Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

"Είναι αυτός...;" της Μαρίνας Πλούμπη



Κοίταξε στον καθρέφτη και αντίκρισε τη γυναίκα με το αριστοκρατικό νυφικό. Το είχε επιλέξει μέσα σε εκατοντάδες άλλα. Απλό, αρχοντικό, σεμνό. Ήταν ο εαυτός της. Ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνε. Αυτός που θα στεκόταν στο πλευρό της όμως, είναι αυτό που έψαχνε; Η σκέψη αυτή τη βασάνιζε. Σκεφτόταν τι θα γινόταν εάν δε χώριζε με το Παύλο. Τον μεγάλο της έρωτα. Εκείνον που την έμαθε πως για να αγαπήσεις και να αγαπηθείς πραγματικά, πρέπει να είσαι ο εαυτός σου, πως πρέπει να εκτεθείς. Και εκτέθηκε. Άνευ όρων. Αγάπησε και αγαπήθηκε. Πολύ.
Οι υπέροχες αυτές ημέρες κράτησαν σχεδόν ένα χρόνο. Μετά ήρθε ο χωρισμός. Χωρισμός που την έκανε να κλειστεί στο σπίτι. Πήγαινε μόνο στη δουλειά. Αν μπορούσε δε θα πήγαινε ούτε εκεί. Ήθελε να θρηνήσει. Θρηνούσε το χωρισμό όπως θρηνείς έναν άνθρωπο που φεύγει. Τα δάκρυα έτρεχαν μέχρι που στέρεψαν. Ήξερε πως θα περάσει ο πόνος κάποια μέρα. Υπομονή χρειαζόταν να περάσουν οι μέρες. Οι μέρες πέρασαν, ο πόνος έφυγε. Η καρδιά δούλευε χωρίς αγάπη και το μυαλό βασανιζόταν από ένα γιατί. Οι μέρες έγιναν χρόνια και η περίοδος αυτή σφραγίστηκε σε ένα απόκρυφο σημείο του μυαλού. Δε ξανά άνοιξε ποτέ, μέχρι χτες. 

Ένοιωθε έναν κόμπο στο στομάχι. Το μακιγιάζ έκρυβε πολύ καλά το ανήσυχο βλέμμα της και έτσι η Κατερίνα, φίλες από παιδιά, δεν είχε καταλάβει την μάχη που έδινε η φίλη της με τη συνείδηση της τις τελευταίες ώρες. Την είδε να βγαίνει από το δωμάτιο κρατώντας την ουρά του νυφικού στα χέρια της και την ακολούθησε. «Που πας;».
«Να βρω τον Παύλο».  
«Παναγία μου» ψέλλισε και έκλεισε με τα χέρια της το στόμα.

Το μπαρ ήταν σχεδόν άδειο εκείνη την ώρα. Έκπληκτοι οι θαμώνες είδαν μια νύφη να ορμάει μέσα λαχανιασμένη και να κοιτάζει το χώρο. Τον είδε. Αυτός την είχε δει πρώτος. Ντυμένη νύφη. Το στομάχι του αναγούλιασε. Η καρδιά του χτυπούσε σα τρελή και η αναπνοή του έχασε το ρυθμό της. Παντρεύεται, αυτό ήταν. Τι θέλει εδώ, σκέφτηκε, ενώ την έβλεπε να τον πλησιάζει. Οι φλέβες πετάχτηκαν στα μηνίγγια του.
«Γιατί;»
Τι τον ρώτησε; Κάτι του είπε. Η αδρεναλίνη κατέκλυσε και το τελευταίο κύτταρο του. Οι λέξεις δεν έβγαιναν. Η αναπνοή του κόπηκε.
«Ήταν οι ομορφότερες μέρες τις ζωής μου. Γιατί; Μόνο αυτό. Δε μπορώ να προχωρήσω αλλιώς» τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της, ενώθηκαν με το μακιγιάζ και έτρεξαν στο πρόσωπο της σχηματίζοντας πολύχρωμα αυλάκια.  Έσταξαν πάνω στο νυφικό και δημιούργησαν κηλίδες. Τα μάτια της καρφωμένα στα δικά του έψαχναν την απάντηση. Τα κορμιά τους ανατρίχιασαν σχεδόν ταυτόχρονα.  Σήκωσε το χέρι της και σκούπισε τα μάγουλά της. Του γύρισε την πλάτη και με αργά βήματα προχώρησε προς την πόρτα. Ένιωθε ξαφνικά τόσο κουρασμένη. Όχι ο πόνος τελικά δεν είχε περάσει.

Μέσα στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε άκουσε τη φωνή του «Μελίσα! Σ’ αγαπώ..»
«Και εγώ. Μα δε φτάνει» απάντησε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε.

Συγγραφέας: Μαρίνα Πλούμπη - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...