Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

"Το πάσχα" της Ανθούλας Π. Βεζύρη



Το Πάσχα είναι μία σημαντική θρησκευτική γιορτή που τη γιορτάζουμε κάθε άνοιξη. Πολλοί άνθρωποι συνηθίζουν να ρωτάνε:
- Ποια γιορτή σου αρέσει περισσότερο, τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα;
Κάθε φορά που προσπαθώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση, επιλέγω τη γιορτή που βρίσκεται χρονικά πιο κοντά μου. Νομίζω ότι η κάθε γιορτή είναι συνδυασμένη με την εποχή της, τα έθιμα της, τις παραδόσεις της και γι’ αυτό δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη.
Κάτι άλλο που επίσης λέγεται είναι : «Χριστούγεννα στην πόλη και Πάσχα στο χωριό», το οποίο και περιέχει μία μεγάλη δόση αλήθειας.
 

Την άνοιξη ο καιρός ζεσταίνει, η μέρα μεγαλώνει, τα σχολεία κλείνουν, και η κάθε οικογένεια επιθυμεί να ταξιδέψει και να παραμείνει για λίγες μέρες κοντά στην εξοχή, στο βουνό ή στη θάλασσα, νοικιάζοντας ένα δωμάτιο ή επιστρέφοντας με ανακούφιση και χαρά στο πατρικό σπίτι στο χωριό. Εκεί που υπάρχουν πολλές αναμνήσεις των παιδικών χρόνων των γονιών, οι οποίοι προσπαθούν να εξασφαλίσουν παρόμοιες αναμνήσεις και για τα παιδιά τους. Να δουν τον παππού και τη γιαγιά τους, να ζήσουν λίγες μέρες μαζί τους και να αγαπήσουν τον τόπο της καταγωγής τους. Συχνά όμως εμφανίζεται  ένα μικρό πρόβλημα, όταν ο τόπος καταγωγής των γονιών είναι διαφορετικός και σε διαφορετικές κατευθύνσεις, οπότε καθένας από το ζευγάρι θέλει να περάσει το Πάσχα κοντά στους δικούς του γονείς. Το πρόβλημα συνήθως ρυθμίζεται με τη συμφωνία πως «τη μία χρονιά θα πάμε στους δικούς σου και την άλλη χρονιά στους δικούς μου».
 
Γεγονός πάντως είναι πως οι περισσότεροι βρίσκουν την ευκαιρία, να ταξιδέψουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας ή και στο εξωτερικό, με την οικογένειά τους ή με τους φίλους τους, μόνοι ή με παρέα. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που δεν αγαπούν τα ταξίδια, τις μετακινήσεις, τις αλλαγές στο πρόγραμμά τους ή όσοι δεν μπορούν να πληρώσουν για να μείνουν για λίγες μέρες μακριά από το σπίτι τους και έτσι παραμένουν το Πάσχα στη μόνιμη κατοικία τους. Ακόμη και αυτοί όμως, βρίσκουν τον τρόπο και ανάλογα με τα γούστα και τις προτιμήσεις τους, επιλέγουν αυτό που τους ταιριάζει.
 
Πιο ωραία, όσον αφορά τη θρησκευτική κατάνυξη και τις παραδόσεις, είναι η Μεγάλη Εβδομάδα. Ο καθένας, ανεξάρτητα από ό,τι πιστεύει, επηρεάζεται από τους ύμνους της εκκλησίας, την προετοιμασία και τα ψώνια που γίνονται για το πασχαλινό τραπέζι, τα δώρα του νονού και της νονάς για τα βαφτιστήρια, τα στολισμένα καταστήματα και τις ευχές που ανταλλάσσει με τους αγαπημένους του. Η ευωδιά των ανθών από τα δέντρα των πεζοδρομίων, θυμίζει στους κατοίκους της Αθήνας μυρωδάτα περιβόλια και όμορφα λουλούδια και τους δημιουργεί φανταστικές εικόνες μιας μακρινής εξοχής. Η κίνηση στους δρόμους είναι μεγάλη. Όλοι βρίσκουν την ευκαιρία να συναντηθούν με τους φίλους τους ή τους συγγενείς τους, που δεν μπορούσαν να τους δουν τις προηγούμενες μέρες, για να πιουν ένα καφέ, να αστειευτούν και να γελάσουν.
 
Κάποιες νοικοκυρές φτιάχνουν με τα παιδιά τους τα πασχαλινά κουλουράκια και τα τσουρέκια, ενώ άλλες τα αγοράζουν από τα ζαχαροπλαστεία, τα οποία αυτές τις ημέρες έχουν την τιμητική τους. Δεν χρειάζεται να ξέρεις πού βρίσκεται το ζαχαροπλαστείο, σε οδηγεί η μυρωδιά από τα φρεσκοψημένα τσουρέκια και κουλούρια αλλά και τα σοκολατένια αυγά. Οι νονοί τρέχουν να προλάβουν για να πάρουν την καλύτερη λαμπάδα για το βαφτιστήρι τους, που συνήθως έχει πάνω της όλο τον εξοπλισμό ενός παιδικού παιχνιδιού. 

Τη Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές βάφουνε τα αυγά ή τα παίρνουνε έτοιμα από το σούπερ μάρκετ. Έτσι γλιτώνουν και την αγωνία, αν θα τους πετύχει το κόκκινο χρώμα.
 
Τη Μεγάλη Παρασκευή ο Επιτάφιος, στολισμένος με πολύχρωμα λουλούδια. Κάθε ενορία συναγωνίζεται να ξεπεράσει σε ομορφιά το στόλισμα του Επιταφίου της και στο τέλος, συναντιούνται δυο τρεις ή περισσότεροι Επιτάφιοι στο ίδιο σημείο, κατά την περιφορά τους, γύρω από τις γειτονιές. Το Μεγάλο Σάββατο, η Ανάσταση, το Άγιο Φως, τα φιλιά της αγάπης, η μαγειρίτσα και το γιορτινό τραπέζι, που συνεχίζεται με περισσότερα φαγητά την Κυριακή του Πάσχα. Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας  είναι έθιμο να ψήνουν το αρνί που πολλές φορές συνοδεύεται με το ψητό κοκορέτσι. Οι ευχές και τα τσουγκρίσματα, από τα αυγά και τα ποτήρια με το κρασί, δίνουν και παίρνουν.
 
Κάθε μέρος της Ελλάδας έχει τα δικά του έθιμα και τις δικές του παραδόσεις και είναι πολύ ευχάριστο αλλά και σημαντικό να τις γνωρίσει κανείς από κοντά, έστω και μία φορά στη ζωή του.

Το Πάσχα είναι η γιορτή της αγάπης μας για όλους τους ανθρώπους, ακόμη και για εκείνους που μας αδίκησαν. Έτσι γινόμαστε όλοι φίλοι με όλους, ή τουλάχιστον προσπαθούμε. Είναι η γιορτή που μας θυμίζει ότι σημασία έχουν πρώτα οι  άνθρωποι και ότι η αξία της ζωής μας βρίσκεται στην υγεία και τη χαρά.

Συγγραφέας: Ανθούλα Π. Βεζύρη - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

“Ο προτελευταίος πειρασμός” Μέρος Γ του Θουκή Θουκή

(…συνέχεια του μέρους Β)

- Τρέχω και γω αλλά δεν τον πρόλαβα τον επιστήθιο φίλιο μου πέθανε και είχανε προλάβει και τον είχανε ήδη χώσει σαβανωμένο μέσα στη σπηλιά. Λοιπόν, είπαμε, οι μαθητές γύρω, γύρω, κόσμος πολλής μαζεμένος, μέχρι τότε είχα ήδη γίνει ευρέως γνωστός …

- Εβραίος είναι το σωστό.

- Δουλειά σου, οι αδελφές του λίγο πιο κει να έχουν σύρει σπαρακτικότατο θρήνο, μεταξύ μας και λίγο για το θεαθήναι γιατί δεν τον πολυσυμπαθούσαν τον αδελφό τους, δεν δούλευε για την προίκα τους και τις έδερνε κιόλας κάθε φορά που τα έτσουζε λιγάκι και γω εκεί, μπροστά  από το σπήλαιο, πιστός στην -αποστολή μου να φωνάζω «νύχτα στάσου».

- Ε;

- Συγνώμη. «Λάζαρε, δεύρω έξω» εννοώ. «Λάζαρε, δεύρω έξω». Βρε Λάζαρε; Δεύρω έξω παιδί μου λέμε. Τίποτα αυτός. Σκοτεινή από μέσα η σπηλιά, όσο κι αν καρτερούσαμε λευκή λιπόσαρκη σαβανωμένη φιγούρα να βγαίνει προς τα έξω … γιοκ.

- Αχ, είδες και συ την ταινία του Τζεφιρέλι που θα δείχνει κάθε, μα κάθε, μα κάθε Πάσχα ε;

- Ναι στα προσεχώς. Αφού δεν έχει γυριστεί ακόμα μωρέ πως να τη δω; Δε με παρακολουθείς. Δε με παρακολουθείς! Αποφασίσω λοιπόν και γω ο «Εκλεκτός» και μπαίνω στη σπηλιά.

- Μα μέσα στον τάφο;

- Ε; Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Τι ήθελες δηλάδή να κάνω; Είχανε μαζευτεί και κάτι γραμματείς και φαρισαίοι έτοιμοι να πάνε ντουγρού στον Καΐάφα να χύσουν το δηλητήριο τους, άιντε καημένε Ιησού λέω, ή ταν ή επί τας, μπαίνω στα τρίσβαθα της σπηλιάς και τι να δω;

- …

- Σε ρωτάω καλέ; Τι είδα;

- Που να ξέρω Άσπιλε; Εγώ δεν είμαι παντογνώστης όπως ο Άλλος.

- Σωστά. Μπαίνω που λες στη σπηλιά και βλέπω τον Λάζαρο να έχει βγει ο μισός τσίτσιδος έξω απ’ το σάβανο και να πίνει ούζο. Και πριν με ρωτήσεις που το βρήκε το ούζο μέσα στη σπηλιά ούτε εγώ ξέρω γιατί ούτε εγώ είμαι παντογνώστης …, ακόμα. Τι κάνεις εδώ πέρα ωρέ, τον ρωτάω, δεν είσαι πεθαμένος; Εν το μεταξύ σφηνάκι στο σφηνάκι ντίρλα αυτός, κάτι πως πρέπει να έπεσε ξερός από το πολύ πιοτό μου τσαμπουνούσε, κάτι ίσως και από νεκροφάνεια, η ουσία ήταν πως ήταν εκεί μπροστά μου ολοζώντανος. Και απ’ έξω τώρα όλοι, μα όλοι, ακόμα και ο κουτοπόνηρος ο Θωμάς, να περιμένουν το μέγα θαύμα, την Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια ένα πράγμα. Μπλόκαρα. Για πρώτη φορά άδειασε ο νους μου.

- Είναι γιατί είσαι ο Αθώος των αθωοτέρων Χριστέ μου. Εγώ στη θέση σου θα τον σκότωνα. Θα τον σκότωνα για να τον αναστήσω.

- Τι λε ρε; Και άμα έκανα φόνο μετά όλα αυτά περί αναμάρτητου πως θα τα μάζευα που θα με παίρνανε με τις ντομάτες;

- Ορθώς.

- Ορθώς και τουμπεκί ώσπου να τελειώσω. Κάναμε συμφωνία. Εγώ με τον Λάζαρο. Θα έβγαινα εγώ, θα του ξαναφώναζα να τσακιστεί να βγει έξω, αυτός θα έβγαινε και μπουμ να το σπουδαιότερο θαύμα όλων.

- Και φυσικά και έτσι έγινε.

- Τι να σου πω βρε Εωσφόρε, ώρες, ώρες με τρελαίνει η αισιοδοξία σου. Πως να έγινε έτσι μωρέ αφού βγήκε μεν έξω όπως συμφωνήσαμε αλλά έτσι σουρωμένος όπως ήταν ξέχασε ποιο θαύμα κάναμε και άρχισε το ούμπαλο να φωνάζει, «βλέπωωω», «βλέπωωω»;;;

- Πραγματικά. Πραγματικά δηλαδή δεν έχω λόγια. Τι να πω Ιησού; Δεν ξέρω τι να πω;

- Να μην πεις τίποτα. Άντε τράβα και συ τώρα στη δουλειά σου και ούτε για προτελευταίους πειρασμούς είμαι εγώ απόψε, ούτε για προδοσίες, σιγά μην ερχόταν στην ώρα του ο Ιούδας. Ούτε για Πόντιους Πιλάτους είμαι, ούτε για μαστιγώματα, για αγκάθινα στεφάνια, ξιφολόγχες, τάφους, αναστάσεις, αναλήψεις, φτάνει, κουράστηκα, δεν αντέχω άλλο.

- Ε, όχι αυτό δε γίνεται.

- Ποιος ήρθε;

- Όχι, λέω, μπορεί να είσαι λίγο αποκαρδιωμένος …

- Λίγο;

- Εώς και πολύ αλλά να μην προχωρήσει η Σταύρωση και η Ανάσταση δε γίνεται.

- Βαλτός είσαι μωρέ; Εσύ είσαι ο πρώτος που πρέπει να χαίρεσαι που δεν θα γίνουν όλα αυτά.

- Ναι, δε λέω, μια χαρά λίγο θα την πάρω, αν δεν ευοδωθεί ο σχεδιασμός του «Υψίστου» αλλά και πάλι, άμα δεν υπάρχει η ελπίδα για την μετά τον θάνατο λύτρωση, εγώ πως θα βασανίζω με τις ενοχές μετά τους ανθρώπους;

- Φίλε μου δε σε καταλαβαίνω.

- Κι όμως είναι απλό Ιησού. Το κακό, δηλαδή εγώ, δεν έχει μέτρηση. Όπως δεν μπορείς να μετρήσεις την νύχτα. Ή το κρύο. Μετράς πάντα το φως. Η νύχτα, το πόσο βαθιά είναι, εξαρτάται από το πόσο πολύ ή λίγο φως έχει. Όσο βαθύ και να είναι το σκοτάδι μια ακτίδα φωτός και αμέσως πουφ .. πάει. Όπως και το κρύο είναι ανάλογο με την έλλειψη της θερμότητας. Λέμε κάνει ζέστη έχει τόσους βαθμούς κελσίου, ή κάνει κρύο έχει τόσους λίγους βαθμούς κελσίου. Δεν υπάρχει μέτρηση για το κρύο μόνο για τη θερμότητα υπάρχει, δηλαδή μόνο για το φως. Άρα όπως δεν είναι μετρήσιμα το κρύο και το σκοτάδι, έτσι δεν είμαι μετρήσιμος ούτε εγώ. Δηλαδή, αν δεν υπάρχεις εσύ για να αναμετριόμαστε τότε αυτόματα παύω να υπάρχω και εγώ. Ιησού άκουσε με. Η νύχτα χρειάζεται τη μέρα. Χωρίς το καλό, απλά δεν υπάρχει το κακό.

- Μα …

- Δεν έχει μα και ξεμά. Εγώ οπωσδήποτε θέλω να συνεχίσω να υπάρχω. Να τον Ιούδα που φτάνει με τους στρατιώτες του ναού. Και το πουγκί του φαίνεται γεμάτο. Άντε, πάρε βαθιά ανάσα και μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει. Ξύπνα τους μαθητές σου και ετοιμάσου για αυτό το πιο απαραίτητο, το πιο ιερό μαρτύριο.

- Μα αφού δε θέλω, δε θέλω.

- Ααα, θα με νευριάσεις. Η μάνα σου φταίει που σε έκανε τόσο μαλθακό, ο γιος μου είναι Θεός κι ο γιος μου είναι Θεός, μα την Παναγία δηλαδή,. Άντε, εμπρός, οι μαθητές σου από τη φασαρία ξύπνησαν ήδη, ωωχ πάει, έκοψε τ’ αυτί του κακόμοιρου του στρατιώτη ο Πέτρος, τι μπουνταλάς Θεέ μου, α, και που σαι;

- Ναι;

- Και για τα όσα θα διαβάζουν για σένα δισεκατομμύρια άνθρωποι από δω και πέρα, μη σε μέλει. Όταν θα αρχίσουν οι Ευαγγελιστές και οι Άγιοι Πατέρες να τα γράφουν, θα γραφτούν όλα σωστά και όλα καθώς πρέπει. Θα το φροντίσω Εγώ.

ΤΕΛΟΣ

 

Συγγραφέας: Θουκής Θουκή – Σπουδαστής Tabula Rasa

 

Τρίτη 27 Απριλίου 2021

“Ο προτελευταίος πειρασμός” Μέρος B του Θουκή Θουκή

(…συνέχεια του μέρους Α)

- Και καταφτάνει η πόρνη, που μεταξύ μας τον γαμπρό ήθελε να ξεμπροστιάσει που πέρασε το προηγούμενο βράδυ, το μπάτσελορ του, όλο μαζί της και αρχίζουν πρώτες οι γυναίκες να την κυνηγάνε, τις ακολουθούν και όλοι οι άντρες που θέλανε να της κλείσουν το στόμα, σηκώνομαι και γω και τους ακολουθώ καθαρίζοντας τον λαιμό μου, γιατί μετά το φιάσκο με τη ρίγανη αυτό έπρεπε να κυλίσει άψογα καταλαβαίνεις!

- Αλίμονο.

- Και όπως την γώνιασαν εκεί σε έναν τοίχο και την αρχίσανε στον πετροπόλεμο την καψερή, σηκώνω και γω με εξουσία και ένταση το χέρι για να προλάβω και βροντοφωνάζω την γνωστή ατάκα αλλά πριν προλάβω ρε φίλε να τελειώσω το «βαλέτω» …, στο «βαλέ …» τρώει η πόρνη μια κοτρόνα να, με το συμπάθιο, στο δόξα πατρί και πάρτην κάτω. Τι ανακατεύεσαι ρε μάνα γυρίζω και της φωνάζω έξαλλος!

- Α, της έριξε πέτρα η αναμάρτητη, απ’ το «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο».

- Αυτή η μάνα μου, μου βγάζει δηλαδή την Παναγία.

- Εντάξει, Ηρέμησε. Ηρέμησε. Είχες μια δυο αναποδιές. Αυτά συμβαίνουν στους Σωτήρες. Για να φτάσεις όμως εδώ, θέλω να πω για να βρισκόμαστε όλοι εδώ τώρα, ένα βήμα πριν την τελική θυσία στον σταυρό …

- Αχ, μη το θυμίζεις, μη μου το θυμίζεις.

- Πάει να πει πως όλα τα υπόλοιπα πήγαν κατ’ ευχήν. Σωστά;

- Τίποτα δεν πήγε σωστά. Τίποτα. Στην κατάπαυση της τρικυμίας π.χ. που ξέχασε η μάνα μου να …

 - Η Θαλασσομάχισσα!

- Ή η θαλασσοπνίχτρα ανάλογα πως το πάρει κανείς. Που ξέχασε να μου βάλει στο σάκο τη δραμαμίνη και από τη ναυτία όχι να κατευνάσω τα κύματα, ούτε να σταθώ όρθιος δεν μπορούσα και ξερνοκόπησα, μέσα στη λίμνης της Γεννησαρέτ, όλο εκείνο το νόστιμο το αρνάκι, άσε που κανείς από τους άλλους δώδεκα άχρηστους που μάζεψα δεν ήξερε να κουμαντάρει το καΐκι και …

- Μα αφού ο Πέτρος και ο Αντρέας είναι έμπειροι ψαράδες.

- Συγνώμη, από την φράση «μην πιστεύεις όσα γράφονται για μένα» ποια είναι η λέξη που σε δυσκολεύει;

- Σκουζάτε μι, συνέχισε.

- Και πήγαμε και καραβοτσακιστήκαμε. Και αφού στεγνώσαμε καλά, καλά ευκαιρία λέω, να περπατήσω πάνω στο νερό …

- Ε όχι αυτό το θαύμα το έκανες πολύ εντυπωσιακά. Θυμάμαι που έφτασε στα αυτιά ολονών μας κάτω στην κόλαση και θαυμάσαμε όλοι το ταλέντο σου από τα απλά δαιμόνια ως τον θαμπωμένο Βελζεβούλ.

- Ααχ, αυτές οι κολακείες είναι που με φάγανε! Γιατί όση ώρα εγώ δεχόμουνα τα συγχαρίκια, ο κύριος Πέτρος …

- Πάλι;

- Μα αφού σου λέω εγώ απ’ αυτόν θα πάθω το εγκεφαλικό. Ο κύριος Πετράκης αποφάσισε να περπατήσει κι αυτός πάνω στο νερό.

- Μα…

- Μην με διακόπτεις. Σκέφτηκε, μου είπε μετά, πως αφού το νερό ήταν που ήταν ευλογημένο και πως εφόσον ήμουνα κι εγώ και εκεί για να βοηθήσω, τι ένα θαύμα την ημέρα τι δύο, σωστά; να τσιμπήσει κι αυτός λίγη δόξα. Και πάρτον να βουλιάζει μέσα στα βαθιά νερά με τα σαλάχια και τους καρχαρίες και να βουτάνε να τον βγάλουν και πάρτον να ξαναδοκιμάζει και να τον ξαναβγάζουν μισολιπόθυμο τον ξεροκέφαλο με τη κοιλιά τούμπανο γεμάτη νερό και ο κόσμος που στο μεταξύ είχε μαζευτεί γιατί είχε ακούσει για το θαύμα είχε αρχίσει να γιουχάρει μέχρι που μερικοί ζήταγαν και τα λεφτά τους πίσω.

- Πω, πω! Και τι έκανες;

- Τι να κανα; Τους πήρα και τους δώδεκα και φύγαμε άρον άρον! Α, και τώρα που είπα «άρον», το περπάτημα του παράλυτου; Άλλη τεράστια επιτυχία.

- Τι; Δεν ήταν παράλυτος ε;

- Τα πονηρά σου Εωσφόρε αλλού άκουσες; Μια χαρά παράλυτος ήταν, ούτε να περπατήσει μπορούσε ούτε καν να σηκωθεί και τον κατέβασαν ξαπλωτό και δεμένο στο κρεβάτι του από την στέγη ενός σπιτιού που μας φίλεψαν στην Καπερναούμ γιατί δεν μπορούσαν με άλλο τρόπο να με πλησιάσουν τόσος κόσμος είχε μαζευτεί μέσα και έξω.

- Άρα είχες ήδη μεγάλο σουξέ!

- Ναι τι να σου πω! Ευτυχώς δε λες που δεν υπάρχουν ακόμα τα σάητ και τα γιουτιούμπ να γίνουν βάιραλ τα ρεζιλίκια μας αλλιώς θα σου λεγα εγώ τι σουξέ θα είχα.

- Εμ, γι αυτό θα τα δημιουργήσω. Για να σου μπω λίγο στο μάτι.

- Και θα τα καταφέρεις. Ο παράλυτος που λες μια χαρά παράλυτος ήταν και σπουδαία πίστη στο Θεό είχε και το «άρον τον κρέβατον σου και περιπάτει» του αναφώνησα αλλά όπως σηκώθηκε να περπατήσει ανάμεσα σε αλαλαγμούς αντρών και λιποθυμίες γυναικών …

- Ε, αυτό με τις γυναίκες ειδικά, το χεις!

- Ναι, ναι τι να σου πω! Μια μας ερωτεύτηκε και μας, από κείνο το βράδυ που ήρθε να μου πλύνει τα πόδια, και δεν της άρεσε της κυράς Μαριώς της μάνας μου …

- Της Αγίας Βρεφοκρατούσας.

- Να σου πω, θα το κόψεις;

- Εσκιουζέ μουά.

- Γιατί δεν ήξερε να μαγειρεύει καλά μου έλεγε, και γιατί δεν ήξερε διπλοβελονιά, άρες μάρες κουκουνάρες ζήλιες της πεθεράς κατάλαβες, και της έβγαλε το όνομα της κακομοίρας, πάνω ελαφριά, κάτω παστρικιά και να δεις που θα της βγει το όνομα από δω και πέρα της Μαρίας μου της Μαγδαληνής στους αιώνας των αιώνων αμήν!

- Να πάμε πίσω στον παράλυτο;

- Και δεν πάμε. Σηκώθηκε που λες, κόσμος και κοσμάκης θαύμασε και άρχισε να χειροκροτεί, φορτώνετε ο παράλυτος τον κρέβατον του δια να περιπατήσει και έτσι όπως γύρισε απότομα προς την έξοδο πάρτους σβάρνα όσοι ήταν αριστερά του και όπως γύρισε να βολέψει τον κρέβατον καλύτερα από την άλλη πάρτους σβάρνα και τους εκ δεξιών. Και όσο του φωνάζαμε να ηρεμήσει και το βγάζει μετά το αναθεματισμένο το κρεβάτι, δεν ήταν θέμα μια κουβέντα είπαμε, τόσο αυτός δεν άκουγε, γιατί ξέχασα να σου πω, ήταν και κουφός, και όσο του κάναμε νεύματα μπας και μας δει και σταματήσει να θερίζει κόσμο τόσο παίρναμε χαμπάρι πως ήταν και τυφλός …

- Χαχαχα …

- Μη γελάς! Και στο καπάκι τον πιάνει και μια καραμπινάτη επιλήψία!

- Τι;

- Αυτό που άκουσες την γκαντεμιά μου μέσα! Γιατί ο κύριος παράλυτος, ήταν και κουφός ήταν και τυφλός ήταν και επιληπτικός που φυσικά, αγράμματοι και αμόρφωτοι όλοι, άρχισαν να ουρλιάζουν «δαιμονισμένος», «δαιμονισμένος» και τι να κανα και γω ο «Μονογενής» πες μου ποιο θαύμα να πρωτοκάνω! Άσε που κι απ’ το τσάκισμα τόσων ανθρώπων από το κρεβάτι του σακάτη, είχα ακόμα καμιά εικοσαριά άτομα θα γιατροπορέψω!

- Δεν το πιστεύω!

- Το ξέρω. Μια ζωή άπιστος είσαι. Αλλά το τελικό κτύπημα φίλε μου, αυτό δηλαδή που με έβγαλε εντελώς έξω από τον χιτώνα μου, αυτό που μου τσάκισε πίστη και πνεύμα ήταν… Ήταν… Ούτε να το πω δεν μπορώ.

- Ε, πες το ντε.

- Ο Λάζαρος.

- Ποιος Λάζαρος;

- Ο Λαζάρου. Ο μάστερ Σέφ. Ο Λάζαρος ο «δεύρω έξω».

- Τι; Δεν βγήκε;

- Βγήκε πως δεν βγήκε. Με μια καθυστέρηση φυσικά.

- Δεν καταλαβαίνω.

- Παιδί μου, ήρθαν και με βρήκαν απελπισμένες οι αδελφές του. Άρρωστός πολύ ο φίλος σου μου λένε, τη βγάζει δεν τη βγάζει τον προλαβαίνεις δεν τον προλαβαίνεις, ευκαιρία λέω και γω για το θαύμα των θαυμάτων, τον θρίαμβο της ζωής πάνω στον θάνατο, την τελική λύτρωση του ανθρώπου από την αμαρτία.

- Ναι, ναι απ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι.

 (…Η συνέχεια στο Μέρος Γ)

 

Συγγραφέας: Θουκής Θουκή – Σπουδαστής Tabula Rasa