Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

"Μια νέα αρχή" της Μαρίας Καλύβα



Αυτή η μέρα, η σημερινή, θα μείνει χαραγμένη στην ψυχή μου για καιρό. Βγήκα από τη «φυλακή» έπειτα από μια ολόκληρη ζωή, έπειτα από 25 ολόκληρα χρόνια. Γιατρεύτηκαν οι πληγές μου, έφυγαν πια μού είπαν οι γιατροί οι δαίμονές μου, είμαι επιτέλους έτοιμος να ανοίξω τα φτερά μου, αν θέλω, και να πετάξω μακριά. Δεν ξέρω όμως γιατί δεν μπόρεσα να απομακρυνθώ από την αυλή όταν με «ελευθέρωσαν», γιατί έμεινα να κοιτώ προς όλα τα σημεία του ορίζοντα καθισμένος στα χώματα. Είναι άραγε η πρώτη σου επαφή με τον έξω κόσμο που κάνει τα γόνατά σου να τρέμουν κάτι τέτοιες στιγμές, οι μνήμες σου από όσα πέρασες εκεί μέσα ή ένα ομογενές μείγμα αυτών των δυο; Ζύγισα τα συναισθήματά μου, συγκέντρωσα κάποτε τις σκόρπιες σκέψεις μου, πήρα μια βαθιά ανάσα και έδωσα μετά το χέρι στον πατέρα μου, που με περίμενε υπομονετικά κοντά δυο ώρες να πάρω την απόφαση να σηκωθώ.

Ήθελα πολύ να τον σφίξω στην αγκαλιά μου, δίστασα ωστόσο να το κάνω. Θα ήμουν τουλάχιστον αφελής, νόμιζα, εάν πίστευα ότι με είχε συγχωρήσει για τον πρόωρο χαμό του δευτερότοκου γιου του. Ίσως έπρεπε να πάψω πια να τιμωρώ τον εαυτό μου, να τον κατηγορώ για κάτι που δεν μπόρεσε να αποτρέψει, μα δεν υπήρχε άλλος μαζί μας εκείνη τη νύχτα, και έτσι αδυνατώ να ρίξω σε κάποιον άλλον το φταίξιμο που δεν  απομακρύνθηκε έγκαιρα ο αδερφός μου από το φλεγόμενο όχημά μου.
«Καλώς ήρθες κοντά μου», μου είπε ο πατέρας μου και έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
Λίγο έλειψε να βάλω τα κλάματα τότε.
«Μου έλειψες πολύ», είπε αμέσως μετά και έσκυψε και με φίλησε στο μέτωπο.
Να τα είχε πράγματι αφήσει όλα στο παρελθόν, να είχε όντως ξεχάσει τον πόνο και τη θλίψη στην οποία βούτηξε ξαφνικά η οικογένειά μας; Ξέρω πως τρέφει ακόμη για έμενα μια απερίγραπτη αγάπη, το νιώθω. Όμως τρέφει επίσης και έναν θαυμασμό που δεν μπορώ να δικαιολογήσω. Πιθανολογώ επειδή δεν έχασα ολοκληρωτικά το μυαλό μου στην κλινική, και έτσι δε θρήνησε στο τέλος ένα ακόμη παιδί.
Ρώτησα να μάθω για την υγεία του, για το πώς πέρασε όλα αυτά τα χρόνια μόνος.
«Σαν ένας ζωντανός νεκρός», μου είπε και έσκυψε το κεφάλι, «περιφερόμουνα όλα αυτά τα χρόνια σαν ένα φάντασμα».
Τελικά κατάλαβα πως ο δικός του ο πόνος ήταν ακόμη πιο οξύς από τον δικό μου και πως οι δικές του οι τύψεις ήταν ένα τίποτα μπροστά σε αυτές που είχα εγώ.
Ύστερα από την πολύωρη συζήτηση που είχα με το μόνο μέλος της οικογενείας μου που μου είχε απομείνει, μπορώ να πω πως είδα τη ζωή με άλλο μάτι. Φυσικά δεν θα ήταν εύκολο να δώσω στον εαυτό μου άφεση αμαρτιών, να τον αφήσω πια να ησυχάσει, θα το προσπαθούσα όμως. Χωρίς εμένα ο πατέρας μου, δε θα άντεχε άλλωστε πολύ.
Ψιθύρισα στο αυτί του το πιο βαθύ και αληθινό μου «Σ’ αγαπώ» των τελευταίων περίπου τριών δεκαετιών. «Ώρα να φύγουμε, ώρα να συνεχίσουμε. Η ζωή προχωρά…», του είπα μετά και, αφού τον πήρα αγκαλιά μέσα στη σιγαλιά της νύχτας και κάτω από τα άγρυπνα βλέμματα των δεκάδων ασθενών που μας κρυφοκοιτούσαν από το μισάνοιχτα παράθυρά τους, χαθήκαμε δειλά δειλά.

Συγγραφέας: Μαρία Καλύβα - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...