Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

«Au Revoir» του Παναγιώτη Γιώργου Καραδάκη

Μεγάλη ιστορία και αλλούτερη το πως έσμιξα με τον παππού σου κορίτσι μου. Είναι τρελό,
αλλά με τον παππού είμαστε μαζί, σαν κανονικό ζευγάρι δηλαδή, από τη μέρα του γάμου μου. Που είναι το τρελό θα μου πεις τώρα εσύ, ε; Το πως δεν εννοώ το γάμο μας, αλλά τον γάμο μου, παιδί μου. 

Ήταν τότε μωρέ που βγήκε η Βουγιούκλο, επί Καραμανλή εννοώ. Κάπου εκεί, τέλος πάντων. Όχι, αυτόν τον χοντρό, τον παλιό λέω εγώ. Με είχε τάξει, που λες, ο πατέρας μου  σε ένα λαδέμπορα από την Κορώνη. Σπουδαία τύχη, τι να σου πω… Ο γαμπρός είχε σαλόνι σπίτι του! Βρε, μη γελάς, τη γιαγιά σου κοροϊδεύεις; Ξέρεις τι ήτανε τότε αυτό; Ούτε καμπινέ δεν είχαμε, όχι πολυθρόνες και καναπέδες. 

Εγώ ήμουν, Παναγία μου, διάβολος σκέτος. Μικρό κοριτσάκι βέβαια, ούτε δεκαέξι χρονών, πως να ήμουν. Σταρ Ελλάς, με έλεγε η μάνα μου, για να με πειράζει. Αχ, μάνα μου, γλυκιά μου μάνα. Γιατί ήμουν σε όλα μέσα, πανταχού παρούσα. Ήμουν και όμορφη, μη βλέπεις τώρα, άστα. Σαν τον δαίμονα ξεφύτρωνα, κάτω από την ποδιά της, που μοσχοβόλαγε πράσινο σαπούνι και την γαργάλαγα. Γελαδερή και τσαχπίνα, το κέντρο της προσοχής στα Πατήσια, που μέναμε. Τότε τα Πατήσια, μην κοιτάς τώρα, δέκα οικογένειες ήντουσταν, χώμα, γάτες και μπουγαδόνερα. 

Αλλά τι σου έλεγα; Α ναι, ο Αβράμης, ο γαμπρός. Πανάθεμα με, ούτε την μούρη του δεν θυμάμαι. Σάμπως και τον είδα; Μια φορά που ήρθε με τον πατέρα του στο σπίτι, να με ζητήσει και φέρανε τους ντενεκέδες με τα λάδια. Άλλο δεν τον ματάδα. Ευτυχώς δηλαδής, γιατί από το λίγο που τον έχω στο νου μου, ντιπ μουσχάρι ολόρθο, πανάθεμα τον, τον θυμάμαι. Ψηλός και άξεστος, βρωμούσε... Παρθένα μου σώσε, σαν κλούβιο αυγό, κορίτσι μου. Μια φορά τον είδα και δεν ξεχνώ την βρώμα του ζεβζέκη. 

Ο παππούς σου νέος, άλλο πράγμα αυτός, τι να σου λέω. Ξανθός, ροδαλός, με ένα χαμόγελο σχιστό, σου έσκιζε την καρδιά. Μην τον εβλέπεις τώρα. Τώρα πάει, γεράσαμε και μας έφαγε ο σκόρος. Αλλά τότες ήτανε... Δυο χρόνια μεγαλύτερος αυτός, από το αρρένων ο πιο όμορφος. Μόνο εμένα κοίταζε όλη μέρα. Όλες οι κλώσες στο διάλειμμα να μαζεύονται στα κάγκελα, να τον χαζεύουν να παίζει μπάλα, αλλά αυτός ο δαίμονας καρφωμένα τα μάτια του μόνο σε μένα τα’χε. Ε, πολλοί με ήθελαν τότες, μην κοιτάς, ήμουν τραβηχτηκιά και διαόλου κάλτσα. 

Βγαίναμε και ραντεβού. Κρυφά απ’τη μάνα βέβαια, γιατί το πασούμι της έτσουζε σαν το οινόπνευμα στην πληγή, κορίτσι μου. Ερχόταν μετά το σχολείο, μου έκλεινε το μάτι και ήταν το σήμα, να πάω να τον ανταμώσω στον Γκράβα, το λόφο, που τώρα είναι σκουπιδότοπος. Αχ κορίτσι μου, τίποτε δε κάναμε, μόνο το χέρι μου χάιδευε και εμένα όλος μου ο κόσμος γέμιζε χρώματα. Πως να στο πω βρε κούκλα μου, σαν μόνο τότε να άνοιγε το μάτι μου και να έβλεπα ανθρωπινά. 

Τι λέγαμε; Α! Η μέρα του γάμου, ναι. Με τα πολλά, κορίτσι μου, με ντύσαν με έκαναν λατέρνα και Κυριακή κοντή γιορτή. Μέρα του γάμου και εγώ μαύρη σαν να σταύρωναν τον Χριστό, μέσα μου. Ούρλιαζε η ψυχή μου, μάτια μου, αλλά κανείς δεν εμπόραγε να με ακούσει. Θανατοποινίτησα η γιαγιά σου! Θειάδες, μπαρμπάδες, οι δυο μου οι γιαγιάδες, όλοι σπίτι κατουρημένοι από χαρά και εγώ έτοιμη να σπάσω σαν το φτερό.  Όχι, για αυτή τους τη χαρά δεν τους συγχωρνάω κορίτσι μου, όχι. Λες και θέλανε να απαλλαγούν από αρρώστια ή πράγμα τέτοιο, που με ξεφορτωνόντουσαν. 

Είχα, η καλή σου, νυφοστολιστεί για τα καλά και καθόμουνα στην κάμαρη μου, μόνη στο παραθύρι, να τον σκέφτομαι και να λιώνει το μέσα μου. Τον παππού σου λέω. Τόσες θύμησες, από το ρημάδι το χέρι του να με κρατάει και να μου γελάει. Παναγιά μου, τι με βάζεις τώρα και θυμάμαι και εσύ. Δεν άντεχα, όχι ψυχή μου, δεν μπορούσα να τον πάρω τον βρωμίλο. Τώρα το θυμάμαι και μου 'ρχεται να σκάσω, όχι τότες, που ήμουν ακόμη με τα νιάτα αφάγωτα.

Ο παππούς είχε ένα στέκι τότε και μαζεύονταν με τα άλλα αγόρια της γειτονιάς να πιούνε μπύρες. Ένα μαγαζί, στην Πατησίων ήτανε, είχε ένα όνομα... Δεν θυμάμαι πως. Εκεί, στο παράθυρο που αγνάντευα, με τα νυφικά και τις κορδέλες, ρίχνω έναν πήδο η τρελή. Τρελή γιαγιά έχεις, να ξέρεις ε! Ρίχνω έναν πήδο και να'σου η τρελή σωρό κουβάρι στα χώματα και έβαλα το τρεχαλιτό. Α, να γεια σου, “Au Revoir” το λέγανε το μαγαζί. Θυμάμαι που τον ρώταγα, μετά τον λόφο, που θα πάει και μου έλεγε “εις το επανιδείν”. Βρε που θα πας του φώναζα, τι χαιρετάς; Έτσι μου λεγε το λέγαν το μαγαζί, στα γαλλικά δηλαδή τι πάει να πει. 

Για ένα μήνα κανέναν τους δεν είδα. Ούτε γονείς, ούτε σόγια, ούτε τον ασβό, ούτε τίποτε. Πήγα έτσι σαν την απόμουρλη στο μαγαζί, μπαίνω μέσα και να κοιτάω σαν το ορφανό δεξιά και αριστερά να βρω τον παππού σου. Βρε πουθενά ο καλός σου. Αξάφνου, να τος μπροστά μου και κορίτσι μου ούρλιαξε από χαρά τότε η ψυχή μου. Ανακούφιση μάτια μου, ξανά πήρε μπρος η καρδιά μου τότες. Πάω τρέχοντας προς το μέρος του και του ρίχνω ψυχή μου έναν φούσκο... Μα έναν φούσκο... Πως δεν τον σακάτεψα η τρελή, η Παναγιά το ξέρει. Σου λέω η γιαγιά σου ήταν... Διάολος, Χριστέ μου. 

Να τα λέμε όμως και τα σωστά, είχα τον λόγο μου που το έκανα. Δεν ήρθε ο παναθεματισμένος να με πάρει, να με κλέψει, να σωθώ και εγώ η δόλια, παρά μου έπεινε μπύρες! Αλλά πάντα έτσι χέστης και λιγόψυχος ήταν. Δεν τον βλέπεις τώρα; Που μας βγάζει την ψυχή και ούτε στον γιατρό δεν πάει; Τι που κάνει τον καμπόσο; Από τον φόβο του δεν πάει. Ε, τι να έκανα; Πήγα και τον έκλεψα εγώ. Φούσκο τώρα λέω, καλά… Όμως τα άλλα μετά από τον φούσκο, ένα μήνα που κρυβόμασταν, στην Λειβαδιά στης πεθεράς μου, δεν τα λέω τι του έκανα. Καλά πέρασε, καλά!

Υπάρχει άραγες ακόμη αυτό το μαγαζί; Το ξέρεις εσύ; Πηγαίναμε συχνά εκεί. Και την μάνα σου που είχα, πηγαίναμε εκεί, ήταν στέκι. Μ 'άρεσε, αυτό το “εις το επανιδείν”, μ’άρεσε ο ήχος του όταν το λεγε. Αχ, μεγαλώσαμε κορίτσι μου! Άσχημο πράμα να θυμάσαι, πονάνε οι θύμισες. Αλλά αυτό το παράθυρο, αν με ρωτάς, ευλογημένη είμαι που το πήδηξα. Χίλιες ζωές να ζούσα, χίλιες φορές θα το έκανα. Ενάντια στην μάνα και τον πατέρα μου που με λάτρευαν, ενάντια στα τότε χρόνια, ενάντια σε όλα. Για να “επανιδείν” αυτό του το  χαμόγελο. Βρε ζεβζέκα, τι με βάζεις να θυμάμαι, παλιοκόριτσο και συγκινείς τη γιαγιά σου; Να αγαπήσεις κορίτσι μου, την ευχή μου να’χεις και να αγαπήσεις από τις πατούσες μέχρι τις ρίζες των μαλλιών σου…

Τι λέγαμε;

Συγγραφέας: Παναγιώτης Γιώργος Καραδάκης – Σπουδαστής Tabula Rasa

Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

“EUPHORIA” και η προβληματική ζωή των εφήβων

Είναι πρωί, πολύ πρωί, δύο τρεις διακριτικές αχτίδες του ήλιου μπαίνουν από το παράθυρο
του δωματίου μου και τα ασύρματα ακουστικά στ’ αυτιά μου με ξυπνούν με το πιο ωραίο soundtrack που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Κάπως έτσι ξυπνούν και οι έφηβοι πρωταγωνιστές της σειράς “Εuphoria”. Σε ακατάστατα δωμάτια, γεμάτα οθόνες, καπνούς από τσιγάρα, ενίοτε ηλεκτρονικά, πολλά ρούχα, περίεργα μακιγιάζ, σκόνη, υγρά σεντόνια, προκλητικά εσώρουχα, θολές selfies, θαμμένα όνειρα, κρυμμένα μυστικά, χαμηλωμένα πατζούρια και happy endings που έχουν πάρει λάθος τραίνο. Δωμάτια που ίσα ίσα επιτρέπουν σε δύο τρεις ακτίνες φωτός να εισέλθουν στο χώρο. Τα νέα παιδιά δεν χρειάζονται παραπάνω, δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους κάτι παραπάνω. Σα να τον τιμωρούν, σα να προσπαθούν να μοιάσουν στους γονείς τους που ομολογουμένως τα έκαναν όλα λάθος. Και τώρα αυτά είναι η συνέχεια τους. Και εσύ τους βλέπεις και προσεύχεσαι να μην κάνουν τα ίδια λάθη. Αλλά ξέρεις ότι δεν γίνεται. Κι εσύ τα ίδια δεν έκανες άλλωστε;

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

«Ιστορία αγωνίας» της Λαμ Θι Κιμ Φουνγκ

Ένα Rebus, κάτι πολύ αγαπημένο και οικείο, την περίμενε στο γραφείο της, το κοίταξε, δεν είχε όρεξη για πολλά-πολλά. Προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις της κάθε μέρας από τότε που εξαφανίστηκε ο Ανδρέας, ένα μήνα τώρα, ο σύντροφος της, να φροντίζει τα παιδιά και ταυτόχρονα να ερευνά και να αναζητά στοιχεία για την εξαφάνιση του Ανδρέα. Οι αρχές σηκώσανε τα χέρια ψηλά πια, δεν βρήκανε κανένα χρήσιμο στοιχείο, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Ίχνη για εγκληματική ενέργεια ή δραστηριότητα δεν υπήρχαν. Η Αντριάνα έσπαγε το κεφάλι της προσπαθώντας να βρει πιθανούς λόγους για την εξαφάνιση του Ανδρέα. Τα πήγαιναν πολύ καλά, δεν υπήρξαν σοβαρά προβλήματα στην δεκαετή σχέση τους. Αν δεν ήταν εγκληματική πράξη, απαγωγή ή φόνος και απλά τους εγκατέλειψε δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ή κάτι που να δικαιολογούσε την φυγή του. Μεγάλο μυστήριο...

Έπιασε να λύνει το Rebus για να ξεφύγει λίγο από τις σκέψεις της που την οδηγούσαν σε αδιέξοδο, και μια έξαψη την κατέκλυσε. Το μήνυμα ήταν από τον σύντροφό της. Της έδινε οδηγίες για μια θυρίδα στην Εθνική τράπεζα, το κλειδί και το πληρεξούσιο βρισκόταν κολλημένο στον πάτο της συρταριέρας του κομοδίνου της.

Πετούσε από την χαρά της η Αντριάνα, δεν την είχε εγκαταλείψει, δεν τον είχαν απαγάγει ή σκοτώσει, ήταν καλά! Επέστρεψε φουριόζα σπίτι, πήρε το κλειδί και το πληρεξούσιο από την κρυψώνα τους και πήγε κατευθείαν στην τράπεζα για να δει τι την περίμενε.

Η θυρίδα ήταν γεμάτη από έγγραφα, κομμένα άρθρα, διαβατήρια και χρήματα, πολλά χρήματα!

Άρπαξε τα έγγραφα, τα έβαλε σε ένα ντοσιέ και πήγε σε ένα απόμερο καφέ στο πίσω στενό, για να τα μελετήσει.

Ο Ανδρέας ήταν επικεφαλής χημικός σε ένα πρόγραμμα της Monsanto για την γενετικά τροποποιημένη σόγια που είχε κατακλύσει τις καλλιέργειες στις περισσότερες χώρες του κόσμου ως μια ανθεκτικότερη και πιο παραγωγική ποικιλία. Μετά από μελέτες, προέκυψαν πολλά στοιχεία για την επικινδυνότητα στην υγεία των οργανισμών που την κατανάλωναν με κύριο την εκδήλωση πολλών μορφών καρκίνου. Στοιχεία που η Monsanto που ήθελε να αποκρύψει ,για να συνεχίσει απρόσκοπτη την κερδοφόρο πορεία της, αυτή ήταν και η πρακτική της τόσα χρόνια. Μια πρακτική που ναι μεν της απέφερε πολλές μηνύσεις με τεράστια ποσά αποζημίωσης ή διακανονισμού, αλλά την κατέστησε leader στην αγορά με τεράστια κέρδη. «Στρογγύλεψε τους αριθμούς, και συμμάζεψε την έκθεση της αναφοράς», του είπαν. Δεν μπορούσε να το έχει βάρος στην συνείδηση του για τα εκατομμύρια ζωές που επηρεάζονταν. Ειδικά με τόσα υψηλά ποσοστά κινδύνου. Είχε κανονίσει να τα δώσει στην δημοσιότητα, μυστικά, διαρρέοντας τα σε γνωστές και έγκυρες εφημερίδες όταν άρχισαν να “συμβαίνουν” ξαφνικοί τυχαίοι θάνατοι όσων συνδέονταν με αυτήν την υπόθεση. Κατάλαβε ότι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει ήταν να εξαφανιστεί, να αλλάξει χώρα, ήπειρο, ταυτότητα και αφού βρεθεί ασφαλής, τότε να προσπαθήσει να δημοσιοποιήσει τα στοιχεία. Απευθύνθηκε για βοήθεια στην Greenpeace,στην WWF και οι οποίες είχαν κάνει έναν συνασπισμό συνεργασίας και με άλλες οργανώσεις για τις οποίες τα αποτελέσματα της δουλειάς του τις ενδιέφερε άμεσα και που κυνηγούσαν χρόνια τώρα την Monsanto για τα οικολογικά και κατά της ανθρωπότητάς εγκλήματα της.

Έκτοτε βρέθηκε εγκλωβισμένος σε ένα αέναο κυνηγητό, να προσπαθεί να ξεφύγει από τα πολλαπλά και μακριά πλοκάμια της Monsanto.Τώρα τελευταία τον πλησίαζαν πάλι και γι αυτό έπρεπε να εξαφανιστεί για άλλη μια φορά.

"Δεν είμαι σε θέση να σου ζητήσω το παραμικρό και ούτε έχω απαίτηση να εγκαταλείψεις την ζωή σου ή να αναγκαστούν τα παιδιά σου να αλλάξουν περιβάλλον και ζωή. Ξέρω πόσο σημαντικό πράγμα είναι η σταθερότητα στην ανατροφή των παιδιών αλλά αν εσύ το αποφασίσεις σου έχω όλα τα απαραίτητα για να έρθεις να με βρεις. Έχω κουραστεί να χάνω τους ανθρώπους στη ζωής μου.”

Η Αντριάνα συγκινήθηκε αλλά αμέσως μετά ένιωσε τον θυμό να φουντώνει μέσα της. Ο παλιοεγωιστής! Μόνο τον εαυτό του και τους άλλους ανθρώπους σκέφτεται! Εμένα δεν με σκέφτηκε όταν με βρήκε και ξεκίνησε σχέση μαζί γνωρίζοντας το τί  αναπόφευκτα θα συμβεί και θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο!

 

Συγγραφέας: Λαμ Θι Κιμ Φουνγκ – Σπουδάστρια Tabula Rasa

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

«Μαγεία» της Ρένας Λάσκου

Το τηλέφωνο χτυπούσε σαν δαιμονισμένο. Τι ώρα ήταν; Η Ηρώ κοίταξε το ρολόι δίπλα από το κομοδίνο της. Δεν είχε πολύ ώρα που γύρισε από την εφημερία της στο νοσοκομείο και μόλις την είχε πάρει ο ύπνος. Είχε περάσει ένα πολύ δύσκολο βραδύ. Πόσο ψυχοφθόρα γινόταν κάποιες στιγμές η δουλεία του γιατρού.

 Από την άλλη μεριά του τηλέφωνου ακουγόταν η φωνή της μάνας της ταραγμένη.

Πήγαινε να πάρεις γρήγορα τον πατερά σου από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής διότι χωρίς να το καταλάβω άνοιξε την πόρτα και σαν κύριος έφυγε ευτυχώς παναγία μου τον εντόπισαν αμέσως και χάρη στο σημείωμα που του έχω ραμμένο πάνω σε κάθε ρούχο του, μας βρήκαν και μου τηλεφώνησαν.

Από τα ματιά της άρχισαν να τρέχουν δάκρια, ο φόβος της, η αγωνιά της και η ταραχή της όλο κι μεγάλωναν τόσο που τα χέρια της έτρεμαν και με δυσκολία μπόρεσε να ντυθεί. Βγήκε στο δρόμο σαν τρελή και ως που να φτάσει στο αστυνομικό τμήμα της φάνηκε η διαδρομή ατελείωτη. Έφτασε τρέμοντας έτοιμη να καταρρεύσει. Με όσο κουράγιο της είχε απομείνει ρώτησε για τον πατερά της. Στο γραφείο του αξιωματικού της υπηρεσίας στο τρίτο όροφο της απάντησε ένας νεαρός άνδρας, και αυτή η διαδρομή ακόμη ως το γραφείο του αξιωματικού της φάνταζε ατελείωτη. Επιτέλους! Έφτασε με κομμένη την ανάσα και χωρίς καν να χτυπήσει την πόρτα μπήκε μέσα ψάχνοντας τον με το βλέμμα της. Τον είδε να κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα στη μεγάλη τζαμαρία του γραφείου και να της χαμογελά ατάραχος και μέσα στην γλύκα. Τις ήρθε να γελάσει, να κλάψει, να του βάλει τις φωνές. Τον κοίταξε με αυστηρό βλέμμα και εκείνος την κοιτά όπως ένα παιδάκι που έχει κάνει αταξία και χαμογελά. Άραγε κατάλαβε τι είχε γίνει που βρισκόταν δεν μπορούσε να του θυμώσει τον αγκάλιασε τον κράτησε από το χέρι και έφυγαν για το σπίτι.

Η μάνα της περίμενε έξω στην αυλή. "Mην πεις λέξη, μην τολμήσεις να του κάνεις παράπονα, βάλε τον να ξεκουραστεί και φρόντισε τον. Θα έρθω πάλι αργότερα". Η μάνα της έσκυψε το κεφάλι και με μάτια βουρκωμένα τον αγκάλιασε και μπήκαν μέσα στο σπίτι.

Τον είδε καθώς πάρκαρε καθόταν εκεί στη αγαπημένη του βελούδινη πολυθρόνα με το όμορφο γαλάζιο χρώμα.

Κοιτούσε έξω από το μεγάλο παράθυρο του σαλονιού τον όμορφο κήπο με τα ψηλά και φουντωτά δέντρα γεμάτα από καρπούς και τις όμορφες κατακόκκινες μοσχοβολιστές τριανταφυλλιές σα να έσταζαν αίμα.

Τον πλησίασε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και μια τεράστια αγκαλιά που έκλεινε μέσα όλα όσα αισθανόταν και όλα όσα ήθελε να του πει και δεν του έλεγε.

Κι όμως ήθελε τόσο πολύ να του μιλήσει να του πει ότι τον αγαπούσε ότι για εκείνη δεν είχε σημασία που δεν την θυμόταν πια, που ξεχνούσε, που δεν θυμόταν που βρισκόταν.

Πάντα θα ήταν το μικρό του κοριτσάκι που ξάπλωναν αγκαλιά στην άμμο τα καλοκαιρινά βράδια άκουγαν τα κύματα που έσκαγαν στην ακρογιαλιά και κοιτούσανε τα αστέρια στον ουρανό.

Ήταν τότε που ενώ εκείνος δεν πίστευε στην μαγεία, την έκανε να ζει μέσα στην μαγεία των λέξεων του των ιστοριών του και να πιστεύει σε αυτήν, της μάθαινε τους αστερισμούς την μεγάλη άρκτο την μικρή άρκτο την ιστορία για την πούλια και τον αυγερινό.

Μπαμπά μου Θυμάσαι; Όχι το ξέρω, τώρα δεν μπορείς, έχει πέσει σκοτάδι στο μυαλό σου αλλά ξέρω πως η καρδία σου είναι ακόμη φωτεινή γεμάτη αγάπη όπως ήταν πάντα, και δεν πειράζει θυμάμαι εγώ και για τους δυο.

ήξερε πως την ένιωθε, και πως όταν του μιλούσε την καταλάβαινε, το έβλεπε στα μάτια του και ας μην της έλεγε τίποτα. Η ψύχη του ήταν τόσο διάφανη για εκείνη και μπορούσε να δει μέσα της. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος όπως ήταν όλα τα χρόνια που τον θυμάται. Ήταν αυτός που θαύμαζε, που της έλεγε να μην φοβάται να έχει πίστη, να τολμά, να ονειρεύεται, να μη σταματά. Πόσο καμάρωνε όταν ερχόταν να την πάρει από το σχολειό τότε που ήταν μικρούλα, όπως και τότε στην αποφοίτηση της που ήρθε στο πανεπιστήμιο με μια τεράστια ανθοδέσμη έχοντας κρύψει μέσα και πάλι μια σοκολάτα για την μικρή του πριγκίπισσα της είπε, όπως τότε που την περίμενε έξω από την αυλή του δημοτικού σχολείου.

 Η Ηρώ έσκυψε στο αυτί του και ψιθυρίζοντας του είπε. Πόσο υπερήφανη ήμουν πάντα για σένα μπαμπά μου και τώρα είμαι περισσότερο από κάθε άλλη φορά να το ξέρεις, γιατί είσαι μαχητής γιατί δεν το βάζεις κάτω γιατί επιμένεις γιατί δεν τα παρατάς. Και ‘γω το ξέρω ότι όλα θα πάνε καλυτέρα και ξέρεις γιατί; Γιατί με έμαθες να πιστεύω στην μαγεία της ίδιας της ζωής και η μαγεία διαρκεί μονό όσο παραμένει η επιθυμία και εμείς οι δυο θέλουμε την ζωή μας πίσω

 

Συγγραφέας: Ρένα Λάσκου – Σπουδάστρια Tabula Rasa