Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

"Αρετή μου" της Χριστίνας Αλεξίου



Τί ώρα να είναι Θεέ; Νύχτα, μέρα; Έχω ξεχάσει πια. Πόσες μέρες, μήνες, χρόνια έχουν περάσει κι εγώ καθηλωμένη εδώ. Σήμερα ήρθε εκείνη. Ο άγγελος μου, το σπλάχνο μου. Είχε δυο μήνες να έρθει. Κι εγώ εδώ, πάντα εδώ. Εγώ την είχα διώξει. Δεν ήθελα να την βλέπω πια. Έβλεπα τον εαυτό μου στα μάτια της. Έβλεπα την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Έβλεπα έναν άνθρωπο να καταστρέφεται, να τον καταστρέφω εγώ. Έβλεπα έναν άγγελο, την κόρη μου, να αρρωσταίνει εξαιτίας μου. Αρρώστια. Σκληρή λέξη. Η “κακιά αρρώστια” όπως την αποκαλούνε. Αποτυπωμένη πια σε κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Αν είχα δεύτερο όνομα, πιστεύω θα ήταν αυτό. Όχι όμως το παιδί μου, όχι η Αρετή μου.


Και τώρα; Τώρα τι; Πάλι εδώ έβγαλε τη νύχτα. Δύο μήνες τώρα νόμισα κατάλαβε. Την έβρισα, της φώναξα, όσο μπορείς να πεις φωνή. Ξέρει εκείνη τις φωνές των ματιών μου. Τόσα χρόνια μια ματιά ήταν η επικοινωνία μας. Εγώ κάρφωνα το βλέμμα μου πάνω της κι εκείνη.... Εκείνη απλά ήξερε. Αν ήθελα να φάω, να πιω, να κουνηθώ, να κλάψω, να γελάσω, να ουρλιάξω κι ας μην μπορούσα. Μέχρι κι όταν ήθελα να πεθάνω, καταλάβαινε. Και κάθε φορά... αχ αυτές οι “κάθε” φορές. Πόσες στιγμές όμως με γύρισε πίσω! Γιατί καρδιά μου, άραγε, γιατί ήθελες τόσο πολύ ν' αγιάσεις; Κι εγώ έμενα, εγώ έκλαιγα, εγώ έσκιζα την ψυχή στα δύο. Σ' αυτό το κομμάτι της, που ακολουθούσε το φως της λύτρωσης, το ελπιδοφόρο, το μακριά απ' τον πόνο. Κι εκείνη με γυρνούσε στην πραγματικότητα της, στην θνητή ζωή. Ήθελε τόσο πολύ να είμαι κοντά της, το κοριτσάκι μου. Ήταν και είναι γεννημένη μανούλα, γι' αυτό. Και τώρα τι θέλει εδώ, γαμώτο; Κατάλαβε; Ένιωσε πάλι; Και την πήρε ο ύπνος. Τι όνειρο να βλέπει άραγε;

Το ξέρω, τώρα το ξέρω, το κοριτσάκι μου με θέλει εδώ! Δεν βλέπει, δεν καταλαβαίνει ότι λιώνει δίπλα μου; Όχι, εκείνη δυναμώνει τελικά. Βρήκε αυτόν τον τρόπο να γίνει άφθαρτη. Είναι ένας άγγελος. Τώρα όμως, πρέπει να φροντίσει το δικό της αγγελούδι, Θεέ μου! Φώτισε την να δει, να καταλάβει, να αποδεχθεί επιτέλους ότι καθένας έχει ευθύνη της δικής του ζωής, έχει ελεύθερη βούληση και είμαστε οι επιλογές μας. Αχ, δυστυχώς δεν πρόλαβα πολλά, τα διδάχθηκες όλα μόνη σου σχεδόν, άγγελέ μου. Τώρα ήρθε η ώρα όμως να διδάξεις όλο σου το μεγαλείο στο δικό σου σπλάχνο. Γιατί αλλιώς θα το μετανιώσεις κι εσύ…. Όπως κι εγώ…. Κι ο κύκλος θα συνεχίζεται… και οι ιστορίες θα επαναλαμβάνονται… κι εσύ θα χάνεις τον εαυτό σου… και θα γίνεσαι άλλη, όπως εγώ! Όχι, εσύ Αρετή μου, όμως! Όχι εσύ! Τι όνειρο να βλέπει άραγε το πλάσμα μου, αχ τι; Να νιώθει; Να αισθάνεται; Εγώ την κάλεσα ουσιαστικά εχθές το βράδυ… αλλά δεν το είπα σε κανέναν. Μόνο στο Θεό! Την κάλεσα στην σκέψη μου, στο αχανές μυαλό μου, στην ύπαρξη μου δίπλα να έρθει και να πλαγιάσει η θετική της αύρα, αυτή που με κρατούσε στην ζωή τόσα χρόνια. Κι εκείνη ήρθε και πλάγιασε κοντά μου…. Μα κοιμάται, είναι δυνατόν να κοιμάται; Ποτέ της δεν κοιμότανε. Εδώ, ακοίμητος φρουρός για χρόνια ατελείωτα. Και τώρα; Δεν μπορεί, το νιώθει….. λυτρώνεται κι εκείνη μαζί μ’ εμένα Θεέ μου! Κάνε την να καταλάβει…. Κουράστηκα, τρελάθηκα από την κούραση της ψυχής μου. Και δεν κουράστηκα από τη ζωή. Κουράστηκα να την βλέπω να χάνει τον εαυτό της, για να βρει εμένα. Εμένα που με έχει χάσει τόσα μα τόσα χρόνια πριν, που δεν μπορεί να με βρει και δεν το βλέπει. Κουράστηκα Αρετούλα μου, κατάλαβε το!

Αχ, εκείνος που να είναι άραγε; Μόνη της έμεινε πάλι; Κλαμμένη μου φαίνεται. Πολύ κλαμμένη, έκλαιγε στον ύπνο της; Αχ, γιατί δεν καταλαβαίνει…. Εγώ τώρα είμαι φτερό, ανάλαφρη φωτεινή σκιά που πάντα θα ψηλώνω, θα νιώθω περηφάνια γι’ αυτή την Αρετή μου!

Μα καλά, που πήγανε όλοι; Α… να κι ο γιος μου. Μα κι άλλοι. Κόσμος, πολύς κόσμος αρχίζει να έρχεται. Πόση χαρά Θεέ μου! Έχουμε γιορτή σήμερα, όπως θα ήθελα πάντα! Γιορτή για την λύτρωση μου Θεέ μου! Κι εκείνος; Πού είναι εκείνος; Ο μοναδικός έρωτας της ζωής μου. Ο πατέρας των παιδιών μου. Η καταστροφή μου! Το τέλος μου και η αρχή μου. Πόσο δύσκολο να τα παραδέχεσαι αυτά τα πράγματα. Πόσο οδυνηρά σκληρό να παραδέχεσαι ότι είσαι εξαρτημένα ερωτευμένος όλη σου την ζωή, από έναν άνθρωπο που ήταν η καταστροφή σου. Κι όμως, ίσως να μην την άλλαζα για κανέναν. Καθένας τελικά είναι φτιαγμένος για μέχρι εκεί που μπορεί. Ελπίζω τα σπλάχνα μου να γίνουν πιο εξελιγμένα μοντέλα.

Κι εγώ τώρα είμαι εδώ που θέλω καρδιά μου, στο φώς, στην ηρεμία και στην γαλήνη του απέραντου γαλάζιου. Πόσο μ’ αρέσει αυτό το λυτρωτικό φως. Αχ, συγχώρεσε με που φεύγω ίσως πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι ήθελες…. Αλλά να ξέρεις δεν θα μπορούσα αλλιώς. Η αγάπη μου διπλή στην καρδιά σου, θα γιγαντώνεται μέρα με την μέρα μέσα από την καρδιά της εγγονής μου, το ξέρεις. Κι η αγκαλιά μου δική σου σπλάχνο μου.

Η Αρετή, ένιωσε μια απίστευτη λύτρωση και μια ανατριχίλα να διαπερνάει το κορμί της. Η ασφάλεια που ένιωθε ήταν ανακουφιστική. Η μανούλα της, της είπε τόσα πολλά σήμερα. Της τα είπε όλα! Πόσο τυχερή ένιωθε, πόσο ευλογημένη! Ήταν σίγουρη, της μιλούσε! Και άφησε τα δάκρυα της ελεύθερα, αγκαλιάζοντας το νεκρό σώμα της κι ακούγοντας τον ψίθυρο πού πέρασε δίπλα στο αυτί της. Ναι, ήταν σίγουρη, πέρασε η ψυχή της Μανούλας της μέσα από το ίδιο της το σώμα. Το αγκάλιασε, το καθάρισε, το λύτρωσε κι έφυγε για τα ψηλά κι αγγελικά πλασμένα λιβάδια.

Συγγραφέας: Χριστίνα Αλεξίου - Σπουδάστρια Tabula Rasa 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...