Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

“Συνειρμικά παιχνίδια» της Χρυσαυγής Τζουβάρα Πετάλη

Ο ήχος, που έφτανε από το διπλανό διαμέρισμα θύμιζε το κλάμα ενός μωρού. Στην αρχή ήταν χαμηλός και μετά έντονος και παρατεταμένος με διάφορες εξάρσεις.

Καθόμουνα στην πολυθρόνα, κοντά στο ανοιχτό παράθυρο, παραδομένη στις σκέψεις μου και παρατηρούσα τους διαβάτες που περνούσαν άλλοι βιαστικά και άλλοι αργά πηγαίνοντας στις δουλειές τους ή κάνοντας τη βόλτα τους. Ήμουνα εντελώς απορροφημένη και αφηρημένη, όταν άκουσα τον ήχο, με αποτέλεσμα να πεταχτώ επάνω σαν ελατήριο. Ησύχασα όμως, όταν θυμήθηκα ότι οι διπλανοί ένοικοι του διαμερίσματος είχαν ένα μικρό παιδάκι. Ποιος ξέρει τι έγινε σκέφτηκα και έβαλε τα κλάματα. Τα μικρά, αν τους χαλάσεις το χατίρι το έχουν εύκολο το κλάμα.

Ξανακάθισα στην πολυθρόνα και σκεφτόμουν τις δουλειές που είχα προγραμματίσει να κάνω. Ήταν αρκετές και άρχισα να κουράζομαι μόνο με τη σκέψη. Ας τεμπελιάσω λίγο ακόμα και τις κάνω αργότερα. Έκλεισα τα μάτια μου κι έστρεψα το πρόσωπό μου προς τον ολόλαμπρο ήλιο, που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο. Άρχισα να χαλαρώνω, όταν ξαφνικά πετάχτηκα και πάλι επάνω από τον ήχο του κλάματος, που ερχόταν από το διπλανό διαμέρισμα και που αυτή τη φορά ήταν πιο δυνατός. Περίμενα λίγο, να δω τι θα γίνει και ξαφνικά σταμάτησε.

Οι διπλανοί μου ήταν ένα ζευγάρι, νέοι άνθρωποι, με ένα μικρό παιδί προσχολικής ηλικίας. Φαίνονταν καλοί και ήσυχοι άνθρωποι, αλλά δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις, επειδή εργάζονταν αρκετές ώρες και δεν είχαν ελεύθερο χρόνο. Οι σχέσεις μας περιορίζονταν στο καλημέρα, καλησπέρα και το τι κάνετε. Το παιδάκι τους, ένα αγοράκι ενάμιση ετών ήταν ένα πανέμορφο μωρό, ένα αγγελουδάκι και ήταν σχετικά ήσυχο. Τώρα τι έγινε και κλαίει; Μήπως είναι άρρωστο; Περίεργο!

Ευτυχώς, που σταμάτησε! Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ και ξανάρχισε πιο έντονα και παραπονιάρικα αυτή τη φορά. Ήταν λες και το χτυπούσαν αλύπητα! Μα τι συμβαίνει; Έστησα αφτί για να καταλάβω τι γίνεται. Ακουγόταν και ένας δεύτερος υπόκωφος ήχος, που δεν μπόρεσα να προσδιορίσω τι είναι. Άρχισα να σκέφτομαι διάφορα.

Μήπως το χτυπούσε η μητέρα του, επειδή δεν έτρωγε το φαγητό του ή δεν ήθελε να κοιμηθεί; Αμάν, αυτές οι νέες κοπέλες δεν έχουν καθόλου υπομονή! Μπα, όμως όχι! Αυτή δε φαινόταν για τέτοιος άνθρωπος, αλλά δεν ξέρεις καμιά φορά. Τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι, όπως έλεγε η γιαγιά μου.

Ο ήχος σταμάτησε και πάλι για να αρχίσει πέντε λεπτά αργότερα. Τώρα ήταν πιο σπαρακτικός. Σου έσκιζε την καρδιά. Μήπως ο πατέρας χτυπούσε το μωρό; Μήπως το κακοποιούσαν; Τόσα και τόσα ακούμε στις ειδήσεις. Από ένα τσίριγμα που άκουγα, ένιωθα τα νεύρα μου να τεντώνονται όλο και περισσότερο. Κάτι πρέπει να κάνω σκεφτόμουν. Νευριασμένη κρεμάστηκα κυριολεκτικά έξω από το παράθυρο, μήπως δω κανέναν στο μπαλκόνι. Τίποτε. Το κλάμα εκεί, και η αγωνία και ο θυμός μου στα ύψη. Άρχισα να χτυπάω τον τοίχο. Το κλάμα σταματούσε για λίγο και ξανάρχιζε. Τώρα, τι κάνω; Περιμένω λίγο ακόμα και , όταν ξανακούω τον ήχο, βγαίνω από το σπίτι μου και αρχίζω να χτυπάω το κουδούνι του διπλανού διαμερίσματος. Δεν ξέρω τι θα τους πω, όταν τους δω μπροστά μου, εκείνο όμως που ξέρω, είναι ότι είμαι αγανακτισμένη και πλέον δε μπορώ να συγκρατηθώ. Δεν μου απαντάει κανένας. Κρύβονται. Μάλλον κλείσανε το στόμα του μωρού, γιατί τώρα δεν ακούγεται τίποτε. Κι αν το πνίξουν σκέφτομαι; Τι κακό μας βρήκε μ΄αυτούς τους παλιανθρώπους! Πρέπει να δράσω, πριν να είναι αργά. Θα πάρω την αστυνομία ή το «χαμόγελο του παιδιού», αυτοί θα ξέρουν τι πρέπει να κάνουν. Ψάχνω τα τηλέφωνα, αλλά έχω στραμμένη την προσοχή μου δίπλα, μήπως ακούσω κάτι. Εδώ και αρκετή ώρα το κλάμα έχει σταματήσει. Τι έγινε; Μήπως το παιδί έπαθε κάτι και δεν προλάβω. Η περιέργειά μου και η αγωνία μου έχει φτάσει στο κατακόρυφο. 

Πλησιάζω και πάλι τον τοίχο και ακουμπάω το αφτί μου πάνω του. Ακούω κάτι σαν λυγμό και σαν κάποιοι να μιλάνε χαμηλόφωνα. Τρελαίνομαι! Κάτι γίνεται εδώ. Αρπάζω το τηλέφωνο και παίρνω αμέσως την αστυνομία. Χρειάστηκα αρκετή ώρα να τους εξηγήσω τι ακριβώς συμβαίνει, γιατί ήμουν φοβερά αναστατωμένη. Τους δίνω τη διεύθυνση και περιμένω να έρθουν έξω από την πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. Με όλη αυτή την κατάσταση δεν κατάλαβα καθόλου ότι είχε φτάσει το απόγευμα και οι άνθρωποι επέστρεφαν από τις δουλειές τους. Κάποιοι από αυτούς, που με είδαν αλαφιασμένη, στάθηκαν να με ρωτήσουν τι έχω και έμειναν μαζί μου μέχρι να έρθει η αστυνομία. Άκουσαν κι αυτοί το κλάμα και δεν ήξεραν τι να υποθέσουν.

Συγνώμη, μπορούμε να περάσουμε, γιατί έχετε κλείσει την πόρτα μας, ακούστηκε μια φωνή. Γυρίσαμε όλοι τα κεφάλια και είδαμε την κοπέλα του διαμερίσματος με τον άντρα της, που κρατούσε κοιμισμένο στην αγκαλιά το μωρό τους, που το πήραν από βρεφονηπιακό σταθμό, που το άφηναν κάθε πρωί φεύγοντας για τη δουλειά τους. Κάναμε ένα βήμα στην άκρη και μείναμε ακίνητοι, αποσβολωμένοι στη θέα του μωρού. Η γυναίκα έβαλε το κλειδί στην πόρτα και ανοίγοντας αντικρίσαμε δυο γατάκια, ένα μεγαλύτερο και ένα μικρότερο, που είχαν τρυπώσει από το ανοιχτό παράθυρο και μαλώνανε στο δωμάτιο, για το φαγητό. Το ένα έκλαιγε σαν μωρό. Άντε τώρα, να τους εξηγήσεις τι σκαρώνει το μυαλό του ανθρώπου. Χαμογέλασα και αποχώρησα σιγά, σιγά να προλάβω τους αστυνομικούς.

 

Συγγραφέας: Χρυσαυγή Τζουβάρα Πετάλη – Σπουδάστρια Tabula Rasa

Τετάρτη 27 Απριλίου 2022

«Τι έγινε τότε με τον αδερφό μου» του Παναγιώτη Γιώργου Καραδάκη

Ο Χρίστος, από παιδί, ήταν σε έναν δικό του κόσμο, απομονωμένος από εμάς, όπως σας έχω πει. Δεν ξέρω πως να αρχίσω την εργασία που μου βάλατε. Ξέρω σίγουρα να σας πω, ότι εγώ πιστεύω ότι για όλα φταίει η σίγουρα η μητέρα μας. Δεν μπορώ να ξεχάσω, δυστυχώς, το ξύλο που έριχνε στον Χρίστο, κάθε φορά που εκείνος δεν ήταν όπως μας ήθελε εκείνη.  Εγώ ως δύο χρόνια μικρότερη είχα γλυτώσει από τις τελειομανίες της Φλώρας, εκείνος δυστυχώς όχι. Αν κάτι ακόμη μπορώ να πω οτι γνωρίζω για τον αδερφό μου, είναι το πως ξεκίνησε όλο αυτό. Το πως ξεκίνησα να μην έχω πια αδερφό. Θα σας γράψω λοιπόν αυτή την ιστορία, από την ημέρα που τον έχασα, μιας και κάτι τέτοιο θέλετε. 

 

Ήμουν μόνη εκείνη την ημέρα στο γραφείο στη διαφημιστική που εργαζόμουν και απολάμβανα την ηρεμία του χώρου, κάνοντας την δουλεία μου. Ο Χρίστος τότε ήταν κάπου στα είκοσι εννέα, ναι, αφού εγώ ήμουν είκοσι επτά όταν μπήκα σε αυτή τη δουλειά. Εκείνος δεν είχε καταφέρει να βρει κάποια δουλειά, μετά από τα πέντε χρόνια που εργαζόταν ως πωλητής στο κατάστημα μιας φίλης της μητέρας μας. Ήταν τότε αρκετό καιρό άνεργος και τον συντηρούσε εκείνη. Από την σύνταξη χηρείας του μπαμπά δηλαδή, που έπαιρνε κοντά στα 25 χρόνια, μαζί πλέον με τη δική της σύνταξη. Πενήντα χρονών, δυστυχώς πια και ακόμα θυμάμαι, εκείνα τα χρόνια. Πόσο κόλαση του είχε κάνει την ζωή, με τις ασφυκτικές απαιτήσεις της. 

 

Τον είχαν βγάλει Χρίστο, με ιώτα, γιατί ήταν ταμένος στο Ιησού Χριστό της εκκλησίας που είναι στα Σπάτα. Μια ιστορία που μας έλεγε ξανά και ξανά εκείνη, ως παιδιά. Για το πως είχε μπλεχτεί ο αδερφός μου στον ομφάλιο λώρο και κόντεψε να τον χάσει ή το πως το τάμα της στον Χριστό τον έσωσε τελικά. Καημένο μου αδερφάκι, πόσα χρόνια πνιγόσουν εκεί μέσα. Σας τα γράφω αυτά και βουρκώνω, πραγματικά. 

 

Εκείνη τη μέρα λοιπόν, το μεσημεράκι, χτύπησε το τηλέφωνο μου και ήταν εκείνος. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι μου είπε στην αρχή, θυμάμαι όμως ότι ακουγόταν ανήσυχος και λαχανιασμένος. Εδώ να σας πω ότι ό Χρίστος είχε μεγάλο κόλλημα με τα Anime και όλη αυτή την κουλτούρα. Μέσα σε αυτό του το κόλλημα ήταν και το να τρώει σχεδόν κάθε μέρα κινέζικα, γιαπωνέζικα και τέτοια. “Πρέπει να φύγω”, αυτό θυμάμαι πως μου είπε, ναι, κλίνοντας το βιαστικά. 

 

Η πρώτη μου σκέψη, δεν ξέρω γιατί, όμως ήταν μήπως έγινε κάποια ληστεία ή κάτι τέτοιο, στο κινέζικο που συνήθως εκείνες τις ώρες πήγαινε και έτρωγε. Η εικόνα που έκανα τότε, θυμάμαι, είναι πως είναι κριμένος κάτω από κάποιο τραπέζι και κρυφά με κάλεσε για να μου πει πως θέλει να φύγει από εκεί μέσα. Σήμερα, σκέφτομαι πόσο ευλογημένη θα ήμουν αν όντως αυτό είχε συμβεί. Αναστατωμένη λοιπόν, όπως ήμουν, πήρα τη μάνα μας τηλέφωνο και της είπα να πεταχτεί στο μαγαζί να δει, μιας και ήταν μόλις δύο τετράγωνα απόσταση από το σπίτι. Πόσο με εκνεύρισε, που μου είπε ότι πόναγε η μέση της και βαριόταν να πάει.  Τελικά, μετά από τις δικές μου τις φωνές, πήγε. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι στο εστιατόριο είχε απόλυτη ηρεμία και πως ο Χρίστος δεν ήταν εκεί, έτσι σαν την αναίσθητη. Εγώ παράλληλα συνέχιζα να τον καλώ, συνεχώ και η καρδιά μου κόντευε να σπάσει όσο εκείνος δεν απαντούσε. 

 

Ήταν Δεκέμβρης και νύχτωνε νωρίς, όσο λοιπόν έπεφτε το σκοτάδι τόσο πιο δυνατά οι παλμοί της καρδιάς μου χτύπαγαν στα μελίγγια μου. Τώρα που σας τα γράφω είναι σαν να το ζω ξανά. Με το που σχόλασα από την δουλειά, κατά τις επτά σχολούσα τότε, πήρα το αμάξι και πήγα με μια ανάσα ως το εστιατόριο, να ελέγξω και εγώ. Η εικόνα του μαγαζιού από την τζαμαρία, με κόσμο που απλώς απολάμβανε το φαγητό του, σε ήρεμη και χαλαρή διάθεση, ήταν σαν να μου στέγνωσε την ψυχή, απελπισία. “Που είναι ο αδελφός μου;”, μια σκέψη δυνατή να πλημυρίζει το κενό της απελπισίας μου και να πνίγομαι. Και τώρα που σας το γράφω σαν ένα σχοινί να μου κόβει σχεδόν το λαρύγγι.   

 

Δεν είχα όπως πρακτικούς λόγους να ανησυχώ τόσο πολύ. Ξέρω δεν θα σας φανεί και πολύ επιστημονικό αυτό, αλλά είχα ένστικτο, έτσι πιστεύω. Ήταν κλειστό παιδί, σκληρός και απόμακρος με τον κόσμο, αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να με βάλει σε σκέψεις για τα όσα ακολούθησαν. Όπως σας είχα πει και στις πρώτες μας συνεδρίες, τον Χρίστο τον ψάχναμε δύο ολόκληρες μέρες. Εφιάλτης, απόλυτος εφιάλτης, άνθρωπος να μην το ζήσει αυτό το μαρτύριο. Τώρα που διαβάζω αυτό που σας έγραψα παραπάνω, αλλά και άλλες φορές το έχω σκεφτεί, δεν θα πω ψέματα σε εσάς, ίσως έπρεπε να το είχα προβλέψει και εγώ το τέλος. Ξέρω πως προφανώς αυτό με κάνει να μην πηγαίνω να τον δω, οι ενοχές μου. Φαντάζομαι για αυτές τις ενοχές μου βάλατε να γράψω και αυτή την άσκηση.  

 

Δύο μέρες λοιπόν μετά, κατά τις επτά η ώρα το πρωί, η μάνα μου κλαμένη και τρομαγμένη, θυμάμαι να με ξυπνάει βίαια. Και μετά κενό. Μόνο κάποιες σκόρπιες εικόνες μέσα από το αμάξι, τα δέντρα στο Χαϊδάρι, στο δρόμο προς το Δρομοκαΐτειο, θυμάμαι. Τα υπόλοιπα δεν ξέρω αν είναι δικές μου μνήμες, η πράγματα που άκουγα από την μάνα μας συνεχώς μέχρι και που πέθανε. Την διάγνωση του, για παράδειγμα, παρανοϊκή διαταραχή προσωπικότητας. Δυστυχώς θυμάμαι και τις εικόνες που είχα φτιάξει από όσα της είπαν στον νοσοκομείο, αυτά που σας έχω πει δηλαδή. Το πως τον βρήκαν κάτι παιδιά στα Εξάρχεια σε ένα πεζούλι να κλαίει και να μονολογεί, πως πρέπει να φύγει, είτε το χαρτάκι που βρήκε μετά ο νοσοκόμος, να κρατάει με δύναμη στην παλάμη του.  

 

Το αναθεματισμένο το χαρτάκι. Από τότε κάθε φορά που μπορεί κάποιος να μου αναφέρει, να δω ή να ακούσω κάπου, για αυτές τις μαλακίες, τα κουλουράκια της τύχης, πραγματικά με πιάνει τάση προς έμετο. Ξέρω, από τις περιγραφές της μάνας μου, που πήγαινε συνέχεια και τον επισκεπτόταν, πως όταν δεν ήταν στα πολύ καλά του, ακόμη και τότε αυτό μονολογούσε, πως πρέπει να φύγει. Ο ψυχίατρος της είχε πει, πως ο Χρίστος είχε ταραχτεί και ξύπνησε όλο αυτό το τέρας μέσα του γιατί διάβασε σε αυτό το κουλουράκι “Πρέπει να φύγεις από τη χώρα, μην μιλήσεις σε κανέναν για αυτό”. Κοίτα να δεις, ειρωνία της ζωής. Αυτό το χαρτάκι το είχαν δώσει στη μάνα μου και τώρα που σας γράφω το έχω μπροστά μου. “Η αποτυχία είναι η μητέρα της επιτυχίας”, γράφει. Αλλά, μου τα είχατε πει και εσείς και οι γιατροί στη μάνα του τότε. Αυτό δηλαδή, το ότι ίσως, οι λέξεις “μητέρα”, που η δικιά μας ήταν τόσο απαιτητική από εκείνον, σε συνδυασμό με τις λέξεις “αποτυχία και επιτυχία”, του ξύπνησαν όλη αυτή την μανία καταδίωξης, με τις παρανοϊκές εικόνες και σκέψεις.  

 

Δεν ξέρω αν το έγραψα ήδη, αλλά ήταν δύσκολο όλο αυτό. Δεν θέλω να τα θυμάμαι. Θέλω να έχω τον Χρίστο μου όπως τον άφησα εκείνο το πρωί πριν πάω δουλειά. Αυτός ο Χρίστος είναι κάπου στο εξωτερικό και περνάει τόσο καλά, είναι τόσο δυνατός και ανεξάρτητος, που με ξέχασε, κάνει ζωάρα το βλαμμένο και έχει γραμμένη την αδερφή του. Αυτά έχω από τότε και αυτά έχω για το τώρα. Θα τα πούμε από κοντά την γνωστή ώρα και μέρα.  

Συγγραφέας: Παναγιώτης Γιώργος Καραδάκης – Σπουδαστής Tabula Rasa