Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

“Ένας αόρατος κλέφτης» της Θωμαής Τσιμερίκα

Μια φορά και έναν καιρό, μέσα στο δάσος ζούσαν πολλά ζωάκια, ήταν τόσο ευτυχισμένα
ώσπου έγινε κάτι που τα άλλαξε όλα. Οι ευτυχισμένες στιγμές χάθηκαν ξαφνικά.

Ένα βράδυ τα ζώα ακούσανε θόρυβο, κάποιος είχε μπει στο δάσος παράνομα,  βγήκαν φοβισμένα από τη φωλιά τους, προσπαθούσανε να βρούνε τον ένοχο, αλλά μάταια  ήταν αόρατος.

Τότε ακούσανε ένα φτάρνισμα «αψιού»  γύρισαν τα κεφάλια τους και είδαν τον λαγό πίσω από τον θάμνο φταρνιζόταν συνεχώς. Το φτάρνισμα συνεχίστηκε ως το πρωί τότε ο λαγός φάνηκε και τους είπε «αψιού, κάποιος με ράντισε με σταγονίδια», συνεχώς φταρνίζομαι, κάποιος με άγγιξε, πάντως η καλή νεράιδα δεν ήταν, πρέπει στο γιατρό να πάω γιατί τίποτα δεν θέλω να φάω».

Ξεκίνησε λοιπόν να πάει στον γιατρό του δάσους στην κυρά κουκουβάγια να του δώσει οδηγίες. Ξαφνικά βλέπει το σκιουράκι κατέβαινε από τη φωλιά αδύναμο, ταλαίπωρο «πρόσεχε θα πέσεις» του φώναξε και πραγματικά παραλίγο να πέσει. «Μα τι έπαθες φαίνεσαι ζαλισμένος» ρώτησε το ελαφάκι που εκείνη την ώρα βγήκε για χορταράκι «Aπό χθες βράδυ νιώθω αδυναμία, θα πάω στο γιατρό του δάσους να μου δώσει βιταμίνες» είπε λυπημένο το σκιουράκι.

Το ελάφι που πάντα κουβαλούσε το κουτί πρώτων βοηθειών γιατί λόγω της ταχύτητας του , το καλούσαν συχνά να προσφέρει τη βοήθειά του, του είπε «Kάθισε ηρέμησε θα σου βάλω θερμόμετρο». Αφού πέρασε το ένα λεπτό βγάζουν το θερμόμετρο και μόλις το ελαφάκι το είδε κόντεψε να λιποθυμήσει «Θες γιατρό επειγόντως, δεν θα ‘ρθω μαζί σου γιατί μπορεί να είναι μεταδοτικό και να κολλήσω και ‘γω» .

Το σκιουράκι έτρεξε στην κυρά κουκουβάγια, βρήκε ουρά από ζωάκια το ένα είχε βήχα, το άλλο αδυναμία όλοι περίμεναν οδηγίες για τα συμπτώματα τους, πρώτη φορά τους  συνέβαινε αυτό.

Η σοφή κουκουβάγια αφού έκανε εξετάσεις στα ζώα που την επισκέφτηκαν τα είπε: «κάποιος πέρασε το βράδυ και με ένα άγγιγμά του σας έκλεψε κάτι πολύ πολύτιμο, την υγεία, πρέπει γρήγορα να βρεθεί για να μην εξαπλωθεί».

«Φάντασμα είναι» φώναξε ο σκαντζόχοιρος, «κάποιος θέλει το κακό μας για να ‘ρθει να μας πάρει το δάσος μας» φώναξε το λαγουδάκι που το φτάρνισμα του δεν είχε σταματημό»,  «πως μας είδε μέσα στο σκοτάδι και μας έκανε κακό, μόνο εγώ γυρνώ» φώναξε η πονηρή αλεπού , που σήμερα φαινόταν αδύναμη και δεν μπορούσε να πάει για κότες και θα έμεινε νηστική.

Η κυρά κουκουβάγια φώναξε θα μάθουμε ποιος είναι ο κλέφτης της υγείας μας, τώρα αμέσως φεύγουμε για την μεγάλη χώρα ξέρω έναν καλό ντεντέκτιβ, πρέπει να ’ρθει για αποτυπώματα μόνο έτσι θα βρεθεί ο κλέφτης, τον είχα  γνωρίσει σε ένα συνέδριο πριν χρόνια κάπου έχω την κάρτα του.

Η κουκουβάγια έψαξε στην ιατρική της τσάντα. Επιτέλους τη βρήκε. Σχημάτισε τον αριθμό και
έκλεισε ραντεβού.

Την άλλη μέρα το πρωί η κυρά κουκουβάγια ανέβηκε πάνω στο ελάφι και χάθηκαν μέσα στο δάσος, τα άρρωστα ζωάκια έμειναν μέσα στη φωλιά τους, αυτά που ήταν καλύτερα περίμεναν τα νέα.  Ήθελαν να μάθουν νέα για τον αόρατο κλέφτη.

Το ελαφάκι μετά από πολύ τρέξιμο έφτασε στη μεγάλη χώρα. Μαζί με την κυρά κουκουβάγια έφτασαν σε μια μεγάλη έπαυλη και διάβασαν στο κουδούνι «Nτεντέκτιβ ο ατσίδας Ηρακλής».

Χτύπησαν την πόρτα «τακ-τακ». «Περάστε» ακούστηκε μια φωνή. Άνοιξαν την πόρτα και αντίκρισαν έναν ψηλό αγόρι, τα μάτια του ήταν μαύρα σαν το κάρβουνο, τα μαλλιά σγουρά σχημάτιζαν μπούκλες,  η ηλικία του άγνωστη,  φαινόταν ότι είχε εμπειρία στις ανακαλύψεις ενόχων, ήταν συμπαθητικός και γελαστός. Φορούσε άσπρη στολή, έμοιαζε περισσότερο με γιατρό. Δίπλα του ένα σημειωματάριο, όσο μιλούσε σημείωνε.

«Καλησπέρα τι σας φέρνει στο γραφείο μου;» τα ρώτησε ο ντεντέκτιβ με μάτια που γυάλιζαν. Μίλησε πρώτη η σοφή κουκουβάγια και είπε «θέλουμε τη βοήθειά σου, κάποιος μας άγγιξε με το ραβδί του και αρρωστήσανε ζώα στο δάσος μας, φοβόμαστε, πρέπει ο ένοχος να βρεθεί, να πιαστεί και να μπει στη φυλακή».

Ο ντεντέκτιβ κούνησε το κεφάλι και απάντησε «αν και έχω πολλές υποθέσεις αυτόν τον καιρό θα αναλάβω και την δική σας, θέλω να δω ποιος σας έκανε κακό, ποιος είχε τόση δύναμη».

Ο ντεντέκτιβ την επόμενη μέρα πήγε στο δάσος με μια μυστήρια βαλίτσα, έβγαλε μικροσκόπια, σημείωνε, εξέταζε τους μάρτυρες φορώντας μάσκα, έμοιαζε χειρουργός αλλά δεν ήταν. Μετά από πολύωρη έρευνα τους είπε: «ένας ιός είναι ο εχθρός. Κάθισε πάνω στα χέρια σας, στη μύτη σας στο στόμα σας και έφερε το βήχα, το φτάρνισμα, τον πυρετό. Ένα έχω να σας πω, δεν τιμωρείται, είναι άπιαστο πουλί. Πρέπει όμως να βρεθεί, γι’ αυτό κάθε μέρα από το πρωί θα κάνετε καλό πλύσιμο χεριών με σαπούνι και νερό και αύριο θα ‘ρθω να σας ξαναδώ, παίρνω μαζί και τον λαγό να τον εξετάσω μοναχό».

Το λαγουδάκι έτρεμε από φόβο, γιατί του πέρασε μια μάσκα μπροστά στη μικρή μυτούλα του, ούτε αναπνοή δεν μπορούσε να πάρει. Η κυρά λαγουδίνα το αποχαιρετούσε με δάκρυα στα μάτια, ήταν το μοναχοπαίδι της.

Ο ντεντέκτιβ πέρασε από ένα μεγάλο μικροβιολογικό εργαστήρι, έβαλε το λαγουδάκι σε μια καρέκλα και του πέρασε κάτι μπροστά στο μέτωπο, το λαγουδάκι τρόμαξε, έμοιαζε φακός .

Κατόπιν το πήρε στο γραφείο, όπου συνέχισε να σημειώνει και του πρόσφερε ένα χυμό πορτοκάλι «Πιες το, έχει βιταμίνη C. Ξεκουράσου και το πρωί φεύγουμε να σε πάω στη μαμά σου, δεν πρέπει όμως να την παίρνεις αγκαλιά μέχρι να γίνεις καλά, πρέπει να της μιλάς από μακριά».

Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησαν, έφτασαν στο δάσος και όλα τα ζώα έτρεξαν εκτός από αυτά που είχαν συμπτώματα αδιαθεσίας.

«Λοιπόν» φώναξε ο ντεντέκτιβ «βρήκα μετά από πολύ έρευνα και μελέτη ποιος έκλεψε την υγεία σας, που τώρα την ψάχνατε. Ένας ιός, ο κορονοϊός, αγνώστου πατρός. Συμβουλή. Πλύσιμο καλό με σαπούνι και νερό, απολύμανση, καθαριότητα σπιτιού, όχι βόλτες μέσα στο δάσος, ούτε στις ακρογιαλιές για να γίνουν όλα όπως χθες. Είναι αόρατος ο κλέφτης, τον βρήκα και τον κυνηγώ αλλά βοήθεια ζητώ, σας θερμοπαρακαλώ όχι βόλτες στο βουνό».

Τα ζώα είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα άρχισαν τα παράπονα «Μα πως να κλειστούμε μέσα στη φωλιά, θέλουμε οξυγόνο».

«Λυπάμαι» φώναξε άγρια ο ντεντέκτιβ «Αν δεν υπακούσετε θα φέρω τον σκύλο μου να σας φυλάει, θα σας δώσω μάσκα και γάντια για προστασία, θα μένετε τώρα σπίτι και θα διαβάζετε βιβλία, συνεχίζω να κυνηγάω τον κλέφτη που δεν περπατάει, πετάει σαν αετός , είναι πιο γρήγορος από λαγός, ταξίδεψε πολύ  και δεν κουράστηκε ακόμη, έμαθα» συνέχισε ο ντεντέκτιβ «τον κυνηγούν πολύ όλοι οι λαοί» .

Τα ζώα αλλά και οι άνθρωποι κλείστηκαν στα σπίτια τους, έβγαιναν που και που στο παραθύρι, μήπως και δουν τον ντεντέκτιβ να ‘ρχεται κρατώντας την υγεία τους, το λαγουδάκι ακόμα φταρνιζόταν και όλοι έψαχναν τον αόρατο κλέφτη.

Συγγραφέας: Θωμαή Τσιμερίκα – Σπουδάστρια Tabula Rasa

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

«Οι δώδεκα μήνες του χρόνου και η Πέρσα» της Γεωργίας Βασιλείου Μέρος ‘Β

Και τότε ένας άλλος ηλικιωμένος κύριος άρχισε να της διηγείται “Πριν από αρκετά χρόνια είχαμε την ίδια περίπου συνάντηση μ’ ένα δωδεκάχρονο κοριτσάκι στις Ιταλικές Άλπεις. Είχε αρκετά ανήσυχο πνεύμα κι ένα βράδυ απομακρύνθηκε από το δωμάτιο στο ξενοδοχείο που διανυκτέρευε με τους γονείς της για να παίξει με το χιόνι. Λάτρευε το χιόνι και δεν φοβόταν καθόλου ακόμα και την πιο έντονη χιονοθύελλα. Την γνωρίσαμε και μόλις της είπαμε ποιοι είμαστε αμέσως πίστεψε σ’ εμάς. Τότε της δώσαμε μία ευχή και την ρωτήσαμε τί θα ήθελε να πραγματοποιήσει μ’ αυτή. Και τότε εκείνη ξέρεις τί μας απάντησε. Ότι ήθελε να ζωγραφίσει αυτή την στιγμή ώστε να μείνει για πάντα κι όχι μόνο μέσα σ’ εκείνη αλλά και στην κόρη που τόσο πολύ ήθελε να αποκτήσει όταν θα μεγάλωνε”. Και η Πέρσα απάντησε “Και δεν απόκτησε ποτέ κόρη αλλά γιο κι από τον γιο μόνο μία εγγονή”. “Γι’ αυτό μου έλεγε συνέχεια εκείνο το παραμύθι και επέμενε να πιστέψω σ’ αυτό!”. “Πώς συμβαίνουν όλα αυτά;”. “Αυτό αναρωτιόταν στην αρχή και η γιαγιά σου και προσπαθούσε να μας συναντήσει κι άλλα βράδια. Αλλά ήταν μάταιο καθώς μένουμε σ’ ένα σημείο για πολύ λίγο! Κατοικούμε σ’ έναν πολύ απόμακρο για την ανθρώπινη φύση πλανήτη που λέγεται Χρόνος, έχει το όνομα του παππού μας και άρχοντα του σπιτικού μας. Ταξιδεύουμε με διαστάσεις σωματιδίων και συνήθως δεν συναντάμε κανέναν άνθρωπο γιατί για πολλούς αιώνες πιστεύαμε ότι ήμασταν αόρατοι. Αλλά κάποιοι άνθρωποι για ανεξήγητους λόγους μπόρεσαν να μας συναντήσουν”.

“Και ήταν όλοι καλλιτέχνες;” ρώτησε η Πέρσα.

“Τις περισσότερες φορές ναι. Συγγραφείς, ποιητές  και ζωγράφοι”.

“Έτσι εξηγούνται τα παραμύθια και οι μύθοι που έχουν χτιστεί γύρω από εσάς! Αλλά εκτός από εκείνους που είχαν καλλιτεχνική ύφεση σας συναντούσαν κι άλλοι;”

“Ναι, κάποιες δεκαετίες πριν την γιαγιά σου μας είχε συναντήσει κι ένα πανέξυπνο παιδί που ήθελε να γίνει φυσικός. Μόλις του είπαμε από τί είμαστε φτιαγμένοι και πώς μετακινούμαστε ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που επινόησε μία φυσική αρχή στον χωροχρόνο”

“Την αρχή της σχετικότητας. Συναντήσατε τον Αϊνστάιν!” και η Πέρσα σκέφτηκε τα λόγια της γιαγιάς της και παραδέχτηκε ότι όντως μέσα από τα παραμύθια κρύβονται αληθινά γεγονότα και νοήματα.

“Εσείς ποιος μήνας είσαστε;”

“Είμαι ο μεγαλύτερος ξάδερφος σ’ όλη την παρέα. Γιος του πρωτότοκου γιου του Χρόνου, ο
Μάρτιος”. Και τότε η Πέρσα κατάλαβε γιατί με βάση την Ιταλική μυθολογία ο πρώτος μήνας του έτους ήταν ο Μάρτιος.

“Να υποθέσω ότι ο μικρότερος ξάδερφος είναι ο Φεβρουάριος!”

“Ναι, εγώ είμαι ο μικρότερος. Φέμπρο είναι το όνομά μου. Γιος του Σαββάτου και της Μοίρας. Οι γονείς μου με απαρνιόνταν σ’ όλη μου την ζωή επειδή γεννήθηκα ανάπηρος στο δεξί μου πόδι. Όμως ο παππούς μου μου έδωσε καταφύγιο και μία ευχή κάποιες στιγμές να μπορώ να περπατάω κανονικά. Κι εγώ μετέπειτα εντόπισα με την πάροδο του χρόνου ένα χάρισμα. Να μπορώ να επικοινωνώ με τους νεκρούς”.

“Εγώ είμαι ο γιος του Άρη”, της είπε ο Μάρτιος. Και μετά άρχισαν να της συστήνονται όλοι ένας-ένας. Ο δυναμικός Απρίλης, ο συνεσταλμένος και ανήσυχος Μάιος, ο Ιούνιος με τον Ιούλιο που έμοιαζαν πάρα πολύ σαν να ήταν αδέρφια, ο όμορφος και γοητευτικός Αύγουστος, ο Σεπτέμβριος με το μελαγχολικό του βλέμμα, ο Οκτώβριος με την έντονη τάση του να λέει ανέκδοτα, ο ευγενικός Νοέμβριος, η ψυχή της παρέας ο Δεκέμβρης και τέλος το βλέμμα της έπεσε σ’ έναν πάρα πολύ όμορφο, καστανόξανθο με γαλανά μάτια άντρα.

“Να υποθέσω ότι εσύ είσαι ο Ιανουάριος;”

“Το όνομά μου είναι Ιανός και ναι είμαι ο Ιανουάριος!” της απάντησε χαμογελώντας.

“Η γιαγιά μου έλεγε ότι ο Ιανός με βάση την ρωμαϊκή μυθολογία είναι ο θεός των δύο όψεων των πραγμάτων κι ότι εκφράζει διπλό νόημα”.

“Ναι και είμαι ο μήνας των γενεθλίων σου κι αυτός που θα πραγματοποιήσει την ευχή σου”.

“Ευχή;”

“Ναι στην γιαγιά σου πραγματοποίησα εγώ την ευχή της και σ’ εσένα είναι αρμόδιος ο Ιανός” παρέμβηκε ο Μάρτης.

“Λοιπόν, πες μας τί ευχή θέλεις να πραγματοποιήσεις;” την ρώτησε ο Ιανός.

“Εγώ βασικά…” είπε κι άρχισε να σκέφτεται πειράζοντας τα μακριά μαλλιά της.

“Ναι ξέρω τί θέλεις! Δεν χρειάζεται να το πεις! Ως ο γιος του Μάντη ένα από τα χαρίσματά μου είναι να μαντεύω τις σκέψεις των άλλων” της είπε και της χαμογέλασε πονηρά.

Περνούσαν οι ώρες και σε λίγο θα ξημέρωνε. Οι δώδεκα μήνες έπρεπε να γυρίσουν πίσω στον πλανήτη τους και η Πέρσα στην δική της καθημερινότητα. Την αποχαιρέτησαν ευγενικά και της ευχήθηκαν ό,τι καλύτερο. Λίγο πριν φύγει την φώναξε ο Φλεβάρης και της αποκάλυψε ένα μήνυμα από την γιαγιά της.

“Η γιαγιά σου μου είπε πρόσφατα να ακολουθείς την καρδιά σου σ’ ό,τι κι αν κάνεις και να παίρνεις πάντα ρίσκα. Να μην διστάζεις καθόλου!”

“Σ’ ευχαριστώ!” του απάντησε και κύλησαν δάκρυα συγκίνησης από τα μάτια της.

Σε λίγο η Πέρσα έφτασε στο σπίτι της και αποκοιμήθηκε. Η ώρα περνούσε και το κινητό της άρχισε να χτυπάει. Ήταν η μητέρα της.

“Έλα Πέρσα, που ήσουν τόσες ώρες; Εγώ κι ο πατέρας σου ανησυχήσαμε!”

“Κοιμόμουν!”

“Κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι;”

Και η Πέρσα τί να της έλεγε τώρα. Έτσι την καθησύχασε ότι είχε πονοκέφαλο το βράδυ κι ότι δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Μετά από λίγο έλαβε κλήση από μία συνάδελφο στην δουλειά.

“Πέρσα έχω ακούσει ότι από μεθαύριο θα ξεδιαλύνει κάπως η κατάσταση με τα χιόνια και πρέπει σε τρεις ημέρες να επιστρέψεις στην δουλειά”.

“Μα, έχω πάρει άδεια για άλλη μία εβδομάδα;”

“Ναι αλλά εγώ πρέπει να λείψω για τα παιδιά!”

“Έλειπες, Νίκη, τρεις εβδομάδες στις γιορτές των Χριστουγέννων;”

“Ναι αλλά τώρα πρέπει να ξαναλείψω. Δεν είναι χάρη αλλά διαταγή από τον προϊστάμενο. Όταν θα κάνεις κι άμα κάνεις κι εσύ ποτέ παιδιά θα με καταλάβεις!” και τα λόγια της την χτύπησαν βαριά στο πιο ευαίσθητο σημείο. Γιατί άμα κάνει ποτέ; Την θεωρούν μια τελειωμένη γεροντοκόρη; Και εντελώς παρορμητικά πήρε μία απόφαση που ήθελε τόσο καιρό να πάρει.

“Ξέρεις Νίκη, παραιτούμαι!” και της έκλεισε το τηλέφωνο. Μετά άρχισε να κάνει ηλεκτρονικό αίτημα στο γραφείο προσωπικού όση άδεια δικαιούταν να την πληρωθεί σε χρήματα ενώ το κινητό χτυπούσε ασταμάτητα από τους συναδέλφους και τους γονείς της που το έμαθαν από τον συνάδελφο και γείτονα Τάκη. Όμως η Πέρσα δεν έδινε σημασία!

Ξημέρωσε μία άλλη ημέρα και έξω μετά από τόσες ημέρες έβγαλε επιτέλους ήλιο. Το κινητό
της Πέρσας συνέχιζε να χτυπά αλλά εκείνη βρίσκοντας στην αποθήκη κάτι παλιά πινέλα, χρώματα και καμβά αποφάσισε να απορροφηθεί στην ζωγραφική. Αραίωσε μ’ ένα διαλυτικό τα χρώματά της που είχαν πήξει μετά από τόσα χρόνια, έφτιαξε έναν ζεστό καφέ και έβαλε για οδηγό την έμπνευσή της. Άρχιζε να φτιάχνει ένα πανέμορφο ηλιόλουστο παραθαλάσσιο τοπίο που δεν παρέπεμπε σε κάποιο γνωστό μέρος ή πόλη αλλά πιο πολύ σε παραμύθι.

“Ήταν η χώρα του ποτέ!” σκέφτηκε και μετά άνοιξε το συρτάρι με τα πράγματα της γιαγιάς της ψάχνοντας να βρει την θαυματουργή σπάτουλά της και βρήκε εντελώς τυχαία μία κάρτα. Την περιεργάστηκε όσο καλύτερα μπορούσε ενώ είχε πάνω ένα email μίας γλύπτριας στο όνομα Αντωνία Ρενίνο. Ήταν κι αυτή Ελληνο-Ιταλίδα με πατέρα Ιταλό και μητέρα Ελληνίδα και παιδική φίλη της Βαλεντίνας Φιόρι. Άνοιξε το τάμπλετ της και έστειλε ένα μήνυμα στο  email για να γνωρίσει την Ρενίνο. Οτιδήποτε συσχετιζόταν με την γιαγιά της της έφερνε πάντα ευτυχία! Όμως η απάντησε που έλαβε λίγα λεπτά αργότερα την απογοήτευσε. Δυστυχώς η Αντωνία Ρενίνο είχε αποβιώσει πριν έναν χρόνο αφήνοντας την σχολή γλυπτικής και την γκαλερί στον εγγονό της και γλύπτη. Έκλεισε το τάμπλετ της εκφράζοντας μία ψηλο-απογοήτευση. Μετά από τρεις ημέρες αποφάσισε να κάνει μία βόλτα προς τον Παρνασσό. Απόλαυσε το σκι όσο μπορούσε και αφού επέστρεψε στο σπίτι και άνοιξε τα εισερχόμενα στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο την περίμενε μία μεγάλη έκπληξη.

“Έψαξα στα αρχεία της γιαγιάς μου που μου κληροδοτήθηκαν εμπιστευτικά στο προσωπικό της γραμματοκιβώτιο και κατάλαβα τον λόγο που μου έστειλες email. Την είχα γνωρίσει την γιαγιά σου και την θαύμαζα τόσο πολύ για το καλλιτεχνικό της ταλέντο. Λυπάμαι πολύ που εσύ δεν είχες την ευκαιρία να γνωρίσεις την δική μου την γιαγιά. Όμως θα ήθελα να γνωρίσεις τα έργα της στην έκθεση που θα γίνει σε δύο εβδομάδες στην Φλωρεντία. Πάντα σε θαύμαζε από φωτογραφίες που μας έδειχνε από τα έργα σου η γιαγιά σου. Φιλικά, Αντώνιο Λάτσιος”.

Την θαύμαζαν; Αυτό δεν της το είχαν πει ποτέ! Και δίχως δεύτερη σκέψη προγραμμάτισε το ταξίδι της για Φλωρεντία.

Μόλις ήρθε εκείνη η ημέρα και επισκέφτηκε την γκαλερί του Αντώνιο μία μεγάλη έκπληξη την περίμενε εκεί. Ο νεαρός που της άνοιξε την πόρτα έμοιαζε πολύ στον Ιανό, τον προστάτη μήνα της. Είχε καστανόξανθα κυματιστά μαλλιά και μπλε μάτια στο χρώμα του ωκεανού. “Δεν είναι δυνατόν!” σκέφτηκε κι αποκάλυψε αυθόρμητα.

“Δεν ήξερα ότι θα έφτανες τόσο γρήγορα διαφορετικά θα προετοιμαζόμουν να σε ξεναγήσω στην πόλη”. Φορούσε μία λερωμένη ποδιά γεμάτη από πηλό. “Χαίρομαι που σε γνωρίζω κι από κοντά!” της είπε με το μεγαλύτερο ζεστό χαμόγελο που είχε δει ποτέ.

Οι μέρες στην Φλωρεντία περνούσαν με τόσο υπέροχο τρόπο. Με τον Αντώνιο υπήρχε τόση χημεία και αλληλοθαυμασμός! Του άρεσε πάρα πολύ ο πίνακάς της – η χώρα του ποτέ. Τον βοηθούσε στο στήσιμο της έκθεσης και εκείνος σε μία στιγμή και πάλι χαμογελώντας της έκανε μία μεγάλη πρόταση. Να διδάξει στην σχολή του σχέδιο και ζωγραφική. Χάρηκε τόσο πολύ που αμέσως δέχτηκε. Μετά από έναν χρόνο της έκανε και πρόταση γάμου και απέκτησαν μία κόρη, την Βαλεντίνα. Κι έτσι οι δώδεκα μήνες του χρόνου έπαιξαν κι αυτοί τον ρόλο τους σ’ αυτή την ιστορία!

 

Συγγραφέας: Βασιλεία Γεωργίου – Σπουδάστρια Tabula Rasa

 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...