Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022

«Σαν σε όνειρο» του Παναγιώτη Γιώργου Καραδάκη

Ο Ιάκωβος έκατσε αναπαυτικά στην λευκή, φθαρμένη από τον καιρό, δερμάτινη πολυθρόνα και ανασήκωσε το βλέμμα του. Με τα γκριζογάλανα μάτια του, κάρφωσε τα δικά του και με απάθεια άρχισε να του εξιστορεί, τον εφιάλτη του. Το αξιοσημείωτο δεν ήταν το περιεχόμενο του, όσο το ότι εν τέλη ξύπνησε από αυτόν ή μάλλον έτσι νομίζει. Είναι κάποια όνειρα που σε στοιχειώνουν από παιδί, κάτι σου λέει πως θα τα ζήσεις και περνάς μια ζωή αποφεύγοντας τα σαν τον διάολο.

Ήταν πάνω κάτω έξι χρόνια πριν πενηνταρίσει, που η αυτοεκπληρούμενη προφητεία του, θα έβγαινε αληθινή. Το χάος, όπως το περιέγραφε, ήρθε μέσα από τα πιο σκοτεινά του όνειρα, να τον συναντήσει. Μια Πέμπτη μεσημέρι, χαρά Θεού, αρχές της άνοιξης, έμελλε να του στερήσει ότι αγαπούσε πιο πολύ και να τον βυθίσει στο σκοτάδι. Έως τότε, κάθε του μέρα, κάθε του συλλογισμός, προσευχή ή προσδοκία, είχαν εκείνη πρωταγωνίστρια. Εκείνη να ήταν καλά και ύστερα θα μπορούσε και εκείνος, να προσποιείται πως στέκεται καλύτερα στα πόδια του. Σειρήνες και φώτα νοσοκομειακού διέκοπταν την σκέψη του, καθώς εξιστορούσε την αρχή του εφιάλτη του. 

Πάντα του πίστευε πως αν ερχόταν εκείνη μέρα, εκεί θα ήταν και το τέλος του. Κάθε του εφιάλτης, μετά τον χαμό της, είχε την ίδια ακολουθία. Οι τοίχοι, τα πατώματα, τα τζάμια, τα φώτα και τα κρεβάτια του νοσοκομείου να αποσυντίθενται. Ο κόσμος γύρω του σαν από σκόνη, να διαλύεται στον άνεμο, αφήνοντας τον σε ένα μαύρο έρεβος, μόνο, στην αρχή του χρόνου. Πριν την αρχή της ύπαρξης ή λίγο μετά το τέλος της, σε απόλυτη απελπισία, έντρομο για το μετά και για το αν αυτό θα υπάρξει. Όμως στη ζωή, όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο πιο πολύ την λαχταράς. Αυτή του η λαχτάρα τον έσωσε από τα σκοτάδια την ανυπαρξίας μετά τον βιολογικό χαμό της. Με συντροφιά, μοναδική, αυτή την λαχτάρα, βιαστικά συναρμολόγησε τον κόσμο του από την αρχή. Βιαστικά και κουρασμένα, απρόσεκτα και αυθαίρετα, οικοδόμησε την νέα του ζωή, χωρίς εκείνη.  

Έτσι ακριβώς, όπως γυρνούσε και τα βράδια από το βενζινάδικο του εργαζόταν. Βιαστικός, χωρίς καν να ανοίξει τα φώτα του διαδρόμου, έψαχνε την τρύπα για το κλειδί του διαμερίσματος του. Κουρασμένα έβγαζε ρούχα και παπούτσια και αυθαίρετα τα τοποθετούσε σε καρέκλες και καναπέδες, πηγαίνοντας προς το δωμάτιο της. Εκεί, έχτιζε την νέα του ζωή, κάθε βράδυ. Ύστερα, έστρεφε το βλέμμα στο είδωλο του, όπως αυτό σχηματιζόταν στο σκοτεινό τζάμι της μπαλκονόπορτας και ξεγελώντας την μοναξιά του έλεγε “Αγάπη μου, γύρισα”.  

Τι υπέρτατη γαλήνη, σαν ένα γλυκό φιλί ζωής στα χείλη του, μια αγγελική ανάσα που τον συντρόφευε τα βράδια. Πίστευε πολύ στον Θεό και όπως λέει πιστεύει ακόμη, ο Ιάκωβος. Είχε κάθε λόγο άλλωστε, μιας και σαν από θαύμα κρατήθηκε στην ζωή ύστερα από τον χαμό της. Με προσευχή και κατάνυξη, κάθε πρωί πριν καν χαράξει, πήγαινε στον τάφο της να την συναντήσει. Ώσπου μια μέρα, περίπου εννέα μήνες μετά το χαμό της, του είπε ο πνευματικός του γέροντας να μην ξανά πάει. “Αγόρι μου, εσύ τον Θεό τον έχεις μέσα σου, έτσι έχεις και εκείνη, μην βασανίζεσαι”, του είχε πει μια μέρα, μετά την εξομολόγηση του. Έκτοτε, όπως είπε ο ίδιος ο Ιάκωβος, η ζωή του ήταν η δουλειά στο βενζινάδικο και η βιαστική επιστροφή στο σπίτι του.  

Ζούσε για να πάει στο δωμάτιο της να χωθεί στην ανάμνηση της, στην ιδέα της ύπαρξης της να μπλέξει και αυτός την δική του. Περιμένοντας το θαύμα, τα μέσα να έρθουν έξω και ο θάνατος να πάρει ζωή. Όμως τα θαύματα αργούν, γιατί “Ο Θεός δοκιμάζει τον πιστό”, όπως του υπενθύμιζε ο γέροντας. Έτσι για έξι χρόνια δοκιμάστηκε και η πίστη του Ιάκωβου, σκληρά. Κάθε βράδυ που αφού είχε ντυθεί τις αναμνήσεις του, έλεγε ματαιωμένα πια στο είδωλο του “Αγάπη μου, γύρισα”. Η αγγελική ανάσα του φιλιού στα χείλη του, μια μάταιη πια υπενθύμιση πως είναι στη ζωή, ή σε μια αναπαράσταση της ζωής. 

Αρχές της άνοιξης όμως, μια κούφια νύχτα από συναισθήματα, γεμάτη απελπισία και ματαίωση, ίδια με όλες οι άλλες, οι προσευχές του απαντήθηκαν. Μπήκε στο σπίτι, βαριεστημένα και ατσούμπαλα έβγαλε τα ρούχα του και τα πέταξε τριγύρω. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της, χωρίς να νιώθει τίποτα, χωρίς να ελπίζει, έκανε ότι πάντα και γύρισε προς το τζάμι λέγοντας για πολλοστή φορά “Αγάπη μου, γύρισα”. Ο Θεός ήταν εκεί, τούτη την νύχτα και με γλυκιά φωνή του απάντησε “Έχω παραγγείλει πίτσα”. Ήταν εκεί, αλήθεια εκεί, μπροστά του.  

Την ελπίδα από το θαύμα τα χωρίζει η αλήθεια. Αυτή την φορά όλα ήταν αληθινά. Η μητέρα του ήταν απέναντι του, στην αντανάκλαση που έκανε το τζάμι από το φως του δωματίου. Δεν πίστευε στα μάτια του και τρέμοντας από συγκίνηση, πήγε προς το ανοιχτό φύλο της ντουλάπας της που ήτανε καθρέφτης. Το υπέροχο φούξια φουστάνι της, με τις λευκές πιτσιλιές και τους φραμπαλάδες, το κόκκινο κραγιόν που ήταν ανοιγμένο πάνω στην τουαλέτα της, τα λευκά της γοβάκια με το χαμηλό τακουνάκι, όλα είχαν πάρει πλέον ζωή. Η κυρία Ιουλία, έσφυζε από υγεία και νιάτα εκείνη την νύχτα και τον περίμενε όλο ανυπομονησία να φάνε μαζί πίτσα και να δουν τηλεόραση. Όπως και την επόμενη και την μεθεπόμενη και τόσες νύχτες μετά, μέχρι να θορυβηθεί η γειτονία και οι ένοικοι της πολυκατοικίας, που σαστισμένοι πια των έβλεπαν να κυκλοφορεί μέρα νύχτα φορώντας τα ρούχα της.  

“Δεν θέλω αυτά που μου δίνετε, είναι σατανικές ουσίες και χάνω την επαφή μου με τον Κύριο”, του είπε, καθώς χώθηκε βαθιά με μια εκπνοή στην λευκή πολυθρόνα, όλο απογοήτευση. Έπειτα, άξαφνα γούρλωσε τα παγωμένα γκριζογάλανα μάτια του και πετάχτηκε όρθιος φωνάζοντας, “Από τότε που με έχωσαν εδώ, χάθηκαν όλα, την έχασα πάλι, το καταλαβαίνεις;”. Σχεδόν έμπηξε τα χέρια στα μάτια του και φώναζε “Δεν μπορώ άλλο μαμά, δεν μπορώ, δεν αντέχω!”. Αναστατωμένος ο ψυχίατρος άνοιξε την πόρτα και φώναξε τους δύο νοσοκόμους που περίμεναν απέξω. Εκείνοι έπιασαν τον Ιάκωβο από της μασχάλες και τον τράβηξαν έξω στον διάδρομο, πηγαίνοντας τον προς το δωμάτιο του. Η κλινική πλημύρισε με κραυγές απελπισίας, “Όχι! Όχι!” ούρλιαζε και ύστερα ψιθυριστά σαν σε τραγούδισμα έλεγε “Πάρε με μαζί μαμά, μου λείπεις! Δεν μπορώ, δεν μπορώ άλλο, δεν μπορώ.” Φωνές και κραυγές ενός ζωντανού εφιάλτη, που με το κλείσιμο της βαριάς σιδερένιας πόρτας του δωματίου του, σαν από όνειρο, χάθηκαν και αυτές.  

Συγγραφέας: Παναγιώτης Γιώργος Καραδάκης – Σπουδαστής Tabula Rasa

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

“Εκ προμελέτης» της Χρυσαυγής Τζουβάρα Πετάλη

Είχαν συγκεντρωθεί όλοι γύρω από το κρεβάτι της. Ήξεραν ότι έρχεται το τέλος και περίμεναν
κατά κάποιον τρόπο να την αποχαιρετήσουν για το μεγάλο της ταξίδι. Ο άντρας της, τα παιδιά, τα εγγόνια της και άλλοι στενοί συγγενείς στέκονταν δίπλα της. Βαριανάσαινε και ψιθύριζε κάτι ακατάληπτο ώσπου την άκουσαν πεντακάθαρα, όλοι οι παρευρισκόμενοι, να λέει: «Τάσο μου, αγάπη μου, έρχομαι. Περίμενε, πιάσε μου το χέρι». Ένα χαμόγελο και μια γαλήνη απλώθηκε στο πρόσωπό της. Έμεινε ακίνητη. Η ψυχή της πέταξε μακριά σαν την πεταλούδα, αφήνοντας σε όλους ένα ερωτηματικό. Ποιος ήταν ο αόρατος αυτός άνθρωπος στον οποίον απευθύνθηκε;

Τα παιδιά και τα εγγόνια της φαντάστηκαν ότι ήταν λόγια, που δεν είχαν σχέση με την πραγματικότητα και ότι τα είχε ελαφρώς χαμένα. Ο άντρας της ξαφνιάστηκε, χλώμιασε, τα έχασε, αλλά ανέκτησε γρήγορα την ψυχραιμία του, την αυτοκυριαρχία του και δεν άφησε να φανεί το παραμικρό. Μέσα, βαθιά στην ψυχή του, ένιωθε πόνο και πίκρα για το χαμό της συντρόφου του αλλά και απογοήτευση, που τόσα χρόνια μαζί της δεν είχε καταφέρει να της εμπνεύσει αυτός αυτό το αίσθημα.

Δεν είχε, βέβαια, κανένα παράπονο από εκείνη. Ήταν καλή σύζυγος, καλή μάνα, του στάθηκε και στα εύκολα και στα δύσκολα, ήταν συμπαθητική, αξιοπρεπής και δεν έδινε ποτέ δικαιώματα για σχόλια. Βαθιά όμως μέσα της, όπως αποδείχτηκε τώρα, ήταν αλλού. Ίσως σε όλη της τη ζωή να περίμενε αυτή τη στιγμή, που θα πήγαινε να ανταμώσει τον αγαπημένο της σε μια άλλη διάσταση, μόνο που αυτή η στιγμή άργησε πολύ να έρθει. Μπορεί να ήταν μια τιμωρία του πεπρωμένου. Ποιος ξέρει!

Οι μεγάλοι σε ηλικία συγγενείς ταράχτηκαν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλο. Έκαναν όμως τους αδιάφορους, για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα. Όλοι είχαν ένα μερίδιο ευθύνης, γι΄αυτό που είχε γίνει τότε, και όλοι ένιωθαν τύψεις.

Το κακό μαντάτο είχε φτάσει πολύ γρήγορα στο χωριό, γιατί τα κακά νέα ταξιδεύουν γρήγορα.

Τον σκότωσαν! Τον σκότωσαν! Πάει το παλικάρι! Κρίμα στα νιάτα του!

Οι κάτοικοι του χωριού, συγκεντρωμένοι σε πηγαδάκια έκλαιγαν, θύμωναν, εκφράζανε την αγανάκτηση και τον αποτροπιασμό τους, αλλά και τον οίκτο τους για το θύμα και για το θύτη.

Ήταν ένας φόνος, που είχε προαναγγελθεί και είχε προμελετηθεί, παρόλο που η υπεράσπιση, στο δικαστήριο, πάλευε να αποδείξει ότι ο φόνος έγινε εν βρασμώ ψυχής. Όλοι τον περίμεναν, αλλά κανένας δε φρόντισε να αλλάξει την κατάσταση. Ήταν μια κοινωνία, που ενδόμυχα πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα αποδίδονταν δικαιοσύνη και θα μπορούσε να αποκατασταθεί η τάξη. Το άφησαν λοιπόν να εξελιχθεί κρατώντας ουδετερότητα. Πόντιοι Πιλάτοι!

Ο Τάσος και η Ελένη αγαπήθηκαν με την πρώτη ματιά. Ήταν από το ίδιο χωριό, οι οικογένειές τους γνωρίζονταν μεταξύ τους και υπήρχε μια αλληλοεκτίμηση. Άρα δε θα υπήρχε και πρόβλημα στην εξέλιξη της ιστορίας τους.

Ο Τάσος γύρω στα είκοσι πέντε, όμορφος, ευγενικός, αγνός και δουλευταράς, ένα παιδί του χωριού αγάπησε την Ελένη από την εποχή που πήγαιναν στο σχολείο. Η οικογένειά του, για τα δεδομένα του χωριού ήταν αρκετά πλούσια. Είχαν πολλά χωράφια. Η οικογένεια της Ελένης δεν είχε τόσο μεγάλη κτηματική περιουσία, αλλά «έστεκε» αρκετά καλά. Η ίδια η Ελένη ήταν πανέμορφη! Δεν της έβγαινε καμιά στα κάλλη. Η ωραιότερη του χωριού! Ίδια η ωραία Ελένη της Σπάρτης. Όλα τα αγόρια ήταν ερωτευμένα μαζί της, όμως εκείνη είχε μάτια μόνο για τον Τάσο. Ήταν μοναχοκόρη και χαϊδεμένη από την οικογένειά της. Τα τρία αδέρφια της τη φρόντιζαν σαν να ήταν βασιλοπούλα. Τα αγόρια δούλευαν στην Αθήνα και έστελναν χρήματα στους γονείς τους, που έμεναν στο χωριό με την Ελένη, για να φτιάξουν την προίκα της.

Τον Τάσο τον αγάπησε πάρα πολύ από την πρώτη στιγμή, που τον γνώρισε. Ένιωσε πως
ήταν ο άνθρωπός της. Η έλξη τους ήταν ακατανίκητη κι ένιωθε, όπως εξομολογήθηκε η ίδια αργότερα, σε μια ξαδέρφη της, ότι δέθηκαν με αόρατα νήματα μεταξύ τους, τα νήματα της μοίρας, που έρριξε βαριά τη σκιά της επάνω τους και τους οδήγησε στη σημερινή τραγωδία.

Ο δεσμός τους κράτησε τέσσερα χρόνια. Τέσσερα χρόνια ευτυχίας! Ο ένας ζούσε για τον άλλον και ονειρεύονταν το κοινό τους μέλλον, που εκτός από αυτούς το περίμενε και όλο το χωριό, που γνώριζε τη σχέση τους και τον έρωτά τους. Τίποτε λοιπόν δεν προμήνυε το κακό, που τους βρήκε.

Η ζωή έχει πολλές ανατροπές! Το κακό τους βρήκε, όταν δεν το περίμεναν και ήρθε από τη μάνα του Τάσου. Ενώ γνώριζε το δεσμό των παιδιών, ενώ δέχτηκε τον αρραβώνα, που ακολούθησε, στη συνέχεια για κάποιο λόγο που μόνο αυτή ήξερε αρνιόταν πεισματικά να γίνει ο γάμος.

«Προτιμώ να πεθάνεις, παρά να γίνεις γαμπρός», είπε στο γιο της, όταν της ανακοίνωσε ότι παντρεύονται και έκλεισαν και ημερομηνία για το γάμο.

«Εγώ μάνα θα την πάρω, ό τι και να πεις. Την αγαπάω και δε θέλω να ζήσω χωρίς εκείνη!»

«Πάνω από το πτώμα μου! Αποκλείεται, όσο ζω! Αν θέλεις να λέγεσαι γιος μου θα την αφήσεις τώρα και θα φύγεις για την Αθήνα. Σε λίγο το σκάνδαλο θα ξεχαστεί και θα μπορέσεις να επιστρέψεις στο χωριό. Θα φύγεις, αλλιώς θα σε αποκληρώσω και μετά θα αυτοκτονήσω. Το κρίμα στο λαιμό σου!»

Ο Τάσος ζήτησε να μάθει το λόγο αυτής της άρνησης, αλλά δεν τον έμαθε ποτέ. Θύμωσε, φώναξε, έκλαψε, εκλιπάρησε, απείλησε. Δεν κατάφερε τίποτε. Η μάνα του ήταν ανένδοτη! Με βαριά καρδιά, υποτάχτηκε στη μοίρα του. Το ίδιο βράδυ τον φυγάδεψαν στην Αθήνα, για να χαθούν τα ίχνη του. Έφυγε κρυφά σαν τον κλέφτη, χωρίς να μιλήσει με την Ελένη. Τι να της έλεγε άλλωστε; Πώς να εξηγήσει τη λιγοψυχία του, το φόβο του, τις απειλές της μάνας του για αυτοκτονία; Πώς να της εξηγήσει τον ντροπιαστικό συμβιβασμό του, την υποταγή του στη θέληση της μάνας. Νικήθηκε με το συναισθηματικό της εκβιασμό!

Όταν το νέο κυκλοφόρησε, η Ελένη ήταν απροετοίμαστη, πάγωσε, έπεσε να πεθάνει. Ήταν και η ντροπή του κόσμου. Πώς να εμφανιστεί μπροστά στους ανθρώπους της γειτονιάς της; Ήταν μια ντροπιασμένη, μια «ατιμασμένη»! Καλύτερα να άνοιγε η γη να την καταπιεί. Τι κακό τη βρήκε; Μήπως έγινε λάθος; Αποκλείεται ο δικός της Τάσος να την εγκατέλειψε, μετά από τόσους όρκους αγάπης, μετά από τόσες ευτυχισμένες στιγμές, που έζησαν μαζί. Αποκλείεται, αποκλείεται, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της. Ήθελε να το πιστέψει, αλλά η πραγματικότητα ήταν άλλη. Όταν το συνειδητοποίησε, όλη η αγάπη της μετατράπηκε σε θυμό και μίσος. Ήθελε να εκδικηθεί, να τους κάνει να πονέσουν, όσο πόνεσε και η ίδια. Τα αδέρφια της από την πρώτη στιγμή, μην αντέχοντας την ντροπή, θέλησαν να την ξεπλύνουν με το φόνο του Τάσου. Έφυγαν για την Αθήνα. Κατέστρωσαν το σχέδιο του φόνου κι άρχισαν να ψάχνουν το θύμα τους. Έψαξαν παντού σε όλα τα πιθανά και απίθανα μέρη μέχρι που τον βρήκαν. Δεν του έδωσαν την ευκαιρία να απολογηθεί. Τον μαχαίρωσαν. Ποιος απ΄όλους τον χτύπησε; Κανείς δεν το έμαθε ποτέ. Την ευθύνη ανέλαβε ο μεγάλος αδερφός, αλλά μπορεί κάλλιστα να ήταν κάποιος από τους άλλους δύο. Σημασία δεν είχε ποιος, αλλά το ότι αφαιρέθηκε μια ανθρώπινη ζωή. Ο νεαρός άντρας άφησε την τελευταία του πνοή ψιθυρίζοντας το όνομα της αγαπημένης του Ελένης.

Όταν το τραγικό μαντάτο έφτασε στη μάνα του, οι σπαραχτικές κραυγές της και οι κατάρες της
ακούστηκαν σε όλο το χωριό. Ούρλιαζε σαν ζώο, χτυπιόταν, έκλαιγε γοερά, έκανε σαν δαιμονισμένη και αυτό κράτησε για μήνες. Μετάνιωσε δε μετάνιωσε για όσα προκάλεσε με τη συμπεριφορά της κανείς δεν ξέρει. Δε μίλησε ποτέ σε κανέναν. Ο εκδικητής φονιάς καταδικάστηκε και μπήκε στη φυλακή για τριάντα χρόνια. Παρά την καταδίκη του από τη δικαιοσύνη, στα μάτια των συγχωριανών του ήταν ένας ήρωας, που αποκατέστησε το δίκαιο και την τιμή της οικογένειάς του.

Η Ελένη μετά από αρκετά χρόνια παντρεύτηκε με προξενιό κι έφυγε για την Κέρκυρα, όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της. Απόχτησε δυο παιδιά και η ζωή της κυλούσε ήρεμα. Έδειχνε να έχει διαγράψει τα πάντα από το μυαλό της. Πόση δύναμη χρειάζεται για να κουβαλάς όλα αυτά μέσα σου. Έφτασε όμως επιτέλους η ώρα της αλήθειας, της απελευθέρωσης: «Τάσο μου, αγάπη μου, έρχομαι. Περίμενε, πιάσε μου το χέρι».

 

Συγγραφέας: Χρυσαυγή Τζουβάρα Πετάλη – Σπουδάστρια Tabula Rasa