Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

"Τερέζα" της Χριστίνας Στεφανίδου



ΤΕΡΕΖΑ – ΣΕΛ 42 – ΦΡΕΝΤΥ  ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1997


Ήταν τρελό που είχα πάει και ήταν το ίδιο τρελό τώρα που ήθελα να φύγω. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια του θείου μου που με παρότρυνε ότι θα μου κάνει καλό ο εγκλεισμός μου σε αυτό το νοσοκομείο.

- Τερέζα, είναι το καλύτερο που έχεις να κάνεις! Εγώ και η θεία σου θα φροντίσουμε όλες τις εκκρεμότητές σου και σύντομα θα έρθουμε να σε επισκεφθούμε, μου είχε δηλώσει. 

Φυσικά από την στιγμή που πάτησα το πόδι μου μέσα σε αυτό το τρελάδικο δεν έκανε καμία προσπάθεια επικοινωνίας και έχουν περάσει ήδη τρεις μήνες ή μήπως τέσσερις; Δεν ξέρω πια τι να σκεφθώ και αυτοί οι γιατροί όλο μου λένε να ηρεμήσω, να μην σκέφτομαι και όλο με πιάνει απελπισία και θέλω να βάλω τέλος στη ζωή μου. Δεν αντέχω να είμαι έγκλειστη στο κατά τα άλλα ακριβό και χλιδάτο νοσοκομείο. Το αποφάσισα σήμερα θα μιλήσω με τον γιατρό να του δηλώσω την επιθυμία μου να φύγω. Άλλωστε δεν είμαι φυλακισμένη εδώ μέσα. 

- Γιατρέ! Γιατρέ! Θα ήθελα να σας απασχολήσω για λίγο, φώναξα στην άκρη του διαδρόμου μόλις τον αντίκρισα.

- Βεβαίως καλή μου Τερέζα! Πέρασε μέσα στο γραφείο μου. Kάθισε σε παρακαλώ, είπε ο γιατρός με ήρεμη και σταθερή φωνή.

- Όχι, όχι, δεν προλαβαίνω, είμαι βιαστική! απάντησα με νευρική φωνή, κουνώντας ταυτόχρονα τα χέρια μου ακανόνιστα και πειράζοντας τα τσουλούφια μπροστά στο μέτωπό μου, που είχαν αρχίσει να με εκνευρίζουν.

- Όπως θέλεις, μου αποκρίθηκε. Σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;

- Ξέρετε, είμαι εδώ οικειοθελώς και αφού πλέον νιώθω ότι είμαι καλά και δεν έχω πλέον τάσεις αυτοκτονίας, αλλά ούτε και κατάθλιψη, θα ήθελα να φύγω. Ένας επιπλέον λόγος,  η θεραπεία με το λίθιο μου προκαλεί αναστάτωση στο στομάχι και θα ήθελα να τη διακόψω.

- Αγαπητή μου Τερέζα, αυτό δεν νομίζεις πως θα έπρεπε να το αποφασίσω εγώ που είμαι ο γιατρός σου; Η αλήθεια είναι πως το τελευταίο εξάμηνο έχεις δείξει σημάδια βελτίωσης αλλά δεν είσαι ακόμα έτοιμη για τον έξω κόσμο. Μήπως θυμάσαι πότε κοιμήθηκες κανονικά το τελευταίο διάστημα;

- Έχω αϋπνίες, πολύς κόσμος έχει, δεν σημαίνει κάτι αυτό.

- Και το γεγονός ότι δεν τρως αρκετά και έχει μειωθεί η όρεξη σου; δεν πιστεύεις ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για αυτό;

Εκείνη τη στιγμή ξέσπασα σε κλάματα.
- Δεν θέλω να μείνω άλλο εδώ. Θέλω να πάρω καθαρό αέρα. Όλα εδώ μέσα είναι αποστειρωμένα, νωχελικά, ναρκωμένα. Θέλω να φύγω!
Και από την μια στιγμή στην άλλη άρχισα να φωνάζω και να περπατάω με ένταση από την μία άκρη του δωματίου στην άλλη.

- Με ποιο δικαίωμα με κρατάτε εδώ μέσα έγκλειστη; Τι θέλετε; Και άλλα λεφτά;

- Ο θείος σου ταχτοποιεί τις όποιες εκκρεμότητες και δεν χρειάζεται να ανησυχείς εσύ για αυτό, μου αποκρίθηκε ατάραχος ο γιατρός.

Ξαφνικά έκατσα στην καρέκλα με ορμή.
- Κουράστηκα να προσπαθώ να πείσω ότι δεν είμαι τρελή! του φώναξα.

Κοιτάζοντας τον εαυτό μου γύρισα και είπα :
- Δεν νομίζετε ότι έχω παχύνει τελευταία;

- Καλή μου Τερέζα, είσαι πολύ αδύνατη! Πρέπει να αρχίσεις να τρως κανονικά. Μετά τη σημερινή μας συνεδρία θα αυξήσω τη δόση του φαρμάκου για καλύτερα αποτελέσματα.

Άρχισα να ουρλιάζω, μέχρι που μπήκαν στο γραφείο δύο εύσωμοι νοσηλευτές και με απομάκρυναν από το χώρο. Μετά από το συγκεκριμένο συμβάν δεν θυμάμαι τι έγινε παρά μόνο ότι ξύπνησα στο κρεβάτι του δωματίου μου έχοντας τρελό πονοκέφαλο. Για ακόμη μια φορά είχε χρειασθεί να μου δώσουν ηρεμιστικό.

Σηκώθηκα και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Είχε λιακάδα και ο κηπουρός βρισκόταν κάτω στους κήπους και κούρευε το γκαζόν. Τι όμορφη εικόνα! συλλογίσθηκα. Πολύ θα ήθελα να βρισκόμουν στους δικούς μου κήπους, να παίζω με τον σκύλο μου, τον Όσκαρ και να απολαμβάνω βουτιές στην πισίνα. Στην ίδια πισίνα που προσπάθησα να πνιγώ πριν μερικούς μήνες. Μαύρες σκέψεις ξαφνικά με κυρίευσαν. Ήμουν ένα τίποτα, δεν είχα καταφέρει τίποτα στη ζωή μου. Το μόνο που ήξερα να κάνω καλά ήταν να ξοδεύω την τεράστια περιουσία του πατέρα μου και να δημιουργώ προβλήματα στους δικούς μου από παιδί. Θυμάμαι ακόμα την ημέρα που διαγνώσθηκα ως έφηβος με διπολική διαταραχή. Το πρόσωπο της μητέρας μου είχε γίνει πιο άσπρο και από τα κατάλευκα λινά τραπεζομάντιλα που χρησιμοποιούσε και ο πατέρας μου ξαφνικά χαμήλωσε τα ματιά και έφυγε από το δωμάτιο χωρίς να μου ρίξει ούτε μία ματιά. Ήμουν μια αποτυχία και το άγχος για το τι μου επιφύλασσε το μέλλον όλο και αυξανόταν, όλο και συσσωρευόταν. Μέχρι που γιγαντώθηκε και έγινε βάρος στην πλάτη και στο στομάχι και δεν με άφηνε να ανασάνω, όσο και αν προσπαθούσα.

Άρχισα πάλι να κυριεύομαι από το ίδιο άγχος, θόλωσε η όραση μου και σουβλιές διαπέρασαν το κεφάλι μου. Όχι, αυτό έπρεπε να το σταματήσω επιτέλους! Δεν υπάρχει σωτηρία πια για μένα. Πρέπει να φύγω! Κοιτώντας μέσα στη ζάλη μου ξανά στον κήπο, μου ήρθε η ιδέα. Κατέβηκα αργά τις σκάλες να μην κινήσω υποψίες καθώς οι νοσηλευτές με παρακολουθούν σχεδόν σε κάθε μου βήμα.

- Ωραία μέρα σήμερα δεν νομίζεις; αποκρίθηκα στον κηπουρό που με κοίταξε ξαφνιασμένος.

- Πράγματι! Πως και κατέβηκες μέχρι εδώ; Δεν σε έχω ξανά δει στους κήπους, είπε και συνέχισε να ψαλιδίζει τους θάμνους.

- Δεν μου αρέσει ο ήλιος. Βλάπτει την επιδερμίδα μου! αλλά σήμερα είπα να κάνω μια εξαίρεση. Ξέρεις για να είμαι ειλικρινής κατέβηκα και για άλλον ένα λόγο. Έχω καιρό να καπνίσω και έχω μπουχτίσει. Μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγαράκι;

- Δεν θα σε πειράξει στην θεραπεία σου;

- Όχι καλέ. Νοσηλεύομαι για μια δερματική πάθηση, καμία σχέση με το τσιγάρο. Λοιπόν έχεις να σου κάνω τράκα;

- Έλα πάρε ένα! έσκυψε και έβγαλε από την τσέπη της φόρμας του ένα πακέτο και έναν αναπτήρα.

Μόλις πήρα το πακέτο και τον αναπτήρα στα χέρια μου του απέσπασα την προσοχή δείχνοντάς του μια τρελή να χορεύει σχεδόν γυμνή στις σκάλες του νοσοκομείου. Άναψα το τσιγάρο, έδωσα το πακέτο με τα τσιγάρα κλειστό αλλά κράτησα με δεξιοτεχνία τον αναπτήρα στην παλάμη μου. Αυτός ο αναπτήρας θα ήταν το μέσο για την λύτρωση μου.
Το βράδυ δεν άργησε να έρθει και νεκρική σιγή είχε κατακλύσει τους διαδρόμους του νοσοκομείου. Είχε έρθει η ώρα. Ο ένας μου εαυτός συγκρουόταν με τον άλλον.

- Όχι δεν πρέπει να το κάνεις αυτό.

- Κι όμως είναι αυτό που ποθείς! Η σωτηρία σου!

- Θέλω να το παλέψω, να συνέλθω!

- Δεν γίνεται πια. Έχεις κάνει τα πάντα. Είσαι αβοήθητη!

Σηκώθηκα από το κρεβάτι με δισταγμό. Πήρα τον φάκελο νοσηλείας μου και του έβαλα φωτιά. Πέταξα τα αναμμένα φύλλα πάνω στο κρεβάτι μου. Τα σεντόνια δεν άργησαν να πάρουν φωτιά. Ο ένας μου εαυτός έκλαιγε αλλά ο άλλος ήταν πιο δυνατός. Έκατσα στο κρεβάτι και πριν λαμπαδιάσω τελείως θέλησα να κάνω εμφανή την αποχώρηση μου. Ο θαρραλέος μου εαυτός φώναξε: Φωτιά! Ήξερε πως ήταν η μόνη λέξη που μπορούσε να ξυπνήσει το ναρκωμένο νοσοκομείο.

Συγγραφέας: Χριστίνα Στεφανίδου - Σπουδάστρiα Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...