχει ανησυχήσει όχι μόνο η γιαγιά και η μαμά, αλλά όλο το χωριό!"
"Είναι και η μαμά εδώ; Αχ πόσο μου έλειψε..." Η Αλίνα δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της.
Η Αλίνα, ο Άρης και οι λαγοί πρόβαλλαν μετά από λίγο από το μονοπάτι. Στην άλλη πλευρά περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία να τους ανταμώσουν η Κοκκινοσκουφίτσα, η γιαγιά τους, η ποντικίνα αλλά και όλο το χωρίο.
"Αγάπη μου! Δόξα το Θεό παιδί μου!! Είσαι καλά!!" Την αγκάλιασε σφιχτά η μητέρα της και η γιαγιά της που δεν μπορούσε να μιλήσει από τα δάκρυα που την έλουζαν.
"Λυπάμαι μαμά... Δεν έπρεπε να εμπιστευτώ άτομα που δεν ξέρω ούτε να είμαι πολύ περίεργη". Πάσχισε να πει το μικρό κορίτσι κάτω από τη σφικτή και γεμάτη αγάπη αγκαλιά των δικών της.
"Εγώ λυπάμαι που σας άφησα καιρό μόνους σε ένα μέρος που δεν το γνωρίζετε καλά. Τώρα θα 'μαστε από δω και πέρα όλοι μαζί. Δεν θα χωριστούμε ποτέ ξανά σωστά;" Η Κοκκινοσκουφίτσα αυτή τη φορά δάκρυζε από απέραντη χαρά.
Η Αλίνα κούνησε το κεφάλι, το ίδιο και ο Άρης και όλοι μαζί χαμογέλασαν ξανά.
"Πρέπει να δώσουμε τις ευχαριστίες μας στο θάρρος και την τόλμη των δυο μικρών λύκων που πήγαν να τα βάλουν με τις αλεπούδες που για καιρό αναζητούνται από γειτονικό χωρίο." Επισήμανε ο αστυνόμος ενώ τα δύο λυκάκια πρόβαλλαν και αυτά και  αγκάλιασαν τον πατέρα τους, το γερό - λύκο.
"Χαίρομαι παιδιά μου που όλα πήγαν καλά". Ο λύκος ένιωθε και κείνος ικανοποιημένος για την εξέλιξη της υπόθεσης.
"Είχες δίκιο πατέρα για τις υποψίες σου. Βγήκαν αληθινές". Επιβεβαίωσε το ένα λυκάκι.
"Δυστυχώς, αλλά τέλος καλό όλα καλά η μικρή είναι σώα και αβλαβής". Τόνισε και το δεύτερο.
Οι λαγοί πρόβαλλαν κρατώντας από το μπράτσο τις αλεπούδες που μόλις είχαν συλλάβει.
 "Σας ευχαριστούμε λυκάκια για την τόλμη σας. Αυτά τα παράσημα είναι για σας". Τους είπε ο αστυνόμος και τους έβαλε στο πέτο από ένα παράσημο. Ο γέρο-λύκος δεν ήταν ποτέ πιο υπερήφανος.
"Μακάρι να ζούσε η μητέρα σας να σας καμάρωνε". Ψέλλισε συγκινημένος.
Η Κοκκινοσκουφίτσα άφησε από την αγκαλιά της την κόρη της και πλησίασε τους λύκους. "Σας ευχαριστώ για όλα. Και σένα λύκε... Και όσο για το παρελθόν περασμένα ξεχασμένα". Του είπε απλώνοντας το χέρι της.
"Έχω πληρώσει για το παρελθόν, ιδίως με το θάνατο της γυναίκας μου. Δεν θέλω να ξανακάνω τα ίδια λάθη και έτσι έχω γαλουχήσει και τα παιδιά μου. Εγώ σε ευχαριστώ. Που έχεις φέρει στον κόσμο δυο υπέροχα παιδιά που στολίζουν το μικρό μας χωρίο". Της έπιασε με τη ροζιασμένη πατούσα του σφιχτά το χέρι.
Η Κοκκινοσκουφίτσα πήρε από τα χέρια τα δυο της παιδιά και μαζί με τη μητέρα της επέστρεψαν στο σπίτι τους πιο ευτυχισμένοι από ποτέ. Από τότε η Κοκκινοσκουφίτσα έμεινε μόνιμα στο χωριό, καθώς η ζωή τους ήταν πιο ευχάριστη εκεί, αλλά κυρίως γιατί άρεσε πολύ στα παιδιά της. Εκτός αυτού είχε αποκτήσει πλέον και πολλούς καλούς και πιστούς φίλους.
Και έτσι έζησαν αυτοί καλά και 'μείς καλύτερα.

Συγγραφέας: Σοφία Παϊδούση - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...