Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

"Μέσα σου" της Ευαγγελίας Θεοδωρίδου - Μέρος α

«ΦΟΒΑΣΑΙ;»
Το κεφάλι του έγερνε στο πλάι και ο νυχτερινός αέρας που έμπαινε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα ανακάτευε τα μαύρα του μαλλιά. Στα χέρια του κρατούσε ό,τι πολυτιμότερο είχε. Το κλειδί της καρδιάς του. Και το πρόσφερε σε εκείνη. Σε εκείνη, που έστεκε ακίνητη μπροστά του και τον κοίταζε με αυτά τα πελώρια, σα φεγγαρόπετρες, γαλάζια μάτια της. Η αγάπη της ήταν το πιο δυνατό όπλο. Αν είχε αυτήν, μπορούσε να νικήσει τα πάντα. Ακόμα και τον ίδιο το θάνατο. Αν φοβόταν; Μα πώς ήταν ποτέ δυνατόν να  φοβάται; Ήταν εκεί. Μαζί του. Και αυτό ήθελε μόνο. Στα χέρια του κρατούσε ένα μενταγιόν με ένα χρυσό κλειδί και μια καρδιά πάνω του. Το στόμα της ήταν στεγνό και τα χέρια της έτρεμαν όταν σήκωσε ψηλά τα μαλλιά της για να τον διευκολύνει. Δεν ήξερε να πει με σιγουριά αν ήταν η αλυσίδα που ακούμπησε στο λαιμό της ή τα δάχτυλά του πάνω στο γυμνό της δέρμα που έστειλαν χιλιάδες ηλεκτρικά κύματα σε όλο της το κορμί.
Ο αναστεναγμός που βγήκε από τα χείλη του μαρτυρούσε ότι το ένιωσε και αυτός.
«Μη με αφήσεις ποτέ!»
«Ποτέ».

Η αγκαλιά του άνοιξε και την έκλεισε μέσα. Εδώ ήταν η θέση της. Ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στην καρδιά του και ένιωσε τον αργό, βασανιστικό, ασθενικό χτύπο της. Θα έδινε τα πάντα για να ακούσει την καρδιά του να χτυπάει γρήγορα, δυνατά, σαν περήφανο άλογο που κάλπαζε κόντρα στον άνεμο. Τύλιξε τα χέρια της γύρω του, προσέχοντας να μην πιέσει το σωληνάκι του ορού που κυλούσε στις φλέβες του και του έδωσε ένα απαλό φιλί στο στόμα.
«Αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα για σένα».
«Για μας» τη διόρθωσε και την έσφιξε πάνω του.
«Υποσχέσου πως δε θα με αφήσεις».
«Όπου και αν πάω, όπου και αν βρεθώ, θα σε κουβαλάω πάντα μαζί μου... εδώ» της είπε και ακούμπησε τα μπλεγμένα χέρια τους στο σημείο της καρδιάς του.
Η μελωδία από το ''The Second Waltz'' πλημμύριζε το μικρό αλλά περιποιημένο θάλαμο και τους υπενθύμιζε ότι από αύριο θα είχαν και αυτοί μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Έμειναν αγκαλιασμένοι μέχρι το ξημέρωμα, οπότε και το νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου ήρθε και τον παρέλαβε για να τον μεταφέρει στην αίθουσα επεμβάσεων.
Εξαντλημένη από την προσπάθεια που έκανε όλες αυτές τις ημέρες να δείχνει χαρούμενη και αισιόδοξη, ενώ στην πραγματικότητα ο φόβος και η ανησυχία έκαναν τα πόδια της να τρέμουν, κάθισε σε μια καρέκλα στην αίθουσα αναμονής. Ακούμπησε τα δάχτυλά της στη μικρή αλυσίδα που κρέμονταν στο λαιμό της και χάιδεψε απαλά το μικρό κλειδί.
«Αν το κλειδί ήταν λυχνάρι... το μαγικό λυχνάρι του παραμυθιού...» σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια της.
«Μακάρι να ήμουν μαζί σου ετούτη τη στιγμή!» ψιθύρισε.
Αυτή θα ήταν η μία και μοναδική ευχή που θα έκανε.
Απαλή μουσική και φωνές γέμισαν το χώρο. Κάποιος τη χτύπησε στον ώμο. Άνοιξε τα μάτια, περιμένοντας να αντικρίσει το πρόσωπο του γιατρού ή κάποιας νοσοκόμας, που θα την ενημέρωνε για την πορεία της επέμβασης. Παράξενο! Δίπλα της δεν υπήρχε κανένας. Όλοι και όλα είχαν χαθεί. Ακόμα και η μεγάλη, φωτεινή αίθουσα αναμονής είχε εξαφανιστεί. Ο ήλιος που έμπαινε πριν από μερικά λεπτά από τα μεγάλα παράθυρα είχε σβήσει και τη θέση του είχε πάρει ένα απαλό, ζεστό, ερυθρό φως.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να καταλάβει που βρίσκονταν. Ποτέ της δεν υπήρξε κλειστοφοβικός τύπος, γεγονός που λειτουργούσε υπέρ της αυτή τη στιγμή. Δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου να ταραχθεί και να τα χάσει. Έπρεπε να ανακαλύψει τι συνέβαινε. Πώς ήρθε εδώ, ποιος την έφερε, γιατί την έφερε και βασικά πώς θα έβγαινε από εδώ μέσα το συντομότερο δυνατό.
Πήρε βαθιά αναπνοή και κοίταξε προσεκτικά γύρω της. Αυτό που κυριαρχούσε στο νέο περιβάλλον ήτανε το κόκκινο χρώμα. Οι τοίχοι, το ταβάνι, το πάτωμα, ακόμα και ο φωτισμός είχανε τις αποχρώσεις του κόκκινου. Κόκκινο βαθύ σαν το αίμα. Κόκκινο απαλό σαν τον ουρανό όταν ο ήλιος τον αγκαλιάζει πριν δύσει. Κόκκινο-πορτοκαλί σαν τη φωτιά που καίει και διώχνει τα σκοτάδια τη νύχτα. Τα πάντα ήταν κόκκινα.
Σίγουρα ο Άουγκουστ Στρίντμπεργκ και ''Το κόκκινο δωμάτιο'' του θα ζήλευαν αυτό το μέρος. Το σχήμα του, απροσδιόριστα γνωστό, χαρακτηρίζονταν από την πλήρη απουσία επίπεδης επιφάνειας και από την ύπαρξη μόνο κυρτών και κοίλων τμημάτων σε συμμετρική αλληλουχία. Ακόμα και η ανοιχτή πόρτα που χώριζε το χώρο σε δύο ίσα, πανομοιότυπα τμήματα, ήταν και αυτή κυρτή. Με το χέρι της την έσπρωξε και προχώρησε.
Ένιωθε ότι κάτι περίεργο συνέβαινε εδώ. Έμοιαζε σαν αυτό το μέρος να...
«Αποκλείεται» μουρμούρισε και απόδιωξε τη σκέψη με ένα μορφασμό.
Με αργά, διστακτικά βήματα πλησίασε στη μια μεριά και ακούμπησε τα ακροδάχτυλά της απαλά πάνω στην πορφυρή επιφάνεια. Και τότε το ένιωσε ξανά. Το ίδιο χτύπημα που την είχε ξυπνήσει και την είχε φέρει σε αυτό το μέρος. Οπισθοχώρησε με τρόμο, χάνοντας την ισορροπία της.
Με δύναμη προσγειώθηκε στο απροσδόκητα μαλακό και εύκαμπτο πάτωμα. Το δωμάτιο κουνήθηκε ξανά και η ίδια βρέθηκε λίγα μέτρα πιο πέρα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Το μέρος αυτό είχε ζωή. Βρίσκονταν παγιδευμένη μέσα σε κάτι που σάλευε. Που είχε παλμό. Που είχε ζω-ή. Έμεινε ακίνητη και περίμενε. Έπειτα από λίγα λεπτά, επαναλήφθηκε η ίδια κίνηση. Ξανά... και ξανά... και ξανά. Ήταν μια αργή, βασανιστική κίνηση. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι άρχιζε να τη συνηθίζει. Μπορούσε ακόμα να μετρήσει και να υπολογίσει σχεδόν με ακρίβεια την επόμενη φορά. Θα έπαιρνε μάλιστα όρκο πως το είχε ξανακάνει.
Σηκώθηκε με προσοχή. Όσο και αν έψαχνε, δεν έβρισκε καμία ένδειξη για το πώς θα μπορούσε να δραπετεύσει. Δεν υπήρχε ούτε παράθυρο ούτε πόρτα. Ήταν καταδικασμένη. Ποτέ δε θα έβγαινε από εδώ μέσα. Πνιγμένη στην αυτολύπησή της δε συνειδητοποίησε ότι η κίνηση του δωματίου είχε γίνει αργή, πολύ αργή, υπερβολικά αργή, σα να ψυχορραγούσε. Δεν ήξερε αν αυτό έπρεπε να την ανακουφίσει ή να τη φοβίσει.
Φωνές ακούστηκαν από έξω. Με αναπτερωμένες τις ελπίδες της έτρεξε προς το μέρος από το οποίο έρχονταν και άρχισε να χτυπάει με τις γροθιές της.
«Με ακούει κανείς; Εδώ μέσα είμαι».
Δεν πήρε καμία απάντηση.
(Ακολουθεί Μέρος β)

 Συγγραφέας: Ευαγγελία Θεοδωρίδου - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...